Το όνομα της Λίτσας

by ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
  • Γράφει ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ*

Ο Ζαχαρίας είχε ξυπνήσει με ένα αίσθημα κατάνυξης. Σήμερα ήταν μια υπέροχη μέρα. Κανείς δεν θα του την χαλούσε: μόνο πάνω από το πτώμα του. Είχε εκτελέσει ευλαβικά όλη του την καθημερινή ρουτίνα. Είχε σηκωθεί από νωρίς. Έκανε την πρωινή του τουαλέτα, ήπιε καφέ, μίλησε στον κάκτο που πότιζε στην κουζίνα λες και φρόντιζε μικρό παιδί και ετοιμάστηκε να ανοίξει το κατάστημα με τα ψιλικά. Σήμερα θα το κρατούσε μονάχα το πρωί ανοιχτό. Με τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς στην κυκλοφορία, λόγω κορωνοϊού, είχε ούτως ή άλλως μεγάλες απώλειες τζίρου. Τι θα πείραζε να το έκλεινε εκείνο το απόγευμα το ρημάδι;

Στο κατάστημα περνούσε κόσμος για ψιλολόγια, κυρίως τσιγάρα και κανένα φθηνό κρασί. Χαιρετούσε μηχανικά και έκοβε αποδείξεις χωρίς να βρίσκεται εκεί πνευματικά. Ήταν λιγομίλητος και πολύ συγκρατημένος, μέχρι που πέρασε ένας φίλος του που καθόταν καμιά ώρα κάθε μέρα για χαζολόγημα. Ο Ζαχαρίας ήταν διάσημος στη γειτονιά για τις συνεχείς και αποτυχημένες του απόπειρες να δείξει πόσο πολύ χιούμορ διέθετε. Ενώ ξεκινούσε να πει κάτι αστείο, έλεγε ή τετριμμένα πράγματα ή ανεπεξέργαστες απόψεις του επί παντός επιστητού.

«Πώς δεν λες κανένα ανέκδοτο για τις γρανίτες σήμερα ρε Ζαχαρία», είπε ένας φίλος του, τακτικός πελάτης, «όλο σπρώξε γλείψε λες μπροστά στα παιδάκια». «Έτσι όπως μας έχουν καταντήσει οι αλήτες που κυβερνούν τον κόσμο, φίλε, το να λες σε ένα παιδάκι “σπρώξε-γλείψε” εννοώντας τη γρανίτα δεν είναι κάτι σοβαρό. Αυτά από τα 8 τους βλέπουν τσόντες και τα κορίτσια στα 14 τα ξέρουν και τα κάνουν όλα». «Με το συμπάθιο, αυτό πού το ξέρεις», είπε απορημένος ο φαλακρός και φαφούτης φίλος. «Ε, συγγνώμη, αυτή η κοπέλα στη φωτογραφία που βλέπω στο κινητό σου, η ξεβράκωτη, είναι σίγουρα άνω των 18»; Ο Ζαχαρίας σοβάρεψε ξαφνικά, άρπαξε το κινητό και το έβαλε στην τσέπη του γιλέκου του. «Δεν βλέπεις καλά μου φαίνεται. Προφανώς και δεν είναι παιδική πορνογραφία: είναι καλλιτεχνικό γυμνό. Μοντέρνα πράγματα. Επίσης, είσαι αδιάκριτος και ανάγωγος. Μισό λεπτό να πάω στην τουαλέτα. Κράτα λίγο το μαγαζί». Εκεί, ο Ζαχαρίας, πέταξε το κινητό στην τουαλέτα και πάτησε 2 φορές το καζανάκι για σιγουριά. Ευτυχώς είχε και εφεδρικό. «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ξαλάφρωσα», είπε επιστρέφοντας. Ο φίλος του απάντησε με ένα πλατύ χαμόγελο: «Σαν εμένα όταν άφησα την πεθερά μου να πνιγεί στα άπατα το καλοκαίρι και κανείς δεν το έμαθε»; Ο Ζαχαρίας απάντησε: «Μόλις το έμαθα… Κοίτα, αυτά μπορούν να μείνουν μεταξύ μας».

Όταν έκλεισε το μαγαζί, με τελική είσπραξη 30 ευρώ, εκ των οποίων τα μισά από τον φίλο του, ο Ζαχαρίας γύρισε πίσω. Χώθηκε στην κρεβατοκάμαρα σαν σίφουνας και φόρεσε τα καλά του. Σήμερα ήταν 21η Απριλίου. Το σπίτι γιόρταζε: τα γενέθλια της Λίτσας και την επέτειο από την «επανάσταση της 21ης Απρίλη», όπως έλεγε. Ο Ζαχαρίας φόρεσε το καλό, λευκό του πουκάμισο και το γιορτινό του κοστούμι.

«Γυναίκα, τα παιδιά είναι έτοιμα;», ρώτησε τη γυναίκα του, τη Σοφία, μια εξηντάρα με βαμμένα μαλλιά ξεφτισμένο πορτοκαλί. «Ναι, τα βλαστάρια μας, έτοιμα». «Σοφία, ήταν χάλι που δεν ψήσαμε οβελία φέτος. Όμως, αυτήν την ημέρα, θα τη γιορτάσουμε όπως αξίζει. Τα έχεις ετοιμάσει όλα;» Η Σοφία απάντησε, ενώ έφτιαχνε τα μαλλιά της: «Όλα είναι έτοιμα. Αχ, και να ’χαμε τώρα τον Παπαδόπουλο! Τότε κοιμόμασταν με τις πόρτες ανοιχτές. Τώρα, έχουν έρθει αυτοί οι κομισάριοι και μας έχουν κλειδαμπαρώσει όλους, λες κι είμαστε τίποτα αναρχικοί. Ζαχαρία, δεν μου το βγάζεις από το μυαλό: είναι μασόνοι όλοι τους. Μα ούτε στην εκκλησία να μην πάμε»; «Σοφία, το ξέρεις ότι με πλήγωσε που δεν γιορτάσαμε το Πάσχα», είπε ο Ζαχαρίας, για να τον κόψει αμέσως η Σοφία. «Για το ότι δεν γιορτάσαμε την Ανάσταση του Κυρίου λυπήθηκες ή ότι δεν ήρθε ο αδερφός σου ο αρχιμασόνος, με τα δέκα καταστήματα ρούχων, που έχει μείνει άτεκνος, για να του ζητάς λεφτά; Τη γυναίκα του, την Ιωάννα, λυπάμαι, που είναι είκοσι πέντε χρόνια νεότερή του και μικροδείχνει κιόλας: θα ήταν πολύ καλή μητέρα. Την αφήνει τόσο συχνά μόνη όταν πάει ταξίδια. Πώς να καλύπτει το κενό της απουσίας του; Εγώ δεν θα άντεχα μέρα χωρίς εσένα».

Πριν πει κάτι ο Ζαχαρίας, το δεύτερο τηλέφωνό του, αφημένο στο κομοδίνο, δονήθηκε. Κοίταξε στα γρήγορα το μήνυμα της Ιωάννας: «Θα μείνει κανά μήνα αποκλεισμένος στο Βέλγιο. Φοβάται ότι έχει κορωνοϊό. Πέρνα από το σπίτι να με τρελάνεις. Μπορείς να πεις ότι θα ανοίξεις το μαγαζί, μετά το γεύμα. Φιλιά παντού». Ο Ζαχαρίας γρήγορα έβαλε το κινητό στην τσέπη και απάντησε στη γυναίκα του με αδιάφορο ύφος: «Ένας προμηθευτής είναι που βαριέται να παίρνει τηλέφωνο. Για τη γυναίκα του αδερφού μου έλεγες; Εντάξει, πιστεύω ότι κάπως θα βρίσκει τρόπους να γεμίζει το κενό μέσα της. Παρεμπιπτόντως, δεν μου λείπουν όλοι οι ανεπρόκοποι του σογιού: απλά, σε ποιον να κοκορευτείς, όταν όλοι λείπουν», είπε ανασηκώνοντας το μέτωπο ο Ζαχαρίας.

Κατέβηκαν στην κουζίνα. Το τραπέζι ήταν πλούσια στρωμένο. Τα παιδιά τους, η Λίτσα και ο Νικήτας, ήταν είκοσι πέντε και είκοσι επτά χρονών. Η Λίτσα είχε τελειώσει, λίγο καιρό πριν την καραντίνα, την άσκησή της ως δικηγόρος και ο Νικήτας ήταν κομμωτής σε διάσημο κέντρο, με μεγάλο πελατολόγιο. Τα σχέδια αμφότερων είχαν ανακοπεί από την υγειονομική κρίση. Έμοιαζαν σκεπτικοί και βαριεστημένοι. Δεν ταυτίζονταν με τους γονείς τους στην πολιτική και έβρισκαν μπανάλ αυτό το σκηνικό κάθε τέτοια μέρα. «Λίτσα», της είπε εμπιστευτικά στο αυτί ο Νικήτας, «πότε λες να σταματήσει αυτή η μαλακία»; «Νομίζω όταν σταματήσουν να αναπνέουν», απάντησε εκείνη. «Μη μου δίνεις ιδέες… Και όπως είπαμε. Εσύ πρώτη και ακολουθώ εγώ μετά» της είπε κλείνοντας το μάτι.

Ο Ζαχαρίας σήκωσε το ποτήρι της σαμπάνιας για να κάνει πρόποση. Με ύφος συγκρατημένα περήφανο και επιτηδευμένα σοβαρό, εξήγησε το νόημα της ημέρας, όπως κάθε χρόνο: «Σήμερα είναι μια επέτειος και μια γιορτή. Η Λίτσα μας» είπε και κοντοστάθηκε όπως όσοι λένε κάτι λάθος. «Θέλω να πω, η Εικοστηπρωταπριλίτσα μας, γεννήθηκε σαν σήμερα, φέρνοντας χαρά στο σπίτι μας, άσχετα που κάθε 17η Νοεμβρίου κατεβαίνει στην επέτειο των βουτυρόπαιδων που μας έφεραν στα τωρινά μας χάλια».

Η Λίτσα ήταν σαφώς ξινισμένη, αλλά πλέον είχε συνηθίσει. Ούτως ή άλλως, απλώς περίμενε. Συνέχισε να ακούει τον πατέρα της να αγορεύει. «Εκείνα τα χρόνια, τα όμορφα χρόνια της Εθνικής Επανάστασης, όλοι οι Έλληνες ήταν υπερήφανοι και ασφαλείς. Μηδενικό χρέος, ησυχία, τάξη και ασφάλεια για τους νοικοκυραίους, ξύλο και φωτιά στα κόκκινα σκυλιά. Μακριά από επιρροές κομμουνιστών, ξαναλέω Λίτσα, οι άνθρωποι έμεναν πιστοί στα πρότυπα της υπέροχης, ελληνορθόδοξης παράδοσης». Η Λίτσα είχε αρχίσει ήδη να πλήττει και παρενέβη απότομα: «Πατέρα, όσο και αν προσπαθείς να το μπαλώσεις κάθε χρονιά, το να με βγάλετε “Εικοστηπρωταπριλίτσα” είναι από τις μεγάλες μπαρούφες που έχετε κάνει, όπως και το ότι είχες παίξει τα λεφτά από το λαχείο στο καζίνο και τα έχασες». «Μην μου το χτυπάς», είπε ο πατέρας ξεφυσώντας από τα ρουθούνια. «Καλά», είπε η Λίτσα και συνέχισε. «Τώρα, για τα σκάνδαλα της αμερικανοκίνητης Χούντας και πόσος κόσμος είχε τσακιστεί στο ΕΑΤ-ΕΣΑ και τα ξερονήσια, δεν έχω όρεξη να αναφερθώ. Το Πολυτεχνείο δεν ήταν οι πολιτικάντηδες που το επικαλούνταν μετά, αλλά μια σπίθα αντίστασης του λαού μας απέναντι στον αυταρχισμό και την κρατική τρομοκρατία. Ήταν χρόνια πέτρινα για το λαό, της γυναίκες, τους αντιφρονούντες…» –γύρισε για μια στιγμή και κοίταξε τον αδερφό της– «…αλλά και για κάθε έναν που ήταν διαφορετικός… Απλά, αυτή η χουντολαγνεία σας εδώ μέσα είναι απαράδεκτη. Θα έπρεπε να νιώθετε υπέροχα με τόση αστυνομοκρατία αυτές τις μέρες».

Η Σοφία ξέσπασε. «Μα άσε τον πατέρα σου να μιλήσει. Κανένας σεβασμός πια! Εγώ έχω μάθει πιο πολλά από εσένα βλέποντας τον Καρατζαφέρη στο ART TV από εσένα που έχεις βγάλει πανεπιστήμιο», είπε η Σοφία ενοχλημένη. Και ο Ζαχαρίας ενοχλήθηκε, αλλά είχε συγκαταβατική διάθεση. Ούτως ή άλλως δεν ήθελε να αργήσει: «Όπως και αν τα βλέπεις τα πράγματα, οφείλεις να μη με διακόπτεις: είναι στοιχειώδης ένδειξη σεβασμού. Εκτός και αν αρνείσαι τη δημοκρατία. Δεν έχω δικαίωμα να λέω ό,τι θέλω; Από τη στιγμή που μένεις σπίτι μου, θα ακούς για τον Παπαδόπουλο και θα λες και ένα τραγούδι. Το ίδιο ισχύει και για τους δυο σας. Μωρέ καλά κάνει η αστυνομία και ελέγχει κάθε ύποπτο στοιχείο. Όχι σαν τις πορείες που πας όπου σπάτε ό,τι βρείτε».

Η Λίτσα σηκώθηκε όρθια. Δεν θα ερχόταν ποτέ ιδανική στιγμή. Έτσι, απλά πήρε το πιο αποφασιστικό και αγέρωχο ύφος της, κουνώντας έντονα τα χέρια της. «Λοιπόν, βαρέθηκα να ακούω προβοκατόρικα σχόλια ενάντια στον αγώνα για κοινωνική απελευθέρωση. Πρέπει επιτέλους να μιλήσω για κάτι πιο σοβαρό. Θα αλλάξω όνομα και ζωή. Θα κινήσω όλες τις νομικές διαδικασίες για να αλλάξω όνομα κι ας πάρει καιρό. Όμως, το επώνυμό μου θα αλλάξει γρήγορα».

«Θα παντρευτείς; Αγάπη μου, επιτέλους: αυτό που θέλουν όλες να κλείσουν τα σαράντα για να κάνουν παιδιά έχει παραγίνει. Επίτηδες μας το περνάνε, για να γεννούν σαν κουνέλες οι μαύρες και οι μουσουλμάνες, για να μας πάρουν τα κεφάλια οι τζιχαντιστές», φώναξε γεμάτη χαρά η Σοφία.

Η Λίτσα συνέχισε: «Τον λένε Ορχάν και είναι από το Πακιστάν. Τον γνώρισα σε μια από τις πορείες της οργάνωσής μου και θέλω να φύγω μαζί του στα μέρη του». Ο Ζαχαρίας πρόσεξε ότι η Λίτσα είχε ένα τικ στο αριστερό μάτι. «Χα, καλή προσπάθεια αλλά ψέματα λες. Σε τσάκωσα. Δώσε ένα τάλιρο στον μπαμπά και πες την αλήθεια», ανέκραξε ενθουσιωδώς. «Ωχ, πάλι με κατάλαβε. Νικήτα, σειρά σου να πεις αυτό που θες σήμερα. Μπαμπά, σε μισώ. Μα πώς με καταλαβαίνεις κάθε φορά»; Ο Ζαχαρίας απάντησε: «Ένας πατέρας αναγνωρίζει άμεσα τα σημάδια που δείχνουν ότι ένα παιδί είναι δικό του. Εσύ, ας πούμε, δεν μπορείς να πεις ένα ψέμα της προκοπής. Εγώ, αν και δεν σας κοροϊδεύω ποτέ, λέω ψέματα ανερυθρίαστα». «Μα», απόρησε ο Νικήτας «αυτό που λες σημαίνει ότι»… «Ο πατέρας αναθρέφει, η μητέρα γνωρίζει, μικρέ».

Ο Νικήτας, αφού έκατσε κάτω η αδερφή του, σηκώθηκε και ξεκίνησε να μιλάει. «Η αδερφή μου έκανε μια προσπάθεια να με ξαλαφρώσει, στρέφοντας την προσοχή πάνω της. Τα έκανε λίγο χάλια, αλλά εκτιμώ την προσπάθεια. Μαμά, μπαμπά, ας το πω χωρίς εισαγωγές: στη ζωή, πάω από την πίσω πόρτα», είπε συλλαβιστά και αργά, με πολλή προσπάθεια. «Σε εκείνη την εκκλησία στο Κουκάκι πας αγόρι μου από την πίσω πόρτα; Μπράβο παιδί μου, να κάποιος που νοιάζεται για τα θεία εκτός από μένα στο σπίτι», είπε η Σοφία με αγαλλίαση. Ο Νικήτας προσέθεσε κάπως διστακτικά: «Εννοώ, μάνα, ότι μου αρέσουν οι άνδρες». Ο πατέρας της οικογένειας παρενεβλήθηκε ενώ καθάριζε τα δόντια του με μια οδοντογλυφίδα, χαχανίζοντας: «Καλά σε είχα ψυλλιαστεί ότι την κουνάς την αχλαδιά, λουλού».

«Δεν περίμενα καλύτερη αντίδραση από έναν μικροαστό σαν εσένα, πατέρα», είπε ο Νικήτας με ένα δάκρυ από τα μάτια. «Μάθετε, λοιπόν, ότι δεν είναι μόνο αυτό. Θέλω να γίνω όπως νιώθω: γυναίκα. Ζω για να με φωνάξει ο άντρας που θα με αγαπά Αφροδίτη». Σαμπάνια πετάχτηκε από το στόμα και τα ρουθούνια του Ζαχαρία. Η Σοφία ωρυόταν. «Θεέ μου, για ποιες αμαρτίες πληρώνουμε; Μήπως επειδή πήγα με τον άντρα μου Τετάρτη όταν σε συνέλαβα, που είναι ημέρα νηστείας; Μήπως επειδή δεν προσευχόμουν αρκετά; Όχι: ξέρω τι φταίει. Αυτοί οι Εβραίοι και οι μασόνοι τα σκαρώνουν όλα», φώναζε σαν τρελή.

Η Λίτσα προσπάθησε να τη σταματήσει, πηγαίνοντας να πει κάτι, αλλά η μητέρα της ύψωσε τη φωνή της: «Δεν θα με διακόψεις εσύ, θρασύτατο κομμούνι. Όλα είναι ψέμα, δεν μπορεί. Μας ρίχνουν ουσίες στο γάλα που μας κάνουν ηλίθιους! Μήπως ο Σόρος σου έχει βάλει μικροτσίπ και σου κλέβει τη σκέψη και στην αλλάζει με σκοτεινές ιδέες, δικές του, όχι δικές μας; Όχι, όχι, αυτό είναι. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν βλέπουμε ποτέ την πίσω μεριά του φεγγαριού», ούρλιαξε και ανέβηκε τις σκάλες τρέχοντας για να πάει στην κρεβατοκάμαρα. Ο Νικήτας είπε: «Προτιμώ ειλικρινά να βλέπω Netflix». Ο Ζαχαρίας και η Λίτσα κούνησαν συγκαταβατικά το κεφάλι τους.

Σε ένα λεπτό, η Σοφία είχε κατέβει με ένα χαρτί σημειωμένο με στυλό, το οποίο έγραφε περίπου αυτά:

«Μια νύχτα, οι υπολογιστές του κόσμου έδειξαν ότι η διασταύρωση των πλανητών Αφροδίτη-Άρης-Κρόνος-Ουρανός δημιουργεί στο ουράνιο στερέωμα το σήμα του Σωτήρος, ΙΧΘΥΣ (Ιησούς Χριστός Θεός Υμών Σωτήρ). Από τότε, οι πλανήτες αυτοί δεν διασταυρώνονται και ο κωδικός δεν εμφανίζεται σε κανέναν υπολογιστή, τρανή απόδειξη ότι όλα αυτά έχουν συμβεί και μας τα κρύβουν. Αντ’ αυτού, όλοι μας μιλούν για τις ηλεκτρονικές ταυτότητες».

– Καθηγητού Αστρονομίας Ντάνιελ Μπρουλ.

Το ονοματεπώνυμο ήταν γραμμένο με μολύβι. Όλοι είχαν μείνει άναυδοι να την κοιτάζουν. «Ωχ, τι φταίξαμε οι έρμοι. Εσύ να είσαι κομμουνίστρια και ο αδελφός σου επίδοξος τρανσέξουαλ. Κι όλα αυτά επειδή έχετε απομακρυνθεί από τον Χριστό, που μας τον κρύβουν και δεν μας αφήνουν να τον λατρεύουμε. Η Χούντα στήριζε την πίστη, οι σημερινοί νεοταξίτες κυβερνώντες όχι. Κλείνουν τις εκκλησίες επικαλούμενοι τον ιό. Κυνηγάνε τους πιστούς, επειδή τίμησαν τον Κύριό μας με την προσευχή και τη θεία μετάληψη. Όμως, ήρθε κανένας νεκρός να σας πει ότι πέθανε από αυτό; Χτες είδα το πνεύμα της γιαγιάς σας στον ύπνο μου και μου το είπε: το φως των κεριών σκορπάει όλα τα κακά του κόσμου», έλεγε η Σοφία. Από το ορθάνοιχτο στόμα του Νικήτα έτρεχε σάλιο. Το ένα βλέφαρο της Λίτσας τρεμόπαιζε και είπε, απευθυνόμενη στη μητέρα της, έτοιμη να βάλει τις φωνές: «Ο κύριος που ανέφερες στο τέλος είναι Γερμανός ηθοποιός, παρεμπιπτόντως».

Ο Ζαχαρίας κοίταξε το ρολόι του και είδε ότι ήταν ώρα να φύγει. Αρκέστηκε να πει: «Δυστυχώς, θα πάω πάλι από το μαγαζί. Είναι να περάσει ένας προμηθευτής. Νικήτα, κούνα λίγο το κεφάλι σου και θα σου περάσει. Να σέβεστε τη μητέρα σας. Η οικογένεια είναι ιερό πράγμα και οι γονείς από αγάπη μας λένε όσα λένε. Όπως ο μπαμπάς μου, όταν με ρωτούσε με ποια ζώνη ήθελα να μου τις βρέξει κάθε φορά. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε».

Βγήκε έξω και ξέχασε να πατήσει κωδικό στη φούρια του στον αριθμό 13330 και είχε ξεχάσει και την ταυτότητά του πίσω. Ήταν 5 στενά παραπάνω το σπίτι της γυναίκας του αδερφού του. Για κακή του τύχη, δύο δρόμους παραπάνω, περνούσε περιπολικό. Οι αστυνομικοί ζήτησαν ταυτότητα ή την άδεια από την εργασία του. Δεν είχε πάνω του τίποτα.

Εκνευρισμένος, ο Ζαχαρίας έχασε την ψυχραιμία του. «Το λέτε δημοκρατία τώρα αυτό; Να πρέπει να πάρω χαρτί εξόδου από το σπίτι μου; Υποτίθεται ότι ήσασταν δικοί μας, ότι προστατεύετε τον νοικοκυραίο από τους ταραχοποιούς. Τι είμαι και μου κάνετε έλεγχο»; Ο επί κεφαλής της περιπολίας διέταξε να τον συλλάβουν. Ο Ζαχαρίας πάνω στην οργή, σκίζει το πουκάμισό του, αφήνοντας έκθετο το τατουάζ του φοίνικα στο στήθος του. Μετά άρχισε να βροντοφωνάζει: «Ελλάδα, ξύπνα! Χτυπάνε την πίστη, χτυπάνε τη λευτεριά, κάτω από πατριωτική προβιά. Όχι στο χάραγμα του Αντίχριστου. Εμπρός, ας φωνάξουμε όλοι μαζί:

Μες στις καρδιές φτάνει ζεστή

του Απριλιού η λιακάδα

κι έχουν στα στήθια μας χτιστεί

Θρησκεία, Οικογένεια

και πάνω απ’ όλα ΕΛΛΑΔΑ

ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ»

Ενώ τον έριξαν κάτω και του φόρεσαν χειροπέδες, πρόσεξε έναν μελαχρινό αστυνόμο και είπε: « Εσύ μελαχρινέ με τα γένια πέρνα από το καμαρίνι μου μετά»

«ΣΤΟΠ», ακούστηκε μια κοφτή και τσιριχτή φωνή. Η βοηθός σκηνοθέτη ήταν εκνευρισμένη σε σημείο που είχε τσαλακώσει τα χαρτιά που κρατούσε στο χέρι της κάνοντάς τα μια άμορφη μάζα. Σηκώθηκε από την καρέκλα της και μπήκε στα σκηνικά όπου γινόταν το γύρισμα. «Βαγγέλη, δεν ήταν αυτή η ατάκα που έπρεπε να πεις. Δεν μπορείς πέντε λεπτά να συγκρατηθείς και να μην την πέφτεις σε κάθε κομπάρσο; Γιατί αυτόν τον αστυνόμο τον άφησε η στυλίστρια αξύριστο; Έλεος, δηλαδή με όλους σας. Η άλλη που κάνει την κόρη ήρθε ξενυχτισμένη και την έχει πιάσει τικ στο μάτι, ο άλλος κοντεύει να κοιμηθεί πάνω στο γύρισμα, η γυναίκα σου έχει φέρει λάθος χαρτί που δεν ξέρω πώς προέκυψε και όλοι κάνετε ηλίθιους αυτοσχεδιασμούς για να καλύπτετε τα χάσματα, λες και είμαστε πενταήμερη εκδρομή. Μα καλά, κανείς δεν έχει διαβάσει το κείμενο; Χτυπάει το κινητό μου, δώστε μου ένα λεπτό, να πάρει ευχή».

Οι ηθοποιοί κοιτάζονταν αμήχανα. Όντως, είχαν έρθει όλοι σχεδόν αδιάβαστοι. Το έργο τούς έμοιαζε χωρίς ειρμό εξαρχής και, ομολογουμένως, όλοι είχαν μπει στη συγκεκριμένη παραγωγή εν μέσω επιδημίας επειδή το κονδύλι ήταν γενναίο και θα έβγαζαν κάποιους μήνες. «Μα, είναι δυνατόν; Σίγουρα, από αυτήν τη σκοπιά είμαστε καλυμμένοι, αλλά η ταινία; Κατάλαβα, κατάλαβα. Εντάξει. Θα τους το πω». Η βοηθός σκηνοθέτη έκανε σήμα σε όλους να έρθουν κοντά. Πήρε ένα ύφος πολύ ήπιο και συνάμα σοβαρό. «Ακούστε. Με πήραν από την παραγωγή. Έχω ένα κακό και ένα καλό νέο. Το κακό νέο είναι ότι το κρατικό κανάλι έκοψε τη χρηματοδότηση. Αυτό σημαίνει ότι ο σκηνοθέτης… τον οποίο πιστεύω και θαυμάζω όσο κανείς άλλος, δεν θα δει το όνειρό του να γράψει ένα κοινωνικό δράμα στην εποχή της επιδημίας να παίρνει σάρκα και οστά. Ωστόσο, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία: όλοι θα πληρωθείτε στο ακέραιο, ισχύει για τους ηθοποιούς και όλο το προσωπικό».

Επευφημίες και χειροκροτήματα ξέσπασαν ανάμεσα στους παρευρισκόμενους. Όλοι συγχαίρονταν μεταξύ τους, φορώντας γάντια και μάσκες, σε διακριτικές αποστάσεις ο ένας από τον άλλο. Ο Ζαχαρίας, ρώτησε: «Και πώς θα γίνει αυτό, δηλαδή»; «Μα», απάντησε η βοηθός σκηνοθέτη «είναι απλό. Το υλικό που έχει γυριστεί ως σήμερα θα ενταχθεί σε άλλη παραγωγή, η οποία έχει γερό προϋπολογισμό. Να σας πληροφορήσω ότι η συγκεκριμένη ταινία θα προβληθεί στην Ουρουγουάη». Ο Νικήτας τη διέκοψε: «Να φανταστώ θα μπουν κομμένες σκηνές σε τσόντα»;

Η βοηθός απάντησε κάπως αμήχανη: «Ναι… Σκεφτείτε όμως ότι η διανομή θα γίνει στην Ουρουγουάη, μια αγορά που δεν συνδέεται με την ελληνική, θα γίνει ντουμπλάρισμα στους διαλόγους, θα ακούγονται άλλες φωνές. Συνεπώς, κανείς δεν θα εκτεθεί. Διαφωνεί κανείς; Σε λίγο θα μου στείλουν με φαξ τα χαρτιά για να υπογράψετε όλοι τα νέα συμβόλαια».

Όλοι έβαλαν τις υπογραφές τους φαρδιά-πλατιά. Μετά από πέντε μέρες, η Ουρουγουάη δεν είδε ποτέ εκείνες τις σκηνές. Τις χάρηκε όμως όλη η Ελλάδα, με τρία ευρώ στα περίπτερα. Μετά από δέκα χρόνια, ο σκηνοθέτης γύρισε όντως ένα κοινωνικό δράμα που συντάραξε τη σινεφίλ κοινότητα και χτύπησε τον μικροαστισμό στη ρίζα του, με τίτλο «Χαυλιόδοντας: ένα ελεφαντάκι μετράει τα άστρα». Οι κριτικοί το θαύμασαν χωρίς να το καταλάβουν, οι θεατές κοιμούνταν στη μέση της προβολής και ύστερα συζητούσαν μανιωδώς για την ταινία που δεν είχαν δει ποτέ ως το τέλος.

ΝΑ ΕΧΕΤΕ ΟΛΟΙ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ 21Η ΑΠΡΙΛΙΟΥ.

ΚΑΙ ΝΑ ΘΥΜΑΣΤΕ ΟΤΙ Η ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΝΕΤΦΛΙΞ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΑΚΡΙΒΗ.

The following two tabs change content below.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Ο Οδυσσέας Διαμάντης είναι ψυχολόγος. Σπούδασε Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (2013-2017) και συνέχισε στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Τμήματος Ψυχολογίας του Παντείου, στην Κατεύθυνση της Θετικής Ψυχολογίας. Ασχολείται με τις μεταφράσεις, τη λογοτεχνία και ερευνητικά θέματα σχετικά με την επιστήμη της Ψυχολογίας. Έχει δημοσιευμένες μεταφράσεις και επιμέλειες επιστημονικών και πολιτικών άρθρων και λογοτεχνικά κείμενα σε ηλεκτρονικά περιοδικά και έντυπες εκδόσεις όπως: socialpolicy.gr, Kommon, Μπολ Φυστίκια, Times News, Αυγή, Animartists, Στέπα - Επιθεώρηση Ρωσικού Πολιτισμού. Είναι τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη. Πιστεύει ότι η ομορφιά και η δημιουργικότητα θα σώσουν –όπως πάντα– τον κόσμο.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Τελευταία άρθρα απόΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (δείτε τα όλα μαζί)

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή