Το παρακάτω κείμενο (άτιτλο και στα αγγλικά) γράφτηκε από τον Έτγκαρ Κέρετ, τον γνωστό και στην Ελλάδα Ισραηλινό συγγραφέα (το πιο πρόσφατα μεταφρασμένο βιβλίο του είναι το «Κορίτσι στο ψυγείο»), μέσα στον Οκτώβρη του 2012. Ο Κέρετ, πολωνοεβραϊκής καταγωγής, διηγείται μια εκπληκτική –και αληθινή– ιστορία, την οποία ζήτησε από τους εκδότες του να τη δημοσιοποιήσουν εφόσον την έβρισκαν ενδιαφέρουσα. Το κείμενο γράφτηκε λίγες ώρες πριν πάρει το αεροπλάνο για την Πολωνία.

Σε λίγες ώρες θα πάρω το αεροπλάνο για τη Βαρσοβία, και η αλήθεια είναι πως είμαι αναστατωμένος. Όχι λόγω της πτήσης – και σίγουρα όχι λόγω Βαρσοβίας. Άλλωστε έχω επισκεφτεί αυτή την πόλη τουλάχιστον μια ντουζίνα φορές. Είμαι αναστατωμένος επειδή αυτή τη φορά δεν πηγαίνω ως τουρίστας ή ως συγγραφέας που πάει να προωθήσει το βιβλίο του. Αυτή τη φορά πηγαίνω στο σπίτι μου. Είναι αλήθεια πως το σπίτι αυτό δεν είναι ευρύχωρο, είναι πολύ μικρό, το πιο μικρό σπίτι του κόσμου, παρ’ όλα αυτά ακόμα κι ένα σπίτι των 122 εκατοστών είναι πάντα ένα σπίτι. Και είμαι αναστατωμένος επειδή η οικογένειά μου δεν είχε σπίτι στη Βαρσοβία για περισσότερο από εβδομήντα χρόνια.

Η μάνα μου γεννήθηκε στη Βαρσοβία το 1934. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, εκείνη και η οικογένειά της κατέληξαν στο γκέτο. Ως παιδί, είχε βρει τον τρόπο να στηρίζει τους γονείς της και το μωρό αδελφάκι της. Τα παιδιά μπορούσαν να δραπετεύουν από το γκέτο περνώντας μέσα από πολύ μικρές τρύπες και να φέρνουν κάτι φαγώσιμο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου έχασε τη μητέρα της και τον μικρό αδελφό της. Μετά έχασε και τον πατέρα της κι έμεινε εντελώς μόνη στον κόσμο.

Μια φορά, πριν από πολλά χρόνια, μου είπε ότι μετά το θάνατο της μητέρας της είχε πει στον πατέρα της ότι δεν ήθελε άλλο να αγωνίζεται, ότι δεν την ενδιέφερε αν πέθαινε κι αυτή με τη σειρά της. Ο παππούς μου της είχε απαντήσει ότι δεν έπρεπε να πεθάνει, ότι έπρεπε να επιζήσει. «Οι Ναζί», είχε πει, «θέλουν να εξαφανίσουν το οικογενειακό μας όνομα από τη γη κι εσύ είσαι η μόνη που μπορείς να το κρατήσεις ζωντανό. Η αποστολή σου είναι να βγεις ζωντανή από τον πόλεμο και να διαιωνίσεις το όνομά μας. Έτσι ώστε όποιος περπατάει στους δρόμους της Βαρσοβίας να το γνωρίζει». Λίγο αργότερα ο παππούς πέθανε. Κι όταν ο πόλεμος τελείωσε, έστειλαν τη μητέρα μου σε ένα ορφανοτροφείο στην Πολωνία, ύστερα σε ένα άλλο στη Γαλλία, και από εκεί πήγε στο Ισραήλ. Επιβιώνοντας, εκπλήρωσε την επιθυμία του πατέρα της. Κράτησε το οικογενειακό όνομα ζωντανό.

Όταν άρχισαν να μεταφράζονται τα βιβλία μου, οι δύο χώρες στις οποίες είχα τη μεγαλύτερη επιτυχία ως συγγραφέας ήταν, παραδόξως, η Πολωνία και η Γερμανία. Αργότερα, συμβαδίζοντας απόλυτα με τη βιογραφία της μητέρας μου, είχα επιτυχία και στη Γαλλία. Η μητέρα μου δεν ξαναπήγε ποτέ στην Πολωνία, αλλά η επιτυχία μου στη γενέτειρά της ήταν κάτι το σημαντικό γι’ αυτήν, ακόμα πιο σημαντικό από την επιτυχία μου στο Ισραήλ. Θυμάμαι ότι, αφού διάβασε την πρώτη μου συλλογή κειμένων σε πολωνέζικη μετάφραση, μου είπε: «Δεν είσαι ούτε κατά διάνοια Ισραηλινός συγγραφέας. Είσαι ένας εκπατρισμένος Πολωνός συγγραφέας».

Αν όλα αυτά είναι αλήθεια, σε λίγες ώρες θα είμαι στο σπίτι μου. Είναι ένα μικρό σπίτι και θα μείνω εκεί μόνο για λίγες μέρες, αλλά κρεμασμένη στην μπροστινή πόρτα είναι ήδη μια ταμπέλα που λέει «ΟΙΚΙΑ ΚΕΡΕΤ»· κι όταν θα φτάσω εκεί, θα τηλεφωνήσω στη μάνα μου και θα της πω ότι γύρισα σπίτι.

Πριν από τρία χρόνια ο Γιάκουμπ Στσέσνι, ένας Πολωνός αρχιτέκτονας, μου τηλεφώνησε και προσπάθησε να μου εξηγήσει ότι ήθελε να χτίσει ένα σπίτι για μένα στη Βαρσοβία, το μικρότερο σπίτι του κόσμου. Τότε είχα σκεφτεί ότι η τρελή αυτή ιδέα –που ακουγόταν ακόμα πιο κωμική λόγω των αγγλικών του με τη βαριά πολωνέζικη προφορά– ήταν μια πλάκα που είχε σκαρφιστεί κάποιος φίλος μου. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Γιάκουμπ ήρθε στο Ισραήλ και όταν τον συνάντησα, κατάλαβα ότι ήταν απολύτως σοβαρός. Η ιδέα ήταν να χτίσει ένα σπίτι με τις ίδιες αναλογίες των ιστοριών μου: μινιμαλιστικό, όσο πιο μικρό γινόταν. Όταν ο Γιάκουμπ είδε τον κενό χώρο ανάμεσα σε δύο σπίτια στην οδό Κλόντνα αρ. 22, αποφάσισε ότι έπρεπε να χτίσει κάτι εκεί. Όταν συναντηθήκαμε, μου έδειξε τα σχέδια για ένα σπίτι μεγέθους τριών ιστοριών.

Μετά τη συνάντησή μας, πήρα το κομπιούτερ με τη μακέτα του σπιτιού και το έδειξα στη μάνα μου. Προς μεγάλη μου έκπληξη αναγνώρισε αμέσως το δρόμο: το μικρό σπίτι θα χτιζόταν, εντελώς τυχαία, στο μέρος όπου μια γέφυρα συνέδεε το μικρό με το μεγάλο γκέτο. Όταν η μητέρα μου έφερνε λαθραία φαγώσιμα για τους γονείς της, έπρεπε να περνάει από ένα οδόφραγμα που ήταν εκεί και φυλασσόταν από Ναζί στρατιώτες. Ήξερε ότι αν την έπιαναν να κουβαλά μια φραντζόλα ψωμί, θα τη σκότωναν επιτόπου. Και τώρα, εβδομήντα δύο χρόνια αργότερα, έχουμε ένα σπίτι στο ίδιο μέρος. Ένα αυθάδικο μικρό σπίτι. Στη φωτογραφία φαίνεται θαρρείς και η Ιστορία δεν άφησε χώρο γι’ αυτό, αλλά κάπου το στρίμωξε ίσα για να πούμε ότι μια οικογένεια ζούσε κάποτε σε τούτη την πόλη. Η οικογένεια εκείνη δεν υπάρχει πια, αλλά ο καθένας που περνάει από μπροστά μου κοντοστέκεται για ένα λεπτό και κοιτάζει το στενό, προκλητικό μου σουλούπι, κοιτάζει το σύμβολο και μαθαίνει το όνομα εκείνης της οικογένειας…

  • Το κείμενο αυτό, που κατά κάποιον τρόπο θυμίζει ότι, τελικά, ο φασισμός δεν νικάει ποτέ, δημοσιεύτηκε σε μεγάλες εφημερίδες του κόσμου, όπως η Monde και η New York Times. Στην Ελλάδα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή, στη στήλη του Ανταίου Χρυσοστομίδη «Περιδιαβάζοντας».

O Έτγκαρ Κέρετ γεννήθηκε το 1967 στο Τελ Αβίβ. Είναι αναμφίβολα ο σημαντικότερος συγγραφέας της νέας λογοτεχνικής γενιάς του Ισραήλ. O κριτικός Νισίμ Καλντερόν έγραψε ότι ο Κέρετ είναι «ο Άμος Oζ της γενιάς του», και το βιβλίο του Missing Kissinger έχει συμπεριληφθεί στα δεκαπέντε σημαντικότερα ισραηλινά βιβλία όλων των εποχών. Έχει λάβει επίσης το Πρωθυπουργικό Βραβείο για τη Λογοτεχνία και το Κινηματογραφικό Βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού. Oι μεταφράσεις των βιβλίων του ανά τον κόσμο παίρνουν διθυραμβικές κριτικές. O Έτγκαρ Κέρετ διδάσκει στην Κινηματογραφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν οι συλλογές διηγημάτων του O οδηγός λεωφορείου που ήθελε να γίνει Θεός (2004), Το μπλουζ της Γάζας(μαζί με τον Παλαιστίνιο Σα