Τζον Κέινς – Αριστοκράτης και πατριώτης

Σε μιαν εποχή που ο πόλεμος ωθούσε πολλούς να εισηγηθούν ριζοσπαστικές λύσεις, εκείνος υπεράσπιζε την ορθόδοξη οικονομική σκέψη. Απεχθανόταν τις παροχές αγαθών με δελτίο, τον πληθωρισμό και την υπερβολική φορολογία.

by Times Newsroom

ΤΟ ΠΙΟ ΓΝΩΣΤΟ απόφθεγμα του Κέινς –“τελικά όλοι είμαστε νεκροί”– χρησιμοποιήθηκε πολύ συχνά εναντίον του. Θεωρήθηκε ότι συνόψιζε τον υποτιθέμενο αμοραλισμό της ομάδας του Μπλούμσμπερι, την αίσθηση ότι τα μέλη της αναζητούσαν τη βραχυπρόθεσμη σωματική και αισθητική ικανοποίηση, χωρίς τις σταθερές αξίες της θρησκείας, της πατρίδας και της οικογένειας. Στον τρίτο τόμο της σημαντικής βιογραφίας του Κέινς (Robert Skidelsky, John Maynard Keynes: Fighting for Britain 1937 – 1946, εκδ. Macmillan), ο Ρόμπερτ Σκιντέλσκι αποδεικνύει πόσο μεγάλη ήταν αυτή η παρανόηση.

Ο τόμος αυτός καλύπτει την περίοδο κατά την οποία ο μεγάλος οικονομολόγος ήξερε ότι σύντομα θα πεθάνει. Το 1937 έμεινε στο κρεβάτι πολλούς μήνες από την καρδιακή νόσο από την οποία τελικά θα πέθαινε. Μόλις συνήλθε, ανέλαβε έναν τεράστιο όγκο καθηκόντων, τα οποία κατά πάσα πιθανότητα επέσπευσαν το θάνατό του.

Μεγάλη επιρροή

Ως σύμβουλος αμισθί του υπουργείου Οικονομικών της Βρετανίας, επινόησε τεχνικές χρηματοδότησης του πολέμου και διαπραγματεύθηκε με τους Αμερικανούς το θέμα της μεταπολεμικής οικονομικής τάξης (οι διαπραγματεύσεις αυτές οδήγησαν τελικά στη δημιουργία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου). Η επιρροή του ήταν τόσο μεγάλη ώστε ο Λόρδος Σκιντέλσκι ισχυρίζεται ότι ορισμένες φορές εθεωρείτο ντε φάκτο υπουργός Οικονομικών.

Παράλληλα με τα καθήκοντα αυτά, ο Κέινς συνέχισε να κατέχει τη θέση του ταμία στο Κινγκ’ς Κόλετζ του Κέμπριτζ και του διευθυντή της “Οικονομικής Επιθεώρησης” (Economic Journal). Ανέλαβε επίσης νέες δικαιοδοσίες ως πρόεδρος του Συμβουλίου για την Ενθάρρυνση της Μουσικής και των Τεχνών (το σώμα το οποίο αργότερα έγινε το Συμβούλιο Καλών Τεχνών), ως επίτροπος της Εθνικής Πινακοθήκης και μέλος του Κολεγίου Ίτον. Στον ελεύθερο χρόνο του έγραφε δηκτικά γράμματα, κυνηγούσε φασιανούς και ξεφύλλιζε σκοτεινά βιβλία που αφορούσαν τους Ιακωβίνους επαναστάτες.

Πολύ” Άγγλος

Ποια δύναμη τον καθοδηγούσε; Μέρος της απάντησης πρέπει να αναζητηθεί σε ένα ορισμένο εργασιακό ήθος το οποίο ο Κέινς κληρονόμησε από την οικογένειά του, όπου κυριαρχούσε η προτεσταντική ηθική. Έπινε λίγο και κοιμόταν νωρίς. Ο πατριωτισμός ήταν το άλλο ισχυρό του κίνητρο. Αντίθετα από τα άλλα μέλη του “κύκλου του Μπλούμσμπερι”, δεν ήταν λάτρης ούτε της ηθικής ούτε της κουλτούρας ούτε της κουζίνας των Γάλλων. Επιθυμία του ήταν να προσαρτηθεί ένα εστιατόριο με αγγλική κουζίνα σε κάθε κέντρο εικαστικών τεχνών, που ονειρευόταν να δημιουργήσει τη μεταπολεμική εποχή.

Η στενή σχέση του με θεσμούς βαθύτατα “αγγλικούς” έγινε αισθητή κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Το 1942 έγινε μέλος της Βουλής των Λόρδων και παρά το ότι δεν ήταν ούτε κατ’ ελάχιστο πιστός, κατέληξε να θεωρεί την Εκκλησία της Αγγλίας χρήσιμο κοινωνικό θεσμό. Μετγά τον θάνατό του η νεκρώσιμος ακολουθία έγινε στο Αββαείο του Ουέστμινστερ και επιθυμία του ήταν οι στάχτες του να εντοιχιστούν στο παρεκκλήσι του Κινγκ’ς Κόλετζ.

Ισότητα

Ένα από τα πράγματα για τα οποία ο Κέινς δεν αγωνίστηκε ποτέ ήταν η ισότητα. Παραιτήθηκε από τη Μαλθουσιανή Εταιρεία γιατί έβρισκε ενοχλητικές τις ομοιότητες ανάμεσα στις θεωρίες περί ευγονίας που πρέσβευε αυτή και την ιδεολογία του χιτλερισμού, παρά το ότι δεν έπαυσε ποτέ να πιστεύει στη φυσική ανισότητα των ανθρώπων. Από πολλές απόψε3ις ο πόλεμος ήταν το φυσικό περιβάλλον του Κέινς, γιατί πρόσφερε μια δυνατότητα να παρακαμφθεί ο ενοχλητικός μηχανισμός του γενικευμένου δικαιώματος ψήφου. Η δημόσια επιρροή του οφειλόταν στις προσωπικές του σχέσεις και στη δυνατότητά του να εξασκεί τη γοητεία του πάνω σε ορισμένους ανθρώπους. Ενώ μαινόταν η Μάχη της Αγγλίας, ο Κέινς πέρασε δυο-τρεις ώρες μιλώντας με τον Τσόρτσιλ σ’ ένα δείπνο.

Ο ακραίος πατριωτισμός του και η περιφρόνησή του προς τη δημοκρατία έκαναν δύσκολες τις σχέσεις τού Κέινς με τους Αμερικανούς. Δεν του άρεσε η ατμόσφαιρα της Ουάσιγκτον, όπου η κοινή γνώμη ήταν αυτό που απασχολούσε τους πάντες, ούτε το Κογκρέσο, όπου διάφοροι “τύποι εβραϊκής καταγωγής” τού υπενθύμιζαν διαρκώς ότι η Βρετανία ήταν πια δύναμη δευτέρας διαλογής.

Ορθόδοξη σκέψη

Όσον αφορά την οικονομική του σκέψη, ο Κέινς δεν σκεπτόταν κυκλικά. Σε μιαν εποχή που ο πόλεμος ωθούσε πολλούς να εισηγηθούν ριζοσπαστικές λύσεις, εκείνος υπεράσπιζε την ορθόδοξη οικονομική σκέψη. Απεχθανόταν τις παροχές αγαθών με δελτίο, τον πληθωρισμό και την υπερβολική φορολογία. Οι απόψεις του ήταν πολύ διαφορετικές από αυτές των λεγομένων κεϊνσιανών, μάλιστα είχε καλές σχέσεις με τον Φρίντριχ Χάγιεκ. Αντίθετα από πολλούς Άγγλους φίλους του και μερικούς Αμερικανούς συναδέλφους του, αντιμετώπιζε πάντα τη Σοβιετική Ένωση με περιφρόνηση. Αυτό που τον ενδιέφερε κυρίως ήταν να προστατεύσει τον καπιταλισμό από τους καπιταλιστές.

Ο Λόρδος Σκιντέλσκι πάει σε βάθος και σε πλάτος, αλλά το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του βιβλίου του έγκειται στο ότι έχει εμβαθύνει στην προσωπικότητα του Κέινς. Είναι φανερό ότι ο ίδιος είναι θαυμαστής του Κέινς, αλλά προσφέρει αρκετό υλικό ώστε οι λιγότερο ευνοϊκά προσκείμενοι να μπορέσουν να σχηματίσουν μια γνώμη.

Ο Κέινς πίστευε στη δημιουργία ενός γήινου παραδείσου, όπου το “οικονομικό πρόβλημα δεν θα ταλαιπωρούσε επί μονίμου βάσεως την ανθρωπότητα”. Δύσκολα όμως μπορεί να πιστέψει κάποιος ότι τον απασχόλησε ιδιαίτερα η ανθρωπότητα στο σύνολό της. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα γραπτά του θεωρεί συνήθως δεδομένο ότι οι αναγνώστες του έχουν υπηρέτες, οι φίλοι του ήταν όλοι ωραίοι ή πάρα πολύ έξυπνοι, και μέλημά του ήταν να τους διατηρήσει στην κατάσταση αυτή.

Η γυναίκα του

Αυτό το φιλόδοξο και ευχάριστο βιβλίο θίγει πολλά επιμέρους θέματα και, εκτός από τον κεντρικό ήρωας, ρίχνει φως σε πολλά χαρακτηριστικά πρόσωπα.

Η αναφορά στη γυναίκα του Κέινς, μια πρώην χορεύτρια, λίγο χωριάτισσα και λίγο νεράιδα, είναι ιδιαίτερα ζωντανή. Ήταν σε πολλά σημεία το αντίθετο του συζύγου της και τόσο αδιάφορη προς τους αριθμούς που είχαν κυριαρχήσει στη ζωή τους, ώστε ισχυριζόταν ότι ήταν πολύ πάνω από τα 80 όταν οι επίτροποι της οικογενειακής περιουσίας επέμεναν ότι είναι μόνο 78.

The Economist

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή