Το αντίβαρο στη συρρίκνωση της μισθωτής εργασίας και ο ρόλος της κοινωνικής οικονομίας

by ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΑΚΤΙΚΟΣ
  • Γράφει ο Βασίλης Τακτικός

Το πιο σοβαρό πρόβλημα που έχουν ν΄αντιμετωπίσουν οι κυβερνήσεις μετά το τέλος της πανδημίας, καθώς θα τελειώσει το πακέτο των επιδομάτων, είναι η συρρίκνωση της μισθωτής εργασίας και έκρηξη της ανεργίας. Πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις από χρόνια δεν αντέχουν τον ανταγωνισμό, ιδιαίτερα στο χώρο του λιανικού εμπορίου, τώρα η πανδημία έρχεται να δώσει την χαριστική βολή στη βιωσιμότητά τους.

Επόμενο είναι μαζί με τους μικρομεσαίους εργοδότες που χάνονται από την αγορά, θα χαθεί και ένα σημαντικό μέρος της μισθωτής εργασίας . Από την άλλη μεριά η άνοδος του ηλεκτρονικού εμπορίου και της τηλεργασίας δεν φαίνεται να μπορεί ν΄αναπληρώσει άμεσα τις απώλειες για μια σειρά από λόγους.

Καταρχήν το ηλεκτρονικό εμπόριο και η ψηφιοποίση της εργασίας καταργεί ‘ένα μεγάλο μέρος της διαμεσολάβησης τόσο μέσα στην αγορά όσο και μέσα στη κρατική και τραπεζική γραφειοκρατία. Για την ίδια μάζα του έργου χρειάζονται λιγότεροι πωλητές και γραφειοκράτες και συνεπώς λιγότερη μισθωτή εργασία. Η διαμεσολάβηση (οι μεσάζοντες) ήταν ένα μεγάλο μέρος της οικονομίας απασχόλησης και τώρα εμφανίζεται ως περιττό.

Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζεται για πρώτη φορά και είναι χαρακτηριστικό της μετάβασης από τη 2η στην Τρίτη βιομηχανική επανάσταση. Οι νέες τεχνολογίες αλλάζουν τα δεδομένα.

Τα διανοήματα και θεωρίες της νεωτερικότητας δεν μπορούν να εξηγήσουν την πολυπλοκότητα του φαινομένου όπως παρουσιάζεται σήμερα. Οι θεωρίες της αξίας τόσο του Ανταμ Σμίθ όσο και του Μάρξ επικεντρώνονται στην αξία της εργασίας ως προϋπόθεση για το κέρδος και στον ανταγωνισμό των επιχειρήσεων που μειώνει τις τιμές για τον καταναλωτή. Δεν λαμβάνουν υπόψη την μεγάλη μετατόπιση της αγοράς εργασίας από τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα στις υπηρεσίες. Την έκταση του κράτους και την υψηλή φορολογία για να συντηρηθεί το σύστημα σε ισορροπία.
πως το κράτος εκείνη την περίοδο ως εργοδότης είχε πολύ μικρό μερίδιο στην προσφορά εργασίας. Δεν υπολογίζουν επίσης πνευματική ιδιοκτησία που σήμερα κυριαρχεί στην εκμετάλλευση. Σε εκείνη την εποχή τα εισοδήματα από την έγγεια ιδιοκτησία είχαν πτωτική τάση. Αργότερα όμως με τη συγκεντροποίηση των πληθυσμών στα αστικά κέντρα, όταν η γη έγινε οικόπεδα απέκτησε το 20% τις αξίας των ακινήτων. Πολλοί πλούτισαν από αυτή τη διαδικασία. Τα ακίνητα προσφέρουν εισοδήματα στους ιδιοκτήτες τους και από την άλλη γίνονται έγιναν εγγυήσεις για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, κι αυτό το ζήσαμε μέχρι να σκάσει η οικονομική φούσκα του 2008.
Επομένως, είναι μονοδιάστατη η αντίληψη ότι μόνο με την μισθωτή εργασία παράγεται αξία και υπεραξία, αγνοώντας την έκταση και το κόστος του κράτους, τα χρηματοοικονομικά και τους τόκους του κεφαλαίου που δεσμεύουν και τα ίδια κράτη.

Μέσα σ΄αυτό το φαύλο κύκλο τα κράτη υπερφορολογούν όχι μόνο τους εργαζόμενους αλλά και τις μικρομεσαίες οι οποίες αδυνατούν αντέξουν τον ανταγωνισμό των μεγάλων επιχειρήσεων που μπορούν να εκμεταλλευτούν τις νέες αυτοματοποιημένες τεχνολογίες αλλά και τις δυνατότητες να εκμεταλλεύονται κεφάλαια από μετοχές στο χρηματιστήριο. Το κυριότερο από όλα την πνευματική ιδιοκτησία και τις μονοπωλιακές παντέντες. Διαφορετικά λοιπόν περιθώρια εκμετάλευσης της μισθωτής εργασίας υπάρχουν στη βάση από την κορυφή της πυραμίδας.

Η μισθωτή εργασία έχει διαβαθμίσεις και δεν είναι ενιαία όπως στην άνθηση της βιομηχανικής επανάστασης που εκφραζόταν από τα συνδικάτα. Στις μεγάλες επιχειρήσεις αλλά και στο κράτος υπάρχουν αρκετοί υψηλόμισθοι μισθωτοί αλλά και μισθοί πίνας με μερική απασχόληση. Οι συνθήκες που διαμορφώνονται με την ανεργία και τη μερική απασχόληση δεν ευνοούν πλέον το μαζικό καταναλωτισμό κι αυτό έχει αρνητικές επιπτώσεις στις μικρές επιχειρήσεις που είναι αναγκασμένες να λειτουργούν με μικρά κέρδη

Το κόλπο Grosso την τεχνητή διόγκωση του καταναλωτισμού με τα δάνεια από τις τράπεζες το οποίο προσωρινά για δύο δεκαετίες είχε τονώσει το λιανικό εμπόριο και τη διόγκωση της μισθωτής εργασίας αποκαλύφθηκε το 2008 με τις γνωστές συνέπειες. Την υπερχρέωση στα νοικοκυριά από τις τράπεζες και στη συνέχεια τη διόγκωση κρατικού χρέους που ήλθε να καλύψει σε πολλές περιπτώσεις τις τράπεζες από την χρεωκοπία. Αυτό το κόστος το πληρώνουν ήδη οι επόμενες γενιές.

Το μοντέλο λοιπόν και καθεστώς της μισθωτής εργασίας ευνοήθηκε και κυριάρχησε στη 2η βιομηχανική επανάσταση τη γραμμική μαζική παραγωγή και την αστικοποίηση του πληθυσμού.

Κυριάρχησε επίσης για την διασφάλιση που προσφέρει έναντι των ελεύθερων επαγγελμάτων και της αυτοαπασχόλησης. ¨όχι μόνο οι αγρότες αλλά και κάθε λογής βιοτέχνες και επαγγελματίες εγκατέλειψαν τις πρότερες ασχολίες τους για την ασφάλεια του μισθού. Οι μηχανές είχαν εκτοπίσει τους χειρώνακτες με την ανάπτυξη της παραγωγικότητας και αυτή η τεχνολογική υπεροχή έδινε την δυνατότητα για πιο ικανοποιητικούς μισθούς σε σχέση με την χειρωνακτική εργασία.

Είναι ενδεικτικό σήμερα ότι πολλά αγροτικ.ά επαγγέλματα διατηρούνται χάρις τις επιδοτήσεις της Ε>Ε στο πλαίσιο τη ΚΑΠ.
Συμπερασματικά ήταν αντικειμενικοί οι λόγοι της ανάπτυξης της μισθωτής εργασία την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης και αντικειμενικοί οι λόγοι της σημερινής συρρίκνωσης με όχημα τις νέες τεχνολογίες πληροφορικής, ψηφιοποιήσεις δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης και ρομποτικής που εκτοπίζουν τα εργατικά χέρια.

Για τους πολλούς νέους η μισθωτή εργασία σήμερα δεν είναι επαχθής, αλλά δυσεύρετη και υπό αυτές τις συνθήκες συζητάει εναλλακτικά κάποιο επάγγελμα ως αυτοαπασχολούμενος. Εάν το σύστημα της αγοράς μπορούσε να προσφέρει σ΄αυτές τις συνθήκες, νέες θέσεις εργασίας το σύστημα αυτό δεν θ΄ άλλαζε ποτέ για ιδεολογικούς λόγους και μόνο.

Μολαταύτα, οι κυρίαρχες ιδεολογίες της κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς συγκλίνουν στη διατήρηση της κυρίαρχης σχέσης το καθεστώς της μισθωτής εργασίας. Και η εξήγηση είναι ότι οι οργανώσεις των εργοδοτών και των εργαζομένων θέλει να μείνει σ΄αυτό το καθεστώς που θεωρεί πιο ασφαλές. Τα κόμματα δεν προπορεύονται αλλά ακολουθούν. Το πρόβλημα όμως είναι ότι ένα μέρος των εργοδοτών και ένα μέρος των εργαζομένων προδίδεται από αυτή την εμμονή. Οι μικρές επιχειρήσεις βάζουν λουκέτο και ένα μέρος των εργαζομένων μένουν άνεργοι.

Η συνδικαλιστική πίεση πετυχαίνει το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και έχει ως συνέπεια να κλείσουν πιο γρήγορα αυτές οι επιχειρήσεις. Το μοντέλο να αναλάβουν οι εργαζόμενοι τις επιχειρήσεις που κλείνουν δεν είχε επιτυχία όπου επιχειρήθηκε. Η συνεταιριστική επιχειρηματικότητα διαπιστώθηκε από τον χρόνο χρειάζεται νέους θεσμούς και από την άλλη μεριά απαιτεί υψηλό επίπεδο συνεργατικής συνείδησης και υπέρβαση του ατομισμού που συνηθίσαμε στο επ’ιπεδο της μισθωτής εργασίας. Κατόπιν πρέπει να εξετάσουμε το πολιτικό περιβάλλον. ΟΙ αυτοαπασχολούμενοι και οι συνεργαζόμενοι στους συνεταιρισμούς έχουν μικρή επιρροή στα κόμματα στην Ελλάδα.

Σε χώρες που ο τρίτος τομέας της οικονομίας (συνεταιριστικών και κοινωνικών επιχειρήσεων) έχει θεσμική στήριξη υπάρχει σημαντική άνοδος της κοινωνικής οικονομίας και δημιουργία νέας απασχόλησης.

Οι χώρες αυτές αποδείχθηκαν και λιγότερο ευάλωτες στη γενικότερη οικονομική κρίση. Οι συνεταιριστικές τράπεζες τα αλληλοασφαλιστικά ταμεία και οι καταναλωτικοί συνεταιρισμοί έδωσαν το στίγμα της ανθεκτικότητας. Οι ενεργειακές κοινότητες είναι επίσης μια νέα πρακτική που δείχνει δυναμικά το μέλλον της κοινωνικής οικονομίας. Η αγροδιατροφή με τη κοινωνικά υποστηριζόμενη γεωργία και οι κοινωνικές επιχειρήσεις στο τομέα υγείας και κοινωνικής μέριμνας δείχνουν την ποιοτική διαφορά. Στο τέλος- τέλος η κοινωνική οικονομία αναπληρώνει τα εισοδήματα που χάνονται από την συρρίκνωση της μισθωτής εργασίας. Δεν αναπληρώνει με την αύξηση των μισθών αλλά με την μείωση των τιμών στον συνεταιριζόμενο καταναλωτή για μια σειρά από προϊόντα και υπηρεσίες. Αυτή είναι μια ποιοτική διαφορά που έρχεται να καθορίζει το μέλλον. Αναπόφευκτα τότε η κοινωνική οικονομία θα μπει επιτακτικά στην πολιτική ατζέντα.

The following two tabs change content below.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΑΚΤΙΚΟΣ

Ο Βασίλης Τακτικός είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Παράλληλα, είναι συντονιστής του Πανελλήνιου Παρατηρητηρίου Κοινωνικής Οικονομίας και εργάζεται ως εμπειρογνώμων σύμβουλος σε σχετικά προγράμματα Τοπικής Ανάπτυξης. Αναφορικά με την Τοπική Αυτοδιοίκηση προωθεί το μοντέλο των «Κοινωνικών Αναπτυξιακών Συμπράξεων» σε συνεργασία με τις Οργανώσεις Κοινωνίας Πολιτών με έμφαση στους τομείς της κοινωνικά υποστηριζόμενης Γεωργίας και κοινωνικών αγροκτημάτων – την αυτονομημένη ενέργεια, τους κοινωνικούς συνεταιρισμούς υγείας, τον βιοτουρισμό – αγροτουρισμό, την πράσινη ανάπτυξη και το περιβάλλον. Διευθύνει την επιστημονική ομάδα Μελετών για την Κοινωνική Οικονομία. Έχει γράψει τα βιβλία: «Θεσμοί και εφαρμογές Κοινωνικής Οικονομίας», «Κοινωνική Οικονομία και Αυτοδιαχείριση. Τοπικές αναπτυξιακές συμπράξεις».

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή