Το κυνήγι της μεγάλης άσπρης φάλαινας

Ογκώδης δίτομη βιογραφία του Αμερικανού πεζογράφου Χέρμαν Μέλβιλ

by Times Newsroom 1

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ διόλου το βιβλίο που σας ταιριάζει. Δεν έχει τίποτα από θηλυκό μετάξι αλλά είναι φτιαγμένο από παλαμάρια και σχοινιά πλοίων. Ένας πολικός άνεμος φυσάει από μέσα του και όρνεα στριφογυρίζουν πάνω του. Προειδοποιήστε όλους τους ευγενείς κι ευαίσθητους αναγνώστες να μην το φυλλομερήσουν καν, ειδάλλως κινδυνεύουν ν’ αρρωστήσουν.

Η θυελλώδης αυτή υπερβολή προέρχεται από τον Χέρμαν Μέλβιλ που προσπαθεί να αποθαρρύνει μια οικογενειακή τους φίλη από το να διαβάσει το μεγάλο του μυθιστόρημα “Μόμπι Ντικ”. Από την άλλη, η προειδοποίηση είναι πρόκληση και παρώθηση.

Με το διπλό αυτό ρόλο θα μπορούσε να την απευθύνει κανείς και στους επίδοξους αναγνώστες του πρώτου γιγαντιαίου τόμου της δίτομης βιογραφίας του Μέλβιλ από τον Χέρσελ Πάρκερ (Χέρμαν Μέλβιλ. Μια βιογραφία. Πρώτος τόμος 1819-1851” | Herman Melville: A Biography. Johns Hopkins University Press) και ο οποίος φθάνει έως τη δημοσίευση του βιβλίου για τη μεγάλη, άσπρη φάλαινα. Όπως γράφει η “Guardian”, ο Χέρσελ ξεκίνησε τη μελέτη του, τού Μέλβιλ, το 1962 και οι χίλιες περίπου σελίδες του πρώτου αυτού τόμου είναι σαν ένα σκάφος παραγεμισμένο με τα λεπτομερειακότερα στοιχεία με σελίδες γεμάτες περιγραφές των σπιτιών που έζησε ο Μέλβιλ ή με τα ονόματα, τα ύψη, τις προσωπικές λεπτομέρειες και τις μοίρες του πληρώματος του Acushnet, του φαλαινοθηρικού όπου μπαρκάρησε ο Μέλβιλ το 1841. Ο βιογράφος θεωρεί ότι απευθύνεται σε αναγνώστες που θαυμάζουν τον Μέλβιλ όσο εκείνος παίρνοντάς τους όμως μαζί του στην εναγώνια αναζήτηση της ακρίβειας που θυμίζει το κυνήγι του Μόμπι Ντικ από τον Άχαμπ, κατορθώνει να του μεταδώσει τον ενθουσιασμό του και να τους εμπλέξει στον εξαιρετικό, περιπετειώδη αγώνα τού Μέλβιλ να γίνει ένας από τους “μεγάλους Δασκάλους της Τέχνης της Αλήθειας. Μιμούμενος την τεχνική του Μέλβιλ, ενσυνείδητα παρεκκλίνει από τον κύριο κορμό της αφήγησης, ζωγραφίζει την εικόνα μιας ολόκληρης οικογένειας και προσφέροντας σωρεία στοιχείων βοηθά στην κατανόηση των εξαιρετικά αυτοβιογραφικών σελίδων του Μέλβιλ. Ο τόμος μοιάζει με την αψίδα μιας μεγάλης οικογενειακής σάγκα. Η μητέρα και ο πατέρας του Μέλβιλ ήταν και οι δυο ξεπεσμένοι Αμερικανοί αριστοκράτες, παιδιά των ηρώων του Πολέμου της Ανεξαρτησίας.

Ο πατέρας του (όπως και άλλα μέλη της οικογένειας) ήταν ένας γοητευτικός αφηγητής αλλά αυτοκαταστροφικός χαρακτήρας, ένας έμπορος που κατάφερε να εξαφανίσει την οικογενειακή περιουσία αφήνοντας ένα χρέος 20 χιλιάδων δολαρίων πριν να καταρρεύσει πνευματικά και πεθάνει το 1832. Τους πιστωτές έμειναν να αντιμετωπίσουν η χήρα, οι γιοι και οι κόρες της. Στα 12 ο Χέρμαν εγκαταλείποντας το σχολείο έγινε γραφιάς σε μια τράπεζα. Τον φαντάζεται κανείς να λέει την περίφημη φράση του κατοπινού ήρωά του, του Μπάρτλμπι του γραφιά: “Θα προτιμούσα, όχι”. Οι δυσκολίες και οι υποχρεώσεις τον έκαναν ακόμη βοηθό στο μαγαζί με καπέλα και γούνες του αδελφού του Γκάνσεβουρτ, δάσκαλο σε χωριό (αν και η ορθογραφία ήταν και έμεινε απαίσια) μικροκτηματία, εργάτη και ααπό το 1839 καμαρότο στα πλοία κι αργότερα φαλαινοθήρα. Η πλούσια και παράξενη ζωή του με τους άλλους περιπλανώμενους ναυτικούς στον Ειρηνικό, εγκαταλείποντας και μπαρκάροντας σε πλοία στα νησιά Μαρκέιζας, στην Ταϊτή και στα νησιά Σάντουιτς του έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίσει κι ύστερα να γράψει, τον “πρωτόγονο κόσμο”, τον τόσο εξωτικά διαφορετικό και μακρινό από τους Αγγλόφωνους αναγνώστες, και τον τόσο γεμάτο από παραδεισιακές, ερωτικές και σκοτεινές (καννιβαλικές;) διαστάσεις.

Το “Ταϊτή, Μια ματιά στην πολυνησιακή ζωή” (1846) ήταν άμεση επιτυχία που τον έφερε στους λογοτεχνικούς κύκλους της Νέας Υόρκης, αλλά και του έδωσε τη δυνατότητα να παντρευτεί. “Αξιοζήλευτε Χέρμαν”, τον αποκάλεσε κάποιος κριτικός, οι επιθέσεις του όμως κατά των αναισθήτων ιεραποστόλων, τον έκαναν εχθρό του ισχυρού προτεσταντικού Τύπου που με τη σειρά του τον κατηγόρησε για ερωτική χαλαρότητα και γιατί εξιδανικεύει τι “καννιβαλικές απολαύσεις”. Ήταν ακόμη κι εκείνοι που πίστευαν πως ήταν απάτη. Πώς γίνεται ένας ναυτικός να γράφει έτσι; Ευτυχώς όμως βρέθηκε ο χαμένος σύντροφος του Μέλβιλ, Τόμπι κι επιβεβαίωσε την αλήθεια των περιγραφομένων.

Όσο ο Μέλβιλ διάβαζε Σαίξπηρ και Μίλτονα και οι λογοτεχνικές φιλοδοξίες του βάθαιναν, τόσο πιο σκοτεινά γίνονταν τα βιβλία του. Με τα λόγια του: “Μου αρέσουν οι άνθρωποι που πέφτουν στα βαθιά”. Μετά το “Όμου. Αφήγηση περιπετειών στις θάλασσες του Νότου” (Omoo: A Narrative of Adventures in the South Seas, 1847), ο Μέλβιλ άρχιζε να κατανοεί τη σκοτεινιά αυτή και με το “Μαρντί: και ένα ταξίδι προς τα εκεί” (Mardi: and a Voyage Thither, 1849), στράφηκε προς ττην αλληγορία διακινδυνεύοντας και τη φήμη και την ευημερία του. Με το “Ρέντμπερν: Το πρώτο του ταξίδι” (Redburn: His First Voyage, 1849) και τον “Στρατιώτη” (White-Jacket; or, The World in a Man-of-War, 1850) επιστρέφει σε συμβατικότερους χώρους. Μετά όμως ένα ταξίδι στο Λονδίνο, ξεκινά το “Μόμπι Ντικ”. Ρισκάροντας να γράψει ένα βιβλίο από εκείνα που αποτυχαίνουν. Με τη συντροφιά του φίλου και γείτονά του Ναθαναήλ Χόθορν βούταγε όλο και πιο βαθιά κυνηγώντας την Μεγάλη Άσπρη Φάλαινά του, αλλά και στα χρέη για χάρη ενός βιβλίου που δεν έλεγε να τελειώσει.

Στο βιβλίο του Πάρκερ ο “Πολικός άνεμος” της τραγικής Μούσας του Μέλβιλ έχει ευτυχώς κατάληξη. Είναι η παρουσίαση του τυπωμένου πια “Μόμπι Ντικ” στο Ναθαναήλ Χόθορν, στον οποίο είναι αφιερωμένο, το 1851. “Ιερή περίπτωση για την Αμερικανική λογοτεχνία”. Με την έλευση ακόμη του “Πιέρ” (Pierre; or, The Ambiguities, 1852), του “Μάρτλμπι” (“Bartleby, the Scrivener”, 1853), του “Χαφιέ”, ο δεύτερος τόμος της βιογραφίας του μεγαλύτερου Αμερικανού πεζογράφου του 19ου αιώνα είναι εξίσου συναρπαστικός.

Ο Parker περιγράφει την κακεντρέχεια των κριτικών και την κακή τύχη που καταδίκασε τον Moby-Dick στην αποτυχία (και τον συγγραφέα του σε παρατεταμένο χρέος), οι σκληρές κριτικές που έλαβε για το επόμενο βιβλίο Pierre, και την ανικανότητά του να δημοσιεύσει τη νουβέλα «The isle of the Cross», που τώρα πια έχει χαθεί.

Ο Melville έκανε στροφή στη συγγραφή μυθιστορημάτων για περιοδικά, γράφοντας τα κλασικά έργα «Bartleby» και «Benito Cereno», και εκδίδοντας μία τελευταία νουβέλα, «The Confidence Man», μία καυστική σάτιρα του αμερικανικού οπτιμισμού. Κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών του, ενώ δούλευε ως επόπτης στο τελωνείο στο Μανχάταν, ο Melville ξαναδημιούργησε επιμελώς τον εαυτό του ως ποιητή, γράφοντας το εκατονταετές έπος «Clarel», όπου διευθέτησε τα σύνθετα συναισθήματά του για τον Hawthorne, και τη δεξιοτεχνική ιστορία του «Billy Budd», που είχε αρχικά γραφτεί σαν σημείωση σε πεζό λόγο πάνω σε ένα ατελές ποίημα. Μέσα από εκτεταμένη αρχειακή έρευνα πάνω σε εκατοντάδες οικογενειακά γράμματα και στο ημερολόγιό του, σε άρθρα του σε εφημερίδες, καθώς και σημειώσεις σε περιθώρια βιβλίων που ο Melville είχε στην κατοχή του, ο Parker ανασύρει με παραστατικό τρόπο τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες της ζωής του Melville, το ένα επεισόδιο μετά το άλλο, άγνωστα στους μέχρι τότε βιογράφους.

Herman Melville – Nathaniel Hawthorne

Πληροφορίες: The Guardian

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 Χέρμαν Μέλβιλ: Αμερικανός συγγραφέας, περισσότερο γνωστός για το κλασικό έργο του «Μόμπυ Ντικ»

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή