Πίο Μπαρόχα: Το πνεύμα των μαζών

by Times Newsroom 1
Share this
  • Πίο Μπαρόχα

ΕΔΩ και τριάντα ή σαράντα χρόνια εκδόθηκαν διάφορα βιβλία γύρω από την ψυχολογία και την ψυχή του πλήθους. Νομίζω πως το πρώτο έργο που διαπραγματεύθηκε το θέμα αυτό, λίγο-πολύ επιστημονικά, ήταν του ιταλού καθηγητή Sighele και το ακολούθησαν τα έργα του Λε Μπον, Tarde και τελικά του Φρόιντ.

Επιδιώχθηκε να οικοδομηθεί μια συλλογική ψυχολογία, αλλά η προσπάθεια δεν τελεσφόρησε. Η θέση της προσπάθειας αυτής μπορεί να εκφρασθεί έτσι: το πλήθος, η μάζα έχει ένα είδος κοινωνικής υπερψυχής που δεν είναι το άθροισμα των ατομικών ψυχών που το συναπαρτίζουν. Από την θέση αυτή γεννιέται το ακόλουθο αποτέλεσμα: οι πνευματικές ενέργειες όλων εκείνων που συναπαρτίζουν την μάζα, αντί να συμπροστεθούν η μια στην άλλη, καταστρέφονται ολοκληρωτικά ή ένα μέρος τους.

Οι διαπιστώσεις αυτέ δεν είναι καινούργιες. Ο Σόλων έλεγε πως οι Αθηναίοι, ο καθένας χωριστά, ατομικά, ήταν πονηροί σαν αλεπούδες κι ενωμένοι είχαν ένα πνεύμα μέτριο και χυδαίο.

Υπάρχει μια αρχαία λατινική ρήση για τους γερουσιαστές που λέει: γερουσιαστές καλοί άντρες, γερουσία κακό θηρίο.

Αφηγούνται πως ένας έλληνας ομιλητής, όταν το πλήθος τον χειροκροτούσε, έλεγε: “Ποιος λόγος ανόητος έφυγε από το στόμα μου;”. Τελευταίος ο Αριόστο διακηρύττει: “Είναι βέβαιο πως υπάρχουν άνθρωποι που αξίζουν για εκατό· αλλά δεν γνώρισα ποτέ εκατό ανθρώπους που ν’ αξίζουν όσο ένας.”

Είναι φανερό πως η παρατήρηση της πνευματικής μετριότητας τη μάζας σε σχέση με το άτομο είναι αρχαία.

Μερικοί ψυχολόγοι με μυστικιστική τάση κατέληξαν να πιστέψουν πως η συλλογική υπερψυχή του πλήθους δεν είναι μια μεταφορική φόρμουλα παρά μια πραγματικότητα. Άλλοι σκέφτονται πως εκείνο τ’ όνομα κι εκείνη η ιδέα δεν είναι παρά μια ετικέτα για να εκφραστούν οι χαρακτήρες που παρουσιάζει μια ανθρώπινη υπερσυγκέντρωση. – Πιστεύω πως αυτοί οι τελευταίοι έχουν δίκιο.

Για την πλειονότητα των συγγραφέων, τα χαρακτηριστικά στοιχεία ενός πλήθους είναι η ομοφωνία, η ορμή, η αστάθεια και η επιφανειακή δικαιοσύνη. Οι αιτίες τους γεννιούνται από την μίμηση, την ηθική μολυσματικότητα, την υποβολή. Πιστεύω πως σ’ αυτά θα έπρεπε να προστεθούν το αίσθημα της εξουσίας και η ατιμωρησία.

Η μίμηση, ο μιμητισμός έχουν μια τεράστια ασύνειδη δύναμη. Βλέπει κανείς να χορεύουν μερικά ζευγάρια στον ήχο μιας μουσικής κι αισθάνεται την επιθυμία να τους κρατήσει τον ρυθμό. Βλέπει άλλος στο τσίρκο έναν άνθρωπο να περπατεί με το μακρύ ξύλο του στα χέρια πάνω σ’ ένα καλώδιο ή σ’ ένα χαλαρό σκοινί και προσέχει, κάνοντας κινήσεις παρόμοιες με του ακροβάτη. Είναι δύσκολο να μη συντονίσεις το βάδισμά σου περπατώντας πλάι σε μια στρατιωτική μπάντα που πηγαίνει παιανίζοντας ένα μαρς. Η μόλυνση από την κίνηση και τη χειρονομία είναι συνέπεια του ενστίκτου της μίμησης. Ακούς να κλαίνε και σου ’ρχεται να κλάψεις. Βλέπεις να γελάνε κι έχεις την τάση να γελάσεις. Όπου αξίζει να βρίσεις, βρίζεις. Όπου πρέπει να προσευχηθείς, προσεύχεσαι· όπου να κραυγάσεις, κραυγάζεις. Ατομικά ή συλλογικά διαπιστώνεται η μόλυνση, και με τις ιδέες που εκφράστηκαν και με τις χειρονομίες.

Ένας ημιαδιάφορος εργάτης που εισχωρεί για πρώτη φορά στον χώρο μιας επαναστατικής συγκέντρωσης μπορεί να παρουσιάσει διάφορες αντιδράσεις: ή διαμαρτύρεται και δείχνει ότι δεν συμφωνεί, ή επιδιώκει να απομονωθεί και ν’ αποξενωθεί ή συμπαρασύρεται. Όταν συμπαρασύρεται, βυθίζεται γοργά μέσα στην μάζα. Ο θόρυβος, οι κραυγές, οι κινήσεις τον μετατρέπουν σ’ ένα αυτόματο. Ενώνει τα χειροκροτήματά του και τις κραυγές του με των άλλων. Μετασχηματίζεται, χωρίς να το καταλάβει, σε ενεργούμενο, σ’ έναν φρενητικό που αν έβλεπε τον εαυτό του, θα τρόμαζε κι ο ίδιος.

Η αιτία αυτής της σύμπτωσης του ανθρώπου – ιδίως του φτωχού – με την επαναστατική μάζα, οφείλεται κυρίως στο ότι έχει το αίσθημα ότι τον πρόσβαλαν, αυτόν ή την τάξη που ανήκει, και στην καρδιά του βρίσκεται γραπωμένο έν’ αγρίμι που ξυπνά και ρίχνεται να δαγκώσει.

Η μνησικακία αυτού του απόκληρου μεταστρέφεται σ’ ένα μακρινό και ρομαντικό στολίδι, σα να ήταν πλασμένη από γενναιόφρονα αισθήματα. Η μνησικακία στην ψυχή του επαναστάτη μετατρέπεται σε ποίημα.

Στην τρέχουσα ζωή, αυτό το βάθος της μνησικακίας και του φθόνου, το τόσο ανθρώπινο φρουρείται από τη φρόνηση, την κοινωνικότητα, από την φροντίδα να διατηρήσει κανείς μια καλή φήμη, κι έτσι, πολλές φορές αυτό που γεννιέται με τάσεις να δαγκώσει ή να γρατσουνίσει, καταλήγει σ΄ένα αστείο ή σ’ένα χαμόγελο.

Το ίδιο συμβαίνει και στον αστό, στον συντηρητικό ή στον πατριώτη. Σε μια στιγμή κάποιας εκδήλωσης ή ενός συνεδρίου των δικών του, συνενώνεται με την συντηρητική ή την πατριωτική μάζα. Στον ομιλητή που του μιλά μ’ ευγλωττία, βλέπει τον υπερασπιστή των προνομίων της τάξης του ή του έθνους. Αλλά δεν βλέπει τα προνόμια αυτά μ’ ένα τρόπο συγκεκριμένο, ψυχρό και απτό, παρά μ’ ένα τρόπο συμβολικό που δεν του φαίνεται εγωιστικός. Δεν του πληρώνουν τα εισοδήματα; Αυτό, λοιπόν, είναι σημάδι πως η κοινωνία βυθίζεται, πως έρχεται το χάος, το έγκλημα κι ο θάνατος. Η σημαία, το θούριο το μνημείο στους ήρωες της χώρας, του λένε με χαμηλή φωνή πως θα του πληρωθούν τα ενοίκια.

Τόσο ο άνθρωπος του προλεταριάτου, όσο κι ο συντηρητικός, μόλις συσσωματωθούν με την μάζα, αισθάνονται την τρομερή δύναμη που τους δίνει ο αριθμός, και συγχρόνως την συνείδηση της εξουσίας τους. Πλέουν σ’ ένα ρεύμα που ουδετεροποιεί την φυσική τους ατολμία, ρεύμα που έχει ως βάση την ανωνυμία και την ατιμωρησία.

Τότε ξεπετιέται από το στόμα ένα σύνθημα που επιδιώκει να γίνει γρήγορα και δίκαια πραγματικότητα: “Στο Βερολίνο! Στα όπλα! Να ντουφεκιστούν οι φυλακισμένοι!”

Η μάζα επιδιώκει να πραγματοποιήσει αμέσως τα σχέδια και τις αποφάσεις της. Μερικές φορές το πετυχαίνει. Άλλοτε αποτυχαίνει για οποιοδήποτε λόγο: είτε γιατί βρέχει, είτε γιατί διχάζονται οι απόψεις των αρχηγών, είτε γιατί ανταμώνει κάποιους φρουρούς στο διάβα της.

Τέτοια είναι η ψυχολογία των μαζών: μια ορμή αρχέγονη, προσανατολισμένη γενικά προς γοργές λύσεις και μονομερείς, χυδαίες μάλλον παρά επιλεγμένες.

Κάποτε, οι μάζες δέχονται ιδέες γενναιόφρονες κι ευγενικές. Γενικά όμως, ό,τι σ’ αυτές θριαμβεύει είναι αισθήματα μνησικακίας κι εκδίκησης. Σχεδόν πάντοτε εκείνο που η μάζα εξαίρει είναι σφαλερό, επιφανειακό, γεμάτο ψευτιά και θεατρινισμό.

Το κοινό προκαλεί το μασκάρεμα. Ο άνθρωπος που ζει για το κοινό είναι ένας ηθοποιός κωμικός. Έχω παρατηρήσει πως όταν μιλεί κανείς στο κοινό, μιλεί με τέτοιο τρόπο σα να χρησιμοποιεί ξένη γλώσσα που δεν την κατέχει καλά. Λέγονται άθελα φράσεις υπερβολικές, παραφουσκωμένες και ψεύτικες. Δεν είναι δυνατό έτσι να βγει από τα βάθη η ψυχολογική, η προσωπική αλήθεια με αποχρώσεις και με αντιφάσεις. Αυτή η μύχια αλήθεια δεν ενδιαφέρει. Είναι βραχέων κυμάτων για το κοινό.

Στην ισομερή σχέση που καθιερώνεται ανάμεσα σ’ άνθρωπο και κοινό, το κοινό απαιτεί από τον άνθρωπο να συμμορφωθεί με το υπόδειγμα που του επιβάλλει. Το υπόδειγμά του είναι η μαριονέτα. Από δω προέρχεται ο ενθουσιασμός της μάζας για την πολιτική ή την φιλολογική μαριονέτα, για τον μεγάλο μασκαρά θεατρίνο. Όταν αυτός ο μασκαράς θεατρίνος έχει λεκτική μεγαλοφυΐα, το κοινό αναλύεται από ενθουσιασμό.

Το πνεύμα της μάζας παραμορφώνει το πνεύμα του ανθρώπου που επιδιώκει να την κατευθύνει, κι αυτός, για να συντονιστεί, την ερεθίζει και την κολακεύει.

Έτσι, μια μάζα διαμορφωμένη από έξυπνα κι ευαίσθητα πρόσωπα, μπορεί εύκολα να διαπράξει μια μεγάλη βλακεία ή να προβεί σε κάποια αγριότητα, ή να δείξει μεγάλη δειλία.

Η μάζα είναι ένα αρρωστημένο έλος. Αλλά σ’ αυτήν και στο πνεύμα της οφείλει να λογαριάζει η πολιτική…. Η μάζα, με τα βίαια χτυπήματά της και τις αξιώσεις της είναι που δίνει στην πολιτική αυτό τον κωμικο-λυρικο-χορευτικό ρυθμό που τόσο αρέσει στις θυρωρίνες και στους κουρείς.

Ο πολιτικός βρίσκεται στο ύψος της μάζας… Αυτό το θολό πρόσωπο, ο εκμεταλλευτής όλων των ρευμάτων που μπορεί να τον ταρακουνήσουν, μετατρέπεται μ’ εξαιρετικήν ευχέρεια σ’ έναν ντίβο, σ’έναν ηθοποιό κωμικό που ψάχνει για την κλάκα του. Οι περιπτώσεις και μέσα στην Ισπανία κι εκτός απ’ αυτήν είναι πολλές και δεν αξίζει τον κόπο να τις επισημάνει κανείς.

Η θέση πως κάθε άνθρωπος είναι πολιτικός δεν είναι βέβαιη. Πολλοί είναι από πεποίθηση αντιπολιτικοί. Κάποιος δάσκαλος θα ’λεγε πως η πολιτική προέρχεται από την πόλη. Εγώ, από προτίμηση και απ’ τα χαρτιά της καταγωγής μου δεν είμαι πολίτης αλλά χωριάτης.

***

…Είμαστε οι Ισπανοί – τώρα, τουλάχιστον – πού λίγο καμωμένοι για την συλλογική ζωή, κακά προετοιμασμένοι για να συνεργαστούμε οι μεν με τους δε.

Το κοινωνικό αίσθημα στην Ευρώπη είναι ασφαλώς προνόμιο των κεντρικών κρατών των μεγάλων κάμπων. Πάνω στο αίσθημα αυτό ο Εβραίος, με το θεοκρατικό του πνεύμα και τις δοκιμασμένες επί πολλά χρόνια οικονομικές του γνώσεις έδωκε στον σοσιαλισμό έναν αέρα ψευτο-επιστημονικό και μεσιανικό μαζί.

Οι Ευρωπαίοι των περιφερειακών ζωνών δεν είναι σοσιαλιστές. Εκείνοι του κέντρου – κυρίως οι Γερμανοί – έχουν αυθόρμητο πια το αίσθημα της συνεργασίας και της υπακοής για το καλό όσο και για το κακό. Εμένα, αυτό το αίσθημα της συνεργασίας μου αποκαλύφθηκε ένα κυριακάτικο δειλινό που έφτασα μονάχος τη Νυρεμβέργη. Μου έδειξε μιαν από τις καλές του όψεις.

Κατεβαίνοντας απ’ το τρένο βρέθηκα στον απέραντο σταθμό καταπλημμυρισμένος από κόσμο. Θα ’ταν ίσως δέκα ή δώδεκα χιλιάδες πρόσωπα στις γραμμές που βάδιζαν αργά προς την έξοδο, στριμώχνοντας και τσαλαπατώντας αδιαμαρτύρητα ο ένας τον άλλο, μ’ εκείνη την χαρακτηριστική γερμανική βαρβαρότητα. Ξάφνου, εκείνο το πλήθος άρχισε να τραγουδάει ένα λαϊκό τραγούδι του Χάυδν. Ήταν σαν μια τρικυμία φωνές αρμονική και μελετημένη, κάτι επιβλητικό που με συνάρπασε.

Ίσως η μουσική – η κατεξοχήν κοινωνική τέχνη – να είναι ένα από τ’ απαραίτητα στοιχεία για να βυθιστούν τα ξεμοναχιασμένα άτομα σε μια μάζα.

***

Σήμερα φαίνεται πως η σύσταση μαζών είναι το ιδεώδες των πολιτικών κομμάτων. Θα είναι τάχα πάντοτε; Δεν το γνωρίζουμε. Οι λάτρεις του ατόμου θα επιθυμούσαμε να είναι διαβατικό το ιδεώδες αυτό και να ξαναρχίζαμε να σκεφτόμαστε και πάλι τις αθάνατες προσωπικές αξίες. Ίσως όμως είναι πια αργά.

Η μάζα, που όταν διαμαρτύρεται είναι μνησίκακη και μ’ ένα γελοίο και πρωτόγονο συναισθηματισμό, όταν διατάζει είναι δεσποτική και αιμοδιψής. Η ηθική της είναι πολύ φτωχή. Σκοτώνεται; Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώτικα.. Άλλοτε η ανθρώπινη ζωή άξιζε πολύ. Τώρα αρχίζει να μην αξίζει τίποτα… Πρέπει να σκεφτούμε πως η σοσιαλιστική ή η φασιστική ιδιοσυγκρασία θα θριαμβεύσουν τελειωτικά ή εναλλακτικά, πως ο φιλελευθερισμός πεθαίνει και πως η γηραιά Ευρώπη, ερειπωμένη κι αποβλακωμένη, βυθίζεται σχεδόν με ηδονή στο έρεβος της κατάπτωσης.

Μετάφραση: Κώστας Ε. Τσιρόπουλος

  • Δημοσιεύτηκε στην ΕΥΘΥΝΗ. Φυλλάδιο νεοελληνικού προβληματισμού. Τεύχος 8, Αύγουστος 1972.

Ο Πίο Μπαρόχα υ Νέσι γεννήθηκε το 1872 στο Σαν Σεμπαστιάν και πέθανε στη Μαδρίτη το 1957. Άρχισε να σπουδάζει ιατρική στη Βαλένθια και πήρε το πτυχίο του το 1893 στη Μαδρίτη. Η τακτική και μονότονη ζωή του γιατρού δεν ικανοποίησε τον ανήσυχο χαρακτήρα του, γι’ αυτό και εγκατέλειψε την ιατρική και μετά από πολλές επαγγελματικές δοκιμές κατέληξε δημοσιογράφος, συνεργαζόμενος σε πολυάριθμες εφημερίδες και περιοδικά, μεταξύ των οποίων τα «Ελ Παΐς», «Ελ Ιμπαρθιάλ», «Ηλέκτρα» κ.λπ. Στα 1935 εκλέχτηκε μέλος της Ισπανικής Βασιλικής Ακαδημίας. Τα μυθιστορήματά του μπορούν να χωριστούν σε τρεις ομάδες: στις τριλογίες, στα ιστορικά και στα ανεξάρτητα. Έχει γράψει επίσης διηγήματα, δοκίμια και απομνημονεύματα. Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του πιο πολύ χρονογράφο παρά λόγιο. Είναι πικρός, απαισιόδοξος, χιουμορίστας και πολύ καλός παρατηρητής. Οι περιγραφές του είναι σύντομες, λιτές, διεισδυτικές και ακριβείς. Το στιλ του είναι σαφές, κοφτό και δυναμικό και είναι αυτό που του χάρισε μια εξέχουσα θέση στη λεγόμενη γενιά του ’98.

Ο Κώστας Ε. Τσιρόπουλος (1930) γεννήθηκε στη Λάρισα. Σπούδασε νομική (Θεσσαλονίκη) και ιστορία της τέχνης στο Παρίσι και τη Βαρκελώνη. Ιδρυτής και διευθυντής της ετήσιας έκδοσης “Χριστιανικό Συμπόσιο” (1966-1971) και του περιοδικού “Ευθύνη” (1961-1966, και από το 1972). Συνεργάστηκε επί χρόνια με την ΕΡΤ και την “Καθημερινή” (1962-1967), Γενικός Γραμματέας της Στέγης Καλών Τεχνών και Γραμμάτων (1974-1976), Γενικός Γραμματέας του Εθνικού Θεάτρου (1975-1980), Πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Κινηματογράφου. Έχει τιμηθεί με το βραβείο Φέξη των Δώδεκα (1964), Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου (1966), Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1979), Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (1986), Βραβείο της Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων (1989) Α Βραβείο της Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας (1990), Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (2007), και έχει ανακηρυχθεί επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Γρανάδας (2004). Το ποιητικό, πεζογραφικό και δοκιμιακό του έργο εκτείνεται σε δεκάδες τόμους. Έχει επίσης μεταφράσει από τα ισπανικά, τα καταλανικά και τα γαλλικά βιβλία και κείμενα των Ορτέγα υ Γκασσέτ, Αντόνιο Ματσάδο, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Καμίλο Χοσέ Θέλα, Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, Σαλβαδόρ Εσπρίου, Χοσέ Μπεργαμίν, Ντρυόν, Ζενεβουά, Αρανγκούρεν κ.ά. Βιβλία και κείμενά του έχουν μεταφραστεί στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Πέθανε στις 23 Φεβρουαρίου 2017.

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή