Το πανηγύρι των θεών του Μπελίνι και ο Νέος που παίζει λαγούτο του Καραβάτζιο

by ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ

The Feast of the Gods-1514 1529-Giovanni Bellini and Titian

Δύο μουσεία ανταγωνίζονται

«Το πανηγύρι των θεών» του Μπελίνι και ο «Νέος που παίζει λαγούτο» του Καραβάτζιο είναι ο πυρήνας δύο εκθέσεων σε Ουάσιγκτον- Νέα Υόρκη

  • του Μανόλη Βλάχου, δόκτορος της Ιστορίας της Τέχνης
  • Εφημερίδα «Η Καθημερινή» Κυριακή 17 Ιουνίου 1997, σελ. 47

Η διαπίστωση ότι μεταξύ των δύο μεγαλυτέρων μουσείων της Αμερικής, του Μητροπολιτικού της Νέας Υόρκης, και της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουάσινγκτον, υφίσταται ένας ευδιάκριτος ανταγωνισμός δεν έχει τίποτε το παράδοξο. Επιθυμία άλλωστε των μουσείων είναι να αποκτήσουν τη δυνατότητα ανταγωνισμού. Εάν σημειώνεται εδώ, είναι για να τονισθεί ότι τα γεγονότα που τον στοιχειοθετούν (εκθέσεις, αποκαταστάσεις έργων τέχνης, εκπαιδευτικά προγράμματα, εκδόσεις, κ.ά…) αποδεικνύουν ότι είναι σοφά οργανωμένος, ευρηματικός και γόνιμος.

Οι εκθέσεις στις οποίες θα εντοπίσω τη σύγκριση είναι δύο από τις λεγόμενες θεαματικές των τελευταίων ημερών, είναι εντούτοις σπουδαιότατες για την προβληματική που ανεκίνησαν και την επιστημονική φροντίδα που επέσυραν. Και οι δύο έχουν ως αφετηρία ένα και μόνο έργο, το οποίο αποτελεί και τον πυρήνα της συγκροτήσεώς του. Η πρώτη της Ε. Π. της Ουάσινγκτον, έχει ως θέμα τον πίνακα του Τζιοβάννι Μπελίνι (1430/ 14 40-1516). «Το πανηγύρι των θεών» περίπου 1514, ιδιοκτησία της Ε.Π. η δεύτερη του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης, τον πίνακα του Καραβάτζιο (1571-1610). «Νέος που παίζει λαγούτο» 1596- 1597, ιδιωτική συλλογή.

Michelangelo Caravaggio 020.jpg

Πρώτη εκδοχή του έργου «Νέος που παίζει λαγούτο»

Ο πίνακας του Μπελίνι παρουσιάζει τη σύναξη των θεών που με ποικίλες στάσεις αναπτύσσονται σε όλο το πλάτος του πρώτου επιπέδου. Η αυλαία ενός τοπίου με βράχους και δέντρα κλείνει το δεύτερο επίπεδο. Είναι γνωστό ότι τα πρόσωπα έχουν ζωγραφιστεί από τον Μπελίνι, ενώ το τοπίο από τον Τισιανό (περίπου 1487-1576), επειδή κατά την επικρατούσα έως τώρα γνώμη, το έργο είχε αφεθεί από τον δημιουργό του ατελείωτο. Φαίνεται όμως ότι οι δύο Βενετοί δεν ήταν οι μόνοι φιλοξενούμενοι του πίνακα.

Το «Πανηγύρι των θεών», του οποίου αρχικός κάτοχος ήταν ο Δούκας της Φεράρας Αλφόνσος Ντ’ Εστε, παρέμεινε τελευταία επί μακρό διάστημα στα εργαστήρια της Εθνικής Πινακοθήκης προκειμένου να υποβληθεί σε καθαρισμό και ραδιογραφήσεις. Τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων, όπως συμβαίνει συχνά, αποκάλυψαν κάτι το απροσδόκητο: μεταξύ της ζωγραφικής του Μπελίνι και εκείνης του Τισιανού έχει παρεμβληθεί ένα άλλο χέρι, που εκάλυψε με μια τοπιογραφική σύνθεση το δεύτερο επίπεδο. Η ενδιάμεση αυτή συμβολή, άγνωστη έως τώρα, αποδίδεται στον Ντόσο Ντόσι (περίπου 1490- 1510) και του Τισιανού, ο οποίος το 1517 εγκαθίσταται με τον μεγαλύτερο αδελφό του Μπατίστα, επίσης ζωγράφο, στην Αυλή της Φεράρας και εργάζεται για τον Δούκα. Το τοπίο του Τισιανού, ζωγραφισμένο εκείνο του Ντόσο Ντόσι. Και στις δύο περιπτώσεις τα πρόσωπα του Μπελίνι παρέμειναν άθικτα.

Giovanni Bellini FeltételezettÖnarcképeKJ.jpg

Giovanni Bellini, περ. 1430 – 26 Νοεμβρίου 1516

Οι λόγοι που έκαναν τον υψηλό συλλέκτη να επιθυμεί την ολοκλήρωση του πίνακα, έστω από ένα άλλο χέρι, είναι κατανοητοί. Αυτό που δύσκολα αντιλαμβάνεται κανείς είναι η ανάθεση της επέμβασης σε έναν ζωγράφο του αναστήματος του Ντόσο Ντόσι. Διότι ο ατέλειωτος πίνακας του Μπελλίνι είναι μεν γεροντικό έργο, αλλά και τεκμήριο της ικανότητας για ανανέωση που διέθετε ο μεγάλος Βενετός και της συμπορεύσεως του με το ρεύμα της εποχής. Να σημειωθεί ακόμη ότι ο Δούκας της Φερράρας έτρεφε για τον διάσημο δάσκαλο απεριόριστη εκτίμηση και θαυμασμό. Όταν ο Μπελίνι πέθανε, ο Ντόσσο Ντόσσι ήταν ακόμη πολύ νέος και άσημος, ανέτοιμος για την εντολή που έλαβε. Η προσφυγή αργότερα στον Τισιανό δικαιολογείται ευκολότερα ο πίνακας, το τοπίο ιδίως του Ντόσο Ντόσι, είτε είχε μαυρίσει-ζημιά που υφίστανται συχνά οι πίνακες του ζωγράφου αυτού, λόγω των υλικών που χρησιμοποιούσε-είτε έδειχνε πεπαλαιωμένος, σε σύγκριση με τα νεώτερα έργα με τα οποία γειτόνευε στα διαμερίσματα του συλλέκτη. Ο Τισιανός, μαθητής του Μπελίνι, κάλυψε το έργο του προκατόχου του, με ένα τοπίο ρομαντικού ύφους που αναδεικνύει τα πρόσωπα και την παλμικότητα της σύνθεσης.

Η έκθεση θέλησε να εικονογραφήσει την βιογραφία του πίνακα. Περιέλαβε φωτογραφικά τεκμήρια από όλα τα στάδια της προόδου των εργασιών για τον καθορισμό και την αποκατάστασή του, φωτογραφίες των ραδιογραφιών και-το σπουδαιότερο-ζωγραφικούς πίνακες το αρχικό δηλαδή του Μπελίνι, εκείνο με την προσθήκη της τοπιογραφίας του Ντόσο Ντόσι και τέλος, λαμπρά αποκατεστημένο, τον ίδιο τον πίνακα με το επίπεδο Μπελίνι- Τισιανού.

Η ανεύρεση και ταύτιση ενός πίνακα του Καραβάτζιο (1517-1610), καλλιτέχνη βραχύβιου και όχι ιδιαίτερα παραγωγικού, αλλά σπουδαιότατου για την επίδραση που άσκησε στη ζωγραφική του δέκατου έβδομου αιώνα, ήταν επόμενο να προκαλέσει την ευρύτερη προβολή του γεγονότος. Ο πίνακας «Νέος που παίζει λαγούτο» προσωρινό δάνειο του κατόχου στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης αποτελεί τον πυρήνα της έκθεσης, η οποία όμως επεκτείνεται και σε άλλους πίνακες του ζωγράφου και σε έργα συγχρόνων ομοτέχνων του συγγενή κατά θέμα. Γνωστό από την εποχή της δημιουργίας του σχεδόν, το έργο δεν αξιώθηκε προσοχής από τους νεώτερους ερευνητές, διότι θεωρήθηκε αντίγραφο του διάσημου ομότιτλου πίνακα του Καραβάτζιο που βρίσκεται στο Μουσείο Ερμιτάζ του Λένινγκραντ.

Εντούτοις, τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα (συμβόλαια αγοράς), σε συνδυασμό με ειδήσεις που παρέχουν οι παλαιοί βιογράφοι BAGLIONE και BELLORI, αποδεικνύουν πέρα από κάθε αμφιβολία, την αυθεντικότητα και την προέλευσή του: είχε φιλοτεχνηθεί για τον καρδινάλιο Φραγκίσκο Μαρία Ντελ Μόντε (1549-1626), συλλέκτη και λάτρη της μουσικής, αυτόν που ανεκάλυψε τον Καραβάτζιο και έγινε κατόπιν ο σημαντικότερος προστάτης του. Ακόμη είναι η πρώτη φορά που εκτίθεται μετά την πώλησή του το 1948 στη Ρώμη από τη Συλλογή Ballerini στην οποία ανήκε. Το όνομα του σημερινού κατόχου δεν ανακοινώθηκε.

Bild-Ottavio Leoni, Caravaggio.jpg

Michelangelo Merisi da Caravaggio, 29 Σεπτεμβρίου 1571 – 18 Ιουλίου 1610)

Νεανικό έργο, ποιητικό, δημιουργία των αρχών της παραμονής του Καραβάτζιο στη Ρώμη, ο πίνακας φέρει τις ενδείξεις της λομβαρδικής και της βενετσιάνικης σχολής που διαμόρφωσαν τον ζωγράφο, την ισχυρή νατουραλιστική διάθεση και την έμφαση στο χρώμα. Ιδιαίτερα άλλα χαρακτηριστικά είναι ο αισθησιασμός και το δυσδιάκριτο φύλο του μοντέλου και η προβολή του ως αλληγορία της μουσικής.

Τον «Νέο που παίζει λαγούτο» πλαισιώνουν τέσσερις πίνακες του Καραβάτζιο. Είναι: 1) «Η χειρομάντισσα» 1594-1595, Πινακοθήκη του Καπιτωλίου. Πρόκειται για μια θαυμάσια παραλλαγή του ομότιτλου πίνακα του Λούβρου, της οποίας η αυθεντικότητα εξακριβώθηκε μετά τον καθαρισμό του 1984. 2) «Οι χαρτοκλέφτες» 1595, Μουσείο Τέχνης KIM BELL, FORT WORTH Τέξας. Είναι το διασημότερο από τα έργα που παρουσιάζονται, γνωστό κυρίως από τα πάμπολλα αντίγραφά του. Το πρωτότυπο εκτέθηκε μόλις το 1987, όταν αγοράσθηκε από το Μουσείο KIM BELL. Τα δύο έργα έχουν διδακτικούς στόχους και εμπνέονται από το λαϊκό θέατρο και τη γερμανική χαρακτική. 3) «Οι μουσικοί» 1595, Μ.Μ.Τ. της Νέας Υόρκης. Εικονίζει τέσσερις νέους, μεταξύ των οποίων και τον Έρωτα, που ετοιμάζονταν να εκτελέσουν μια μουσική σύνθεση. Πρόκειται για αλληγορία της μουσικής. 4) «Νέος που παίζει λαγούτο»1595-1596, Μουσείο Ερμιτάζ, Λένινγκραντ. Το αριστούργημα ίσως είναι της νεανικής περιόδου του Καραβάτζιο. Είναι ο μόνος από τους τέσσερις πίνακες που δεν ανήκε αρχικά στην συλλογή Ντελ Μόντε, αλλά ήταν ιδιοκτησία του Μαρκησίου Vicenjo Giustiniani. (Αγοράσθηκε το 1808 στο Παρίσι για λογαριασμό του Τσάρου Αλέξανδρου Ι).

Εκτός από την παρουσίαση «νέων» πινάκων του Καραβάτζιο), η έκθεση απέβλεπε να ανασυνθέσει το πολιτιστικό περιβάλλον στο οποίο έζησε και δημιούργησε ο καλλιτέχνης κατά την παραμονή του στη Ρώμη. Το δεύτερο μέρος διερευνά τη μουσική και τη μουσική εκτέλεση κατά το τέλος του δέκατου έκτου και τις αρχές του δέκατου εβδόμου αιώνα, με την παράθεση ζωγραφικών έργων και χαρακτικών συγχρόνων Ιταλών και ξένων ζωγράφων. Περιλαμβάνει ακόμη μουσικά όργανα της εποχής (βιολιά, λαγούτα, αυλούς, σπινεττίνες) επώνυμων κατασκευαστών που προέρχονται από τις συλλογές του Μ.Μ.Τ. της Νέας Υόρκης.

Πιθανώς, η σύμπτωση των δύο εκθέσεων με το πλήθος των αναλογιών να είναι τυχαία, μολονότι δεν αποκλείεται και η αντίθετη περίπτωση. Πάντως, και οι δύο εκθέσεις είναι από τις επίζηλες δραστηριότητες που ενισχύουν το κύρος των μουσείων και επιβάλλουν ζωντανή την παρουσία τους στη ζωή της χώρας.

1596 Caravaggio, The Lute Player New York.jpg

Δεύτερη εκδοχή του έργου «Νέος που παίζει λαγούτο»

Σημειώσεις:

Ψάχνοντας παλαιά αποκόμματα εφημερίδων περασμένων δεκαετιών για να βρω πληροφορίες για τις εικαστικές συνθέσεις του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη,-όσα τέλος πάντων έχουν απομείνει στο αρχείο μου-συνάντησα ένα ακόμα κείμενο του πειραιώτη ομότιμου πλέον καθηγητή πανεπιστημίου, ιστορικού της τέχνης, τεχνοκριτικού και συγγραφέα σημαντικών μελετημάτων και μεταφραστή, Μανόλη Βλάχου.

H γνωριμία μου με τον σημαντικό πειραιώτη, σοβαρό επιστήμονα και άνθρωπο, ανάγεται από την δεκαετία του 1980. Την δεκαετία εκείνη, διέμενε στην πόλη μας η οικογένεια του παλαιού πειραιώτη Φώτη Πετρόπουλου (το οικογενειακό τους μπακάλικο-ταβέρνα, την περίοδο του μεσοπολέμου στον Πειραιά, οδός Χαριλάου Τρικούπη, βρίσκονταν κοντά στην οικία του πειραιώτη λυρικού ποιητή Λάμπρου Πορφύρα, που ο μποέμ ποιητής επισκέπτονταν το μαγαζί που διατηρούσε ο πατέρας του και έτρωγε, όπως θυμάται σαν μικρό παιδί ο Φώτης Πετρόπουλος) και της συζύγου του καθηγήτριας αγγλικών Ιωάννας Βλάχου. Εκτός από την κόρη τους Φωτεινή-καθηγήτρια της πληροφορικής-ζούσε μαζί τους και η μεγάλης ηλικίας μητέρας του Φώτη. Το διαμέρισμά τους στο κέντρο της πόλης, στην Τερψιθέα, ήταν πάντα ανοιχτό για τους αγαπημένους φίλους τους. Παλαιότερους και νεότερους.

Φιλόξενη οικογένεια, πάντα σε υποδέχονταν με χαμόγελο και σε φίλευαν ότι είχαν. Είχαν σχηματίσει ένα ζεστό και χαρούμενο περιβάλλον, όπου συναντούσες κοινούς τους φίλους, αξιόλογα άτομα, καθηγητές, συγγραφείς, μεταφραστές, επιστήμονες, άτομα του πειραιά που ενδιαφέρονταν για τις τέχνες και τα γράμματα, φιλότεχνους. Σε αυτό το πειραιώτικο «πολιτιστικό» στέκι, συνάντησα και γνώρισα μεταξύ άλλων τον καθηγητή και μεταφραστή Ηλία Κυζηράκο, τον καθηγητή Μανόλη Βλάχο, και ορισμένα άλλα άτομα λάτρεις των γραμμάτων και των τεχνών.

Ο Φώτης Πετρόπουλος, ένας καλοκάγαθος παλαιός πειραιώτης, πάντα φιλόξενος, ήταν φανατικός θεατράνθρωπος και φιλότεχνος, υπήρξε παιδικός φίλος με τα περισσότερα από τα άτομα που συγκεντρώνονταν στο οικογενειακό τους διαμέρισμα. Ήταν σχεδόν συνομήλικοι και παλαιοί αγαπητοί φίλοι πειραιώτες. Σε αυτό το σπίτι μεταξύ άλλων προσώπων, γνώρισα τον Μανόλη Βλάχο. Κατά πολύ νεότερός τους, ο γράφων, ένιωθε μεγάλη τιμή, ικανοποίηση και ίσως κολακεία που ήταν ομοτράπεζος, που συναναστρέφονταν με πειραιώτες που ασχολούνταν και ενδιαφέρονταν με τις τέχνες και τα γράμματα.

Το ότι γνώριζα και είχα από τότε μια μικρή γραφομηχανή, μου έδωσε την ευκαιρία να συνεργαστώ με τον Μανόλη Βλάχο. Δηλαδή, είχε την καλοσύνη να μου δίνει χειρόγραφες μελέτες και άρθρα του που δημοσίευε στον τύπο και να τα δακτυλογραφώ. Ακόμα θυμάμαι τι νέα πράγματα διδάχτηκα από αυτόν τον σοβαρό επιστήμονα και μετρημένο-κομμάτι ακριβοθώρητο πειραιώτη, πάνω στις πλαστικές τέχνες. Μου ανοίχτηκαν νέοι ορίζοντες όχι μόνο διαβάζοντας τις μελέτες του, τα βιβλία του αλλά, και από τις συζητήσεις ή ορθότερα τις ερωτήσεις που του έκανα και τις απαντήσεις και επισημάνσεις που μου έκανε σαν εμπειρότερος και καταλληλότερος.

Θα τολμούσα να έγραφα μετά την παρέλευση τόσων δεκαετιών, και την στενή σχέση που είχε αναπτυχθεί μεταξύ ενός δάσκαλου πειραιώτη και ενός νεαρού φιλότεχνου, ότι τα χρόνια αυτά, ήταν μια μαθητεία μέσα στον πειραϊκό άγνωστό μου περιβάλλον. Οι γνώσεις και η παιδεία αυτού του ανθρώπου ήταν ασύλληπτες. Τα δε κείμενά του, ήταν σχολείο ανάλυσης και σπουδής του θέματος και του ζητήματος που διαπραγματεύονταν και ερευνούσε με προσοχή και επιμέλεια. Και κάτι ας μου επιτραπεί προσωπικό, που ακόμα μένει ζωντανό στην μνήμη μου.

Ο Μανόλης Βλάχος, διέθετε μια αρκετά μεγάλη βιβλιοθήκη όσον αφορά τις πλαστικές τέχνες και όχι μόνο, αλλά ο Βλάχος, σε αντίθεση από αυτό που κάνουμε όλοι οι υπόλοιποι αναγνώστες μάλλον, όταν αγοράζουμε βιβλία, δεν σημείωνε πάνω σε αυτά, τα βιβλία του, οι πολυτελείς εκδόσεις τέχνης που είχε αγοράσει, όχι μόνο ήσαν άθικτα, τα πρόσεχε, τα φρόντιζε, αλλά, διατηρούνταν ακόμα πιο άθικτα και μετά την παρέλευση χρόνων από την αγορά τους και την ανάγνωσή τους από εκείνον. Καινουργή. Πράγμα αδιανόητο για μένα που τυραννώ τα βιβλία, τα βασανίζω με σημειώσεις, παραπομπές, σχόλια, υπογραμμίσεις, σκέψεις, αναφορές άλλων στις σελίδες τους, τα περιθώριά τους, στα εσώφυλλά τους. Η Βιβλιοθήκη του Μανόλη Βλάχου όταν την έβλεπες ήταν σαν να έμπαινες στο βιβλιοπωλείο του Κάουφμαν στην Αθήνα, που πωλούσε βιβλία Τέχνης και Λευκώματα. Ασύλληπτο. Άλλες εποχές, άλλης φιλοσοφίας και οραματισμού έλληνες και πειραιώτες.

Εξακολουθώ να διαβάζω τις επιστημονικές του μελέτες, τα άρθρα και τα δημοσιεύματά του, όπου και όποτε τα συναντώ. Δυστυχώς, αν δεν κάνω λάθος, τα διάφορα σκόρπια κείμενά του και άρθρα του, δεν έχουν συναχθεί, συγκεντρωθεί σε έναν ξεχωριστό τόμο, ώστε να μπορεί ο όποιος ενδιαφερόμενος να τα μελετήσει ή σχολιάσει, να ανατρέξει σε αυτά. Βρίσκονται διάσπαρτα σε εφημερίδες και ειδικά περιοδικά τέχνης του εσωτερικού και νομίζω, και του εξωτερικού.

Γι’ αυτό όταν συναντώ άρθρα του, όπως και άλλων πειραιωτών, τα αντιγράφω στην ιστοσελίδα μου, με την ελπίδα ότι οι πολύ νεότεροι ηλικιακά πειραιώτες φιλότεχνοι και άνθρωποι των γραμμάτων θα γνωρίσουν το έργο των παλαιότερων γενεών αυτών πειραιωτών και ίσως, θα δείξουν τον απαραίτητο ζήλο στην σύνολη συγγραφική και πολιτιστική παρουσία τους. Γιατί ο Μανόλης ο Βλάχος, όπως και άλλοι εργάτες πειραιώτες των πλαστικών τεχνών, όπως ο συγγραφέας Κώστας Θεοφάνους, ο καθηγητής και τεχνοκριτικός Μάνος Στεφανίδης, ο παλαιός γκαλερίστας Παυλόπουλος, ο Αργύρης Κωστέας, ο Βελισσάριος Μουστάκας, και, άλλοι συντελεστές και ιθύνοντες υπεύθυνοι της Δημοτικής Πινακοθήκης του Πειραιά και των υπολοίπων αιθουσών, (Γαλλικό Ινστιτούτο, Νώε…) είναι εκείνοι που συνέβαλαν στην διοργάνωση δημόσιων εκθέσεων και ανάδειξη νέων ταλέντων ζωγραφικής μέσω των Εκθέσεων, σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους. Είναι η επίσημη εικόνα των πλαστικών τεχνών της πόλης μας. Είναι οι πρωτοπόροι πειραιώτες που έθεσαν τα θεμέλια της εικαστικής εικόνας, διαδρομής και ίσως εξέλιξης της πόλης του Πειραιά.

Οφείλουμε να μην λησμονούμε το έργο και την προσφορά τους, τον ατομικό τους μόχθο και να τους τιμούμε, είτε σαν Δήμος είτε σε ατομικό επίπεδο.

The following two tabs change content below.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ

Ο Γιώργος Μπαλούρδος γεννήθηκε στον Πειραιά. Έχει εκδόσει τα εξής βιβλία: "Άσμα ασμάτων - Τάκης Σινόπουλος" (δοκίμιο, 1990), "Ολίγη Λίβας" (ποίηση 1998), "Μυρτιώτισσα", επιμέλεια, παρουσίαση Γ.Μπαλούρδος (2002). Δοκίμια, κριτικές λογοτεχνίας και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί στα εξής περιοδικά: Διαβάζω, Πόρφυρας, Μανδραγόρας, Ο Πολίτης, Κυμοθόη, Επτανησιακά Φύλλα, Οδός Πανός, Αιολικά Γράμματα, Πειραϊκά Γράμματα, Φιλολογική Στέγη, Κ.ΛΠ., Η Γραφή, Μικροφιλολογικά και σε πολλά άλλα καθώς και σε διάφορές εφημερίδες.

Σχόλια

No tags for this post.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή