Τζον Κασσαβέτης: “Opening night” || Κριτική κινηματογράφου

by Γιάννης Φραγκούλης

Τζον Κασσαβέτης
Opening night

  • Γράφει ο Γιάννης Φραγκούλης

Η ταινία του Τζον Κασσαβέτη (John Cassavetes) προβάλλεται στους θερινούς κινηματογράφους, σε επανέκδοση.

ΣΥΝΟΨΗ

Μία ανερχόμενη ηθοποιός του θεάτρου ανεβάζει μία παράσταση. Είναι η βασική πρωταγωνίστρια. Το έργο, στην κυριολεξία, βασίζεται πάνω της. Αυτό, όμως, είναι κομμένο και ραμμένο για μία γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας. Αποφασίζει να το πάρει πάνω της. Mία ημέρα πριν την επίσημη πρεμιέρα στη Νέα Υόρκη. Ο Κασσαβέτης κάνει ένα έργο που ξεπερνά τα στενά όρια του κινηματογράφου.

Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ

Παρακολουθούμε τις πρόβες και το ανέβασμα της παράστασης σε μία επαρχιακή πόλη της Αμερικής. Ζούμε μία ένταση σε αυτές τις παραστάσειw, Eστιάζει στο πρόσωπο της πρωταγωνίστριας. Κάτι δεν πάει καλά στο παίξιμό της. Aυτό είναι μία αιτία για συνεχείς εντάσεις με το σκηνοθέτη και τη συγγραφέα του θεατρικού έργου.

Αυτοί οι δύο συντελεστές, ο σκηνοθέτης και η συγγραφέας, είναι οι δημιουργοί. Με αυτή την έννοια είναι οι αυθεντίες. Αυτοί που κανονίζουν τα πάντα και που ξέρουν τι ακριβώς θα γίνει και πότε. Το θεατρικό έργο, όμως, είναι το κείμενο που φέρει πάνω του ο ηθοποιός. Με άλλα λόγια, το σώμα είναι ο φορές του κειμένου. Tο ίδιο το κείμενο. Πως θα μπορούσε κάποιος να εξουσιάσει το σώμα;

Αυτή η ερώτηση βασανίζει το σκηνοθέτη της ταινίας. Ο Κασσαβέτης είναι γνωστό ότι έδινε κατευθύνσεις στους ηθοποιούς, αρκετά αυστηρές. Άφηνε όμως την ελευθερία της έκφρασης στο τελικό προϊόν, στην ταινία. Εδώ κάνει μία εποικοδομητική κριτική. Απαντά στο ερώτημα: Ναι, ο ηθοποιός μπορεί να πάρει το έργο «πάνω του». Η καριέρα του ως ηθοποιός και σκηνοθέτης το αποδεικνύει (διαβάστε εδώ την εργοβιογραφία του).

Opening night

Η πρωταγωνίστρια δεν μπορεί να ταυτιστεί με το χαρακτήρα που ενσαρκώνει ο ρόλος της. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να αποδώσει. Η κουβέντα με τη συγγραφέα είναι ανεδαφική. Θέλει να τη βοηθήσουν, ο σκηνοθέτης και αυτή. Αυτό το χέρι βοήθειας δεν έρχεται ποτέ. Αντίθετα, αυτοί τείνουν τα δικά τους πιστεύω. Αυτά που έρχονται από το δικό τους ψυχικό κόσμο, από τις νευρώσεις τους. Οι διάλογοι είναι ακριβείς όσον αφορά στο νευρωσικό λόγο. Αυτό που δημιουργούν δεν είναι έκδηλο με την πρώτη ματιά.

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Βλέποντας καλύτερα την ταινία θα δούμε ότι αυτός ο νευρωσικός λόγος παράγει υποτροπιασμένες νευρώσεις. Υστερίες στην ηθοποιό. Φρακάρουν σε αυτή την παραγωγική οδό. Η απόλαυση της δημιουργίας του χαρακτήρα δεν έρχεται. Το κείμενο που αυτή θα έπρεπε να παράξει δεν υπάρχει. Στη θέση του δημιουργείται μία άρνηση. Ουσιαστικά αυτή η δημιουργία αντί να είναι μία γέννα, παίρνει τη μορφή του θανάτου. Εδώ έχουμε το σημαντικό πρόβλημα: Η ηθοποιός θα έπρεπε να βιώνει τη χαρά της δημιουργίας. Βρίσκεται μπροστά στον ευνουχισμό, σε μία μορφή νεκρού. Αυτό το αδιέξοδο, το impact, την οδηγεί στην υστερία.

Πως θα μπορούσε να βγει από αυτή την κατάσταση; Ο Κασσαβέτης επινοεί την ανατροπή. Αυτή που δε θα ανατρέψει μόνο την πλοκή, δίνοντάς της ρυθμό. Πολύ περισσότερο θα φέρει τα πάνω-κάτω στην εικόνα που έχουμε για το χώρο του θεάματος. Τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο. Αφού ο ηθοποιός είναι αυτός που φέρει πάνω του το κείμενο και είναι το κείμενο, το σημαίνον και το σημαινόμενο, δεν έχει παρά να μπει στην παραγωγική διαδικασία. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο δρα μόνο του. Δεν ανακοινώνουν τίποτε, ανεβαίνουν στο σανίδι. Κάνουν την ανατροπή. Αλλάζουν όλο το έργο. Με αυτό τον τρόπο καταργούν την αυθεντία. Γίνονται δημιουργοί του θεατρικού κειμένου. Μετατρέπουν το πένθιμο γεγονός σε μία χαρμόσυνη γέννα.

ΤΟ ΜΟΤΙΒΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ο Κασσαβέτης μας βάζει στο αφηγηματικό μοτίβο του θανάτου με έναν πολύ απλό τρόπο. Μία νεαρή κοπέλα είναι θαυμάστρια της πρωταγωνίστριας. Την ακολουθεί μέσα στη βροχή, στη μέση του δρόμου. Ένα αυτοκίνητο τη χτυπά και τη σκοτώνει. Το φάντασμά της ακολουθεί αυτή την ηθοποιό. Το σώμα της κοπέλας, ως υπενθύμιση, είναι αυτό το στοιχείο που μας οδηγεί στη νεύρωση. Από εκεί, στην υστερία και στην ψύχωση. Η ηθοποιός θα πρέπει να τη νικήσει. Αν θέλει να μπει στην παραγωγική διαδικασία.

Opening night

Αυτή η πάλη είναι τραβηγμένη με δύο διαφορετικούς τρόπους: Τα δύο σώματα μπαίνουν σε αυτή τη διαδικασία. Εκεί εκφράζεται το ψυχωτικό. Η ηθοποιός το αντιμετωπίζει, το χτυπά και το νικά. Το σώμα της ηθοποιού παλεύει μόνο του, σαν ένας θηλυκός Δον Κιχώτης, μάχεται με αυτά που την τυραννούν. Το αίμα είναι το μόνο στοιχείο που συνδέει τις δύο σεκάνς. Τις συνδέει για να παράξει την έννοια της ψύχωσης. Το δρόμο που μπορείς να βγεις από αυτή. Ο καλλιτέχνης είναι ένας τρελός που ξέρει το δρόμο για να βγει από την τρέλα, έλεγε ο Φρόυντ. Ο Κασσαβέτης οπτικοποιεί αυτή τη θεώρηση.

Η ΔΙΑΡΡΗΞΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

Η τελική σκηνή είναι η μάχη των ηθοποιών απέναντι στους δυνάστες τους. Στους δημιουργούς του κειμένου. Νικούν. Βλέπουμε πως αυτοί έρχονται σε δύσκολη θέση. Έρχονται και φεύγουν από την αίθουσα. Θα δούμε με ποιο τρόπο οι δύο ηθοποιοί απελευθερώνονται. Το έργο απογειώνεται. Έχει πλέον να πει πολλά στο θεατή. Υπάρχει αυτή η ταύτιση που θα προβληματίσει το θεατή για να το συζητήσει, αφού αυτό τελειώσει.

Η ταινία, με αυτή την έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένα είδος μανιφέστου υπέρ της ελευθερίας του καλλιτεχνικού λόγου. Κάπως έτσι γεννιέται στις ΗΠΑ ο underground κινηματογράφος. Ο Τζον Κασσαβέτης είναι ο πατέρας του. Η ταινία συνέχεια δημιουργεί άλλα κείμενα. Μετά τη θέασή της. Την είχα δει πριν πολλά χρόνια. Τώρα μου δημιούργησε ένα άλλο κείμενο. Ασχολούμενος πλέον με τη θεωρία της ψυχανάλυσης και με αυτή των παραστατικών τεχνών, μπορώ να πω ότι ακουμπά το χώρο του Ενιαίου Παραστατικού Χώρου (Περφόρμανς), όπως το θεωρητικοποίησε ο Jerzy Grotowski. Αυτό σημαίνει ότι το κείμενο της ταινίας δεν είναι νεκρό. Εξελίσσεται και αναγεννιέται συνεχώς. Με εκπληκτικό τρόπο μπαίνει στη ζωή μας. Αλληλεπιδρά σε αυτή. Δημιουργεί κείμενα που δομούν μία κειμενοσφαίρα. Σε αυτή ζούμε με συνειδητό ή ασυνείδητο τρόπο. Έναν κόσμο που θα μας επηρεάσει, συνειδητά ή ασυνείδητα. Θα μας προτείνει μία άλλη θεώρηση τω θεμάτων της ζωής μας.

OPENING NIGHT

(ΝΥΧΤΑ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ)

  • Σκηνοθεσία: John Cassavetes
  • Σενάριο: John Cassavetes
  • Φωτογραφία: Al Ruban
  • Μοντάζ: Tom Cornwell
  • Μουσική: Bo Harwood
  • Ήχος: Bo Harwood, Crew Chamberlain
  • Κοστούμια: Aleka Corwin
  • Σκηνικά: Abraham Zwick
  • Παραγωγοί: Al Ruban
  • Παίζουν: Gena Rowlands (Μιρτλ Γκόρντον), John Cassavetes (Μόρις Άαρονς), Ben Gazzara (Μάνι Βίκτορ), Joan Blondell (Σάρα Γκουντ), Paul Stewart (Ντέιβιντ Σάμιουελς), Zohra Lampert (Ντόροθι Βίκτορ), Laura Johnson (Νάνσι Στάιν), John Tuell (Γκας Σίμονς)
  • Έτος Παραγωγής: 1977
  • Χώρα παραγωγής: ΗΠΑ
  • Γλώσσα: αγγλικά
  • Διάρκεια: 144΄
  • Είδος: τραγωδία
  • Εταιρεία διανομής: Bibliotheque
  • Ημερομηνία εξόδου στις αίθουσες: 6/8/2021 (επανέκδοση).

Για να δείτε πληροφορίες για τους συντελεστές και τα τεχνικά χαρακτηριστικά πηγαίνετε εδώ.

The following two tabs change content below.
Ο Γιάννης Φραγκούλης γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1960. Σπούδασε χημεία και φωτογραφία στην ΑΚΤΟ. Παρακολούθησε σεμινάρια σημειωτικής, στο Ελληνοαμερικάνικο Κολλέγιο. Το 2009 τέλειωσε το Master in Arts, από το Middlesex University, με θέμα της διατριβής του, «Ο μύθος, μια αφηγηματική διακειμενικότητα». Το 1989 άρχισε να αρθρογραφεί και το 1990 ξεκίνησε να γράφει κριτικές κινηματογράφου. Το 1992 έγινε μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου και της FIPRESCI. Το 1994 έγινε μέλος του «Μικρό» (Σωματείο για την ταινία μικρού μήκους), Το 2000 ξεκίνησε να διδάσκει σε σεμινάρια κινηματογράφου. Συμμετείχε σε κριτικές επιτροπές κινηματογράφου. Είναι επιστημονικός σύμβουλος του Εργαστηρίου Almakalma, το οποίο ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Εξόρμηση, στο Μανδραγόρα, στην Ουτοπία, στο Αλμανάκ της ΠΕΚΚ κ.ά. Ίδρυσε το περιοδικό «αντι-Κινηματογράφος», το 1992, το περιοδικό «Κινηματογράφος και Επικοινωνία», το 2000. Επιμελήθηκε και συνπαρουσίασε την εκπομπή «Cineπλάνο», στο 902TV. Ήταν υπεύθυνος για διαδικτυακούς τόπους Ίδρυσε και διευθύνει τους διαδικτυακούς τόπους www.filmandtheater.gr και το www.thessalonikinfo.gr. Έχει μεταφράσει το βιβλίο του Jean Mitry, «Ο ρυθμός και η μουσική στον κινηματογράφο», έχει γράψει τα βιβλία «Η κωμωδία στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο», εκδ. Έλευσις, το 2006, «Τι είναι ο κινηματογράφος;», εκδ. Κέντρο Πολιτιστικών Μελετών, «Κώστας Φέρρης», εκδ. της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών. Έχει οργανώσει διάφορες εκδηλώσεις, όπως το Αφιέρωμα στον Παλαιστινιακό Κινηματογράφο, το 2002, την Εβδομάδα Κλασικού Ιαπωνικού Κινηματογράφου κ.ά. Είναι ιδρυτής της Κινηματογραφικής Λέσχης Solaris, η οποία δραστηριοποιείται στη Θεσσαλονίκη. Διευθύνει το Αφηγηματικό Εργαστήριο Fabula, που ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο. Έχει σκηνοθετήσει τρείς ταινίες μικρού μήκους, οι δύο πτυχιακές για το Master στο πανεπιστήμιο Middlesex, και την ταινία-ντοκιμαντέρ «Στιγμή απολιθωμένη».

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή