Της πόλης… των πόλεων, ω πόλεις!!!

by ΕΛΕΝΗ ΣΚΑΒΔΗ
  • Γράφει η ΕΛΕΝΗ ΣΚΑΒΔΗ

Δέκα ολόκληρες μέρες μετά την επιστροφή μου στο Νότο, από τη Θράκη, παραμένω κολλημένη εκεί, με τα «φορτία» ενός νόστου “χωρίς ταυτότητα” να με βαραίνουν και να οδηγούν τα βήματά μου σε μοναχικούς περιπάτους λίγο πριν τη δύση στην εξοχή. Ένα μοναχικό τσιγάρο, παπούτσια περιπάτου και ζακέτα για την υγρασία. Στρέφω το βλέμμα γύρω· εδώ βλέπω μονάχα εξοχή και συγκρίνω το τοπίο με εκείνο της παλιάς γειτονιάς στην Αλεξανδρούπολη.

Γύρω μου μικρά σπίτια καλλιεργητών και κτηνοτρόφων, χωράφια και ελαιώνες. Ληνά μέσα στα χωράφια και πομόνες, γρέκια επίσης, στάβλοι και πρόχειρες αποθήκες για ζωοτροφές. Λίγο πιο πέρα ένα εργοστάσιο φυραμάτων, μαρμαράδικα και βενζινάδικα. Μια νεόκοπη Ελλάδα που εκτοπίζει το φυσικό τοπίο ακόμα και τις παραδοσιακές μυρωδιές, υποδυόμενη το «σύγχρονον».

Στην Αλεξανδρούπολη όλα ήταν αλλιώς. Σπίτια αλφαδιασμένα σε τετράγωνα, εσωτερικές αυλές με τριαντάφυλλα, κι ανάμεσα μπακάλικα, μανάβικα, κρεοπωλεία και ένα μικρό περίπτερο που πούλαγε μονάχα τσιγάρα και τσίχλες. Εκείνη η «αλφαδιά» ήταν το πρότυπο πόλης που έμαθα, κι ας μου φαινόταν «στενός» ο τόπος. Τώρα πλέον ακόμα κι εκεί όλα έχουν ανατραπεί, τα «μικρά» σπίτια έγιναν θεόρατες πολυκατοικίες και το περίπτερο ένα «μίνι μάρκετ» που πουλάει απ’ όλα! Και όμως, παρά τις ανατροπές της χωροταξίας, ο χώρος παραμένει οικείος, και όλα τα είδη μοιάζουν να βρίσκονται στη θέση τους.

Ο χρόνος σεβάστηκε την παλιά χωροταξία, και δεν έκανε αλλαγές στη μικρή αγορά της γειτονιάς. Εκεί που παλιά υπήρχε ο καπνοπώλης, σήμερα βρίσκεται το μίνι μάρκετ. Πολύ κοντά στα δύο μπακάλικα της γειτονιάς υπάρχουν σήμερα σούπερ μάρκετ… Έτσι, με κλειστά πια τα μάτια, όταν φεύγω από το σπίτι, εξακολουθώ να ανακοινώνω ότι «πάω στο μπακάλη ή στο μανάβη» αφού η ίδια πυξίδα προς τις ίδιες συντεταγμένες με οδηγεί.

Ξέρω ακόμα ότι τα νέα σπίτια των παλιών γειτόνων βρίσκονται μέσα στα οικιστικά συγκροτήματα που κατέλαβαν ολόκληρα τα μικρά οικόπεδα-ιδιοκτησίες τους. Και παρά τις αλλαγές, πάντα στρέφομαι προς το ίδιο σημείο του ορίζοντα όταν τους αναζητώ. Βολεύομαι έτσι και «συγχωνεύομαι» στις ανατροπές που έκαναν τη γενέθλια πόλη σαν τα μούτρα των τεχνοκρατών -μεντόρων- και αρχόντων της… Εν τέλει, τους συγχωρώ και ξεκινώ περιπάτους μέσα στα στενά, επιδιδόμενη σε αθώα παιχνίδια μνήμης. Εδώ ήταν κάποτε το στενό της Ραλλούς, εκεί της Επιστήμης, αντίπερα της Κικής, της μοδίστρας και παραπέρα η αυλή της κυρά Φούλας και της Φωτίκας.

Ποιον ενδιαφέρουν, θα μου πείτε, οι παρατηρήσεις μου; Ξέρω κι εγώ; Νομίζω όμως πως όλα τα παραπάνω οφείλουν να αγγίζουν κι άλλους, ιδίως όσους χωροθετούν και πολεοδομούν τις παλιές επαρχιακές πόλεις στην Ελλάδα. Επίκαιρο το θέμα, το Χωροταξικό το έχουμε συζητήσει πολλές φορές, δεν προτίθεμαι να επαναλάβω. Αλλά, για φανταστείτε, τι μπορεί να σημαίνει για τον «Χ» τόπο, να μετατρέπεται ο μισός του χώρος από αγροτική γη σε οικισμό παραθεριστικής κατοικίας. Να μετατρέπεται ένας παραποτάμιος παράδεισος με περιβόλια και χωριά σε λίμνη φράγματος, να αποξηραίνεται μια μεγάλη λίμνη για να γίνει γήπεδο γκολφ, ή να μπαζώνεται νησιωτικός κόλπος στο Αιγαίο για να κατασκευαστεί πάρκινγκ λιμένα!!!

Όλα τα παραπάνω ανακατώνουν τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα, τα βλέπουμε, οι πιο ζωντανοί και μαχητικοί Έλληνες τα καταγγέλλουν κιόλας, κι εμείς -η πλειονότης- αγρόν αγοράζουμε! Κατά βάθος λοιπόν, η νοσταλγία περί της οποίας αμπελοφιλοσοφώ βρίσκει την καίρια πολιτική της διάσταση σε αυτή την πτυχή των ανατροπών που κάνουν την Ελλάδα κουβάρι! Κι εγώ δεν αντέχω αυτή την κατηφόρα που διαλύει εντός μου και την τελευταία -την έσχατη- ελπίδα πως μπορούμε βρ’ αδερφέ, τουλάχιστον οι αποσυρμένοι, να απολαύσουμε βίον πεπολιτισμένον και ανθρώπινον επιστρέφοντας στην ελληνική φύση μετά από έτη αναγκαστικής ομηρείας στο άστυ-άστεα.

Αμ δε! Η «πόλη» μάς ακολουθεί και μαζί οι πομπές της. Μαζί και η κουλτούρα και το ιδεολόγημά της! Γι’ αυτό και επαναλαμβάνεται το ίδιο μοντέλο της πρωτευούσης και στο πιο μικρό και άθλιο χωριό της επικράτειας, του οποίου οι κάτοικοι, κατά γενικήν ομολογίαν, διψούν «για ανάπτυξη».

Είναι το «σύνδρομον» της ξεπατικωσούρας στο οποίο μας εκπαιδεύει επί δύο αιώνες τώρα ένα ανεξερεύνητο και απροσδιόριστο βίωμα. Το ψάχνω αλλάζοντας θέσεις στα γλαστράκια της αυλής, ανάλογα με τις εποχές και τις συντεταγμένες του ήλιου, φορτώνοντας τα εποχιακά μπαούλα, βάφοντας κάγκελα. Αναρριχώμενη στον καιρό δηλαδή, που κι αυτός, εσχάτως, γλιστράει από την παράδοση αναζητώντας «προσαρμογές». Επηρεασμένος από ανατροπές, μπερδεύει και εποχές και, εντέλει, τη λεμονιά μου να ανθοφορεί τρις ετησίως… Πόσο να αντέξει η καημένη, πόσο θ’ αντέξουμε;

The following two tabs change content below.
ΕΛΕΝΗ ΣΚΑΒΔΗ

ΕΛΕΝΗ ΣΚΑΒΔΗ

Η Ελένη Σκάβδη είναι δημοσιογράφος και ζει στην Αμαλιάδα. Φοίτησε στο Οικονομικό Τμήμα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συμμετείχε σε εκδοτικές προσπάθειες στη διάρκεια των δεκαετιών '70 και '90, διάστημα που έζησε στην Αθήνα. Υπήρξε μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του "Θούριου", περιοδικό που εξέδιδε η Νεολαία του ΚΚΕ εσωτερικού, συνεργάστηκε με το περιοδικό Κάπα και στην εβδομαδιαία εφημερίδα Εποχή. Το 1996 κυκλοφόρησε το πρώτο μυθιστόρημά της, με τον τίτλο "Εκείνη η Πόλη". Συνεργάστηκε και με την εφημερίδα Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή