Τζαμίλια, η ωραιότερη ιστορία του κόσμου | Βιβλιοκριτική

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ
  • Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Τζινγκίζ Αϊτμάτωφ: «Τζαμίλια». Μυθιστόρημα. Πρόλογος: Λουί Αραγκόν. Μετάφραση: Άλκη Ζέη. Θεμέλιο. Αθήνα

Η Τζαμίλια είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα του Κιρκάσιου συγγραφέα Τζινγκίζ Αϊτμάτωφ, γεγονός που ανάγκασε το Γάλλο συγγραφέα Λουί Αραγκόν να μιλήσει για την «ωραιότερη ιστορία του κόσμου». Κι αυτό χωρίς καμία επιφύλαξη κι όχι γιατί ήταν υποχρεωμένος να το κάνει αφού πάντα έδειχνε μια ιδιαίτερη συμπάθεια προς ό,τι ερχόταν από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

Πραγματικά το μυθιστόρημα, σε πρώτη ανάγνωση, δεν είναι παρά μια απλή, τρυφερή, ερωτική ιστορία. Παράλληλα όμως και μέσω της απλότητας της αφήγησης, διαφαίνεται η φυσιογνωμία και τα εθνικά χαρακτηριστικά ενός άγνωστου μέχρι πρότινος σε μας λαού που ζει νομαδικά στην κεντρική Ασία, τα ήθη του, τα έθιμά του, ο πολιτισμός του, η σκληρή και ανελέητη διαπάλη των παλιών κοινωνικών δομών με τις καινούργιες που προσπαθεί να στερεώσει χωρίς επιτυχία το κομμουνιστικό καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης. Αλλά και η πάλη των γενεών, των φύλων, των αντιλήψεων, των αισθημάτων, των επιθυμιών. Όλα αυτά βέβαια είναι απόλυτα ενσωματωμένα στην αφήγηση, της οποίας αποτελούν το φυσικό, κοινωνικό και ιστορικό βάθος, το αναπόσπαστο περιβάλλον μέσα στο οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα που εξιστορούνται.

Ο χρόνος, στον οποίο γίνονται όλα αυτά είναι μεταιχμιακός, είναι η εποχή των μεγάλων αλλαγών που προσπαθεί να επιφέρει στον παραδοσιακό τρόπο ζωής αυτού του λαού η επανάσταση των μπολσεβίκων. Έτσι το παλιά αντιπαλεύει πεισματικά το καινούριο, με πιθανή τη νίκη, όπως φαίνεται από την προσεκτική ανάγνωση του μυθιστορήματος, του δεύτερου, πώς θα γινόταν αλλιώς άλλωστε ώστε το έργο να πάρει την άδεια της λογοκρισίας. Άλλωστε η ζωή σε όλα τα καθεστώτα, όπως και εδώ, ανήκει πάντα στους νέους, που παλεύουν με νύχια και με δόντια να ξεφύγουν από τον ασφυκτικό κλοιό που έχουν κατασκευάσει γύρω τους οι μεγαλύτεροι, με τις προλήψεις τους και τα ξεπερασμένα από την πρόοδο ήθη τους, και, ως ένα σημείο, το επιτυγχάνουν αυτό. Οι επί αιώνες νομάδες εγκαταλείπουν σιγά-σιγά τον πλάνητα βίο τους, ιδιαίτερα οι νεότεροι,, όχι πάντα με τη θέλησή τους, και οδηγούν τη ζωή τους σε μονιμότερες εγκαταστάσεις. Ή τουλάχιστον το προσπαθούν, υπό το άγρυπνο βλέμμα του κόμματος τις περισσότερες φορές.

Η ιστορία, όπως είπα λίγο πιο πριν, είναι απλή: δυο νέοι ερωτεύονται μεταξύ τους και, επειδή η ένωσή τους σκοντάφτει σε διάφορα αξεπέραστα εμπόδια και συνήθειες αιώνων, αποφασίζουν να εγκαταλείψουν το χωριό τους, και το κάνουν μια νύχτα σκοτεινή, και να ζήσουν μόνοι και ελεύθεροι στην απεραντοσύνη της στέπας, μακριά από ό,τι και όσους τους εμποδίζουν να ζήσουν μαζί. Το τοπίο, η στέπα αποτελεί το χώρο της απόλυτης σχεδόν ελευθερίας όπου εκεί μπορούν να ζήσουν ελεύθερα τον έρωτά τους. Και όχι μόνο τον έρωτα, αλλά και τη ζωή. Η νέα, η όμορφη Τζαμίλια, ήταν παντρεμένη με ένα παλικάρι που μόλις γύρισε από τα πεδία των μαχών του μεγάλου πολέμου τραυματισμένο, γι’ αυτό και η πράξη τους, μέσα στα στενά πλαίσια των κοινωνικών συμβάσεων είναι από όλους καταδικαστέα. Εκ πρώτης όψεως δηλαδή θα λέγαμε ότι πρόκειται για μία κλασική περίπτωση μοιχείας, αλλιώς θα μπορούσαμε να πούμε, τηρουμένων των αναλογιών, ότι πρόκειται για μια νέα περίπτωση Ρωμαίου και Ιουλιέττας στο ανελεύθερο καθεστώς των ασιατικών σοβιετικών δημοκρατιών. Ο αναγνώστης όμως δεν φαίνεται να προσλαμβάνει κάτι τέτοιο και τούτο γιατί οι αφηγηματικές ικανότητες του συγγραφέα, η συμπάθεια που δείχνει προς το ερωτευμένο ζευγάρι και ο τρόπος που χειρίζεται αφηγηματικά την ευαίσθητη αυτή υπόθεση, λεπτός και διακριτικός και, κυρίως, χωρίς προκαταλήψεις, δεν επιτρέπουν μία τόσο επιπόλαιη θεώρηση των γεγονότων, ενώ παράλληλα η δύναμη του έρωτα είναι τόσο μεγάλη, ακατανίκητη θα μπορούσε να πει κάποιος χωρίς να κάνει λάθος, που τελικά κανείς από τους ισχυρούς παράγοντες που προσπαθούν να τον εμποδίσουν δεν μπορεί να κάνει τίποτα και οι περισσότεροι υποκύπτουν αμαχητί και πάνω από όλους το νεαρό ζευγάρι.

Το ζευγάρι το βλέπουμε να εμφανίζεται, κατά κύριο λόγο, μέσα από τη ματιά του μικρού κουνιάδου της Τζαμίλια κι ο έρωτάς τους, βαθύς, μοναδικός και προπάντων ακαταμάχητος, αυτοκαθαίρεται μέσα από την παιδική αθωότητα κι έτσι απομακρύνεται κάθε σκέψη μνησικακίας ή αντιπάθειας προς την όμορφη και ανυπότακτη ηρωίδα του έργου. Με αυτό τον τρόπο τα όρια που βάζουν πάντα μεταξύ τους οι άνθρωποι, κοινωνικά και άλλα, πολιτικά, ηθικά κ.λπ. υπερβαίνονται εύκολα ως αναγκαία και φυσική πλέον συνέπεια του έρωτα, που παρουσιάζεται εδώ ως η μοναδική φυσική και κοινωνική δύναμη, χωρίς κανόνες, φραγμούς και δεσμεύσεις, κυρίαρχη και ακατάβλητη τρεις βασικοί ήρωες του έργου, η Τζαμίλια, ο Ντανιγιάρ και ο μικρός κουνιάδος, αντιλαμβάνονται ή, καλύτερα, συναισθάνονται πριν από τον καθένα τη μεγάλη αυτή και λυτρωτική αλήθεια και αντιδρούν ανάλογα.

Ένα σπουδαίο προτέρημα του συγγραφέα είναι το γεγονός ότι μπορεί και αφηγείται τα γεγονότα και περιγράφει τα πράγματα με τη ματιά του ζωγράφου (είναι τυχαίο άλλωστε που ο μικρός ήρωάς του είναι ερασιτέχνης ζωγράφος;) κι έτσι έχουμε συνεχώς μπροστά στα μάτια μας έναν πλήρη και ολοκληρωμένο πίνακα, όχι μόνο της φύσης και των πραγμάτων, αλλά και της ζωής. Το φυσικό και ανθρώπινο περιβάλλον βρίσκονται σε αγαστή συμφωνία στις σελίδες του βιβλίου του Αϊτμάτωφ. Η απόδοση στη γλώσσα μας έγινε από τη γαλλική μετάφραση του Λουί Αραγκόν και όχι από το πρωτότυπο κιρκασιανό κείμενο. Ίσως και γι’ αυτό αποδόθηκαν με επιτυχία πολλά από την ποιητικότητα του έργου, αλλά κυρίως της γαλλικής μετάφρασης, που έγινε από τον κορυφαίο Γάλλο ποιητή και πεζογράφο του εικοστού αιώνα.

  • Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Αλφειός Πύργου. Τεύχος 8-10, Χειμώνας ’95- Καλοκαίρι ’96
The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή