Τζορτζ Γκόρντον Νόελ Μπάιρον | Ο διασημότερος άγγλος ποιητής της εποχής του

by Times Newsroom 1
  • Γράφει ο Ερανιστής

Ο επιβλητικός, κοσμικός αριστοκρατισμός πολλών άγγλων συγγραφέων των αρχών του 19ου αιώνα, προσδίδει στον αγγλικό ρομαντισμό μια ιδιαίτερη μορφή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι άγγλοι ρομαντικό, όπως ο Γουίλιαμ Γουόρντσγουορθ (William Wordsworth, 1770 – 1850), ο Σάμιουελ Τέιλορ Κόλεριτζ (Samuel Taylor Coleridge, 1772-1834) κι ο Γουόλτερ Σκοτ (Walter Scott, 1771 – 1832), δεν έχουν δεχτεί την επίδραση του γερμανικού κλασικισμού.

Το ίδιο και ο λόρδος Μπάιρον οικειώθηκε μερικές αστραπές από το έργο του Γκαίτε. Κι ο “ένδοξος Γκαίτε”, στον οποίον ο Μπάιρον αφιέρωσε το δράμα του “Σαρδανάπαλος”, εξέφραζε για τον άγγλο ποιητή έναν θαυμασμό που δεν έδειξε για κανέναν άλλο σύγχρονό του συγγραφέα.

Ο λόρδος Βύρων σε ηλικία 16 ετών, έργο αγνώστου, ελαιογραφία σε μουσαμά, 76Χ 63 εκ. (3329) Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Τζορτζ Γκόρντον Νόελ Μπάιρον (George Gordon Byron), καταγόμενος από παλαιό, νορμανδικό οίκο ευγενών, γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1788, στο Λονδίνο. Σε ηλικία δέκα ετών κληρονόμησε τον τίτλο του λόρδου κι από το 1809 έπαιρνε μέρος στις συνεδριάσει της Βουλής των Λόρδων. Ταξίδεψε στην Ισπανία, την Πορτογαλία, τη Μάλτα, την Αλβανία, την Ελλάδα και την Κωνσταντινούπολη. Όταν γύρισε στο Λονδίνο, προκάλεσε αίσθηση με την υποστήριξη των εργατών και των καθολικών στη Βουλή και λίγο αργότερα, στα 1812, έγινε ο διασημότερος άγγλος ποιητής της εποχής του.

Το ποιητικό έπος του «Το Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ», (Childe Harold’s Pilgrimage) πουλήθηκε, σε μια μέρα μονάχα, σε δεκαοχτώ χιλιάδες αντίτυπα! Επί τέσσερα χρόνια υπήρξε ο κυρίαρχος των πιο αριστοκρατικών σαλονιών. Κι όμως έβρισκε καιρό, ανάμεσα στους χορούς και τις δεξιώσεις, για να γράψει πολλές μικρές ποιητικές νουβέλες. Η κατάσταση αυτή ωστόσο άλλαξε απότομα όταν πήρε διαζύγιο. Οι σχέσεις του με την ετεροθαλή αδελφή του προκάλεσαν μεγάλο σκάνδαλο κι ο Μπάιρον αναγκάστηκε στα 1816 να φύγει για πάντα από την Αγγλία.

Στην Ελβετία γνωρίστηκε με τον Σέλεϊ (Percy Bysshe Shelley, 1792-1822). Ύστερα πήγε στην Ιταλία, όπου διατηρούσε μια χαλαρή επαφή με τους “καρμπονάρους” κι έλαμψε στα καρναβάλια της Βενετίας.

Ο Μπάιρον είχε ωραία εμφάνιση και αθλητικό παράστημα και παρ’ όλο που το ένα πόδι του ήταν λίγο κοντύτερο – η ίδια η υστερική μητέρα του τον είχε ειρωνευτεί γι’ αυτό στα παιδικά του χρόνια – ήταν καλός ξιφομάχος και σκοπευτής, είχε ασκηθεί στην πυγμαχία και είχε τολμήσει να επαναλάβει στα Δαρδανέλια τον άθλο του Λέανδρου. Το μυθικό ερωτικό δράμα “Ηρώ και Λέανδρος” της αρχαίας μυθολογίας τοποθετείται γεωγραφικά στον Ελλήσποντο. Κατά τον μύθο, ο Λέανδρος κολυμπούσε κάθε νύχτα από την Άβυδο, στην ασιατική ακτή, μέχρι την αντικρινή πόλη Σηστό, όπου συναντούσε την αγαπημένη του ονόματι Ηρώ, ιέρεια της Αφροδίτης.

Προσωπογραφία του 1832, Άνταμ Φρίντελ

Αυτό το τόλμημα του Μπάιρον ήταν σύμφωνο με τα γούστα των κυριών και του απέφερε τεράστια φήμη. Μέσα όμως σ’ αυτές τις κοσμικές του επιτυχίες, εργαζόταν εντατικά σαν ποιητής, όταν έμαθε την εξέγερση των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων. Είχε γνωριστεί με τους ηγέτες της Ελληνικής Επανάστασης, στο πρώτο ταξίδι του στην Ελλάδα κι έτσι πήγε εκεί, όπου τον δέχτηκαν μ’ ενθουσιασμό. Αρμάτωσε δυο καράβια και αποβιβάσθηκε στο Μεσολόγγι, όπου άρχισε να ετοιμάζει την επίθεση εναντίον των Τούρκων, κι όπου έζησε τη διχόνοια των Ελλήνων και την απειθαρχία των διαφόρων οπλαρχηγών.

Η άφιξη του Λόρδου Μπάιρον στο Μεσολόγγι

Βαριές, νευρικές κρίσεις και τέλος η μηνιγγίτιδα που την προκάλεσε το ελώδες, ανθυγιεινό κλίμα, τον οδήγησαν στο θάνατο: στις 19 Απριλίου 1824 πέθανε ύστερα απ΄μια κρίση πυρετού, με δυνατά ρίγη. Λέγεται ότι ήθελαν να τον κάνουν τον πρώτο βασιλιά της απελευθερωμένης Ελλάδας, αλλά μόνο η καρδιά του έμεινε στην Ελλάδα, μέσα σε μια ασημένια θήκη, ενώ το υπόλοιπο σώμα βρήκε την τελευταία γαλήνη στην Αγγλία, όχι όμως στη μητρόπολη του Αγίου Παύλου ή του Γουεστμίνστερ – ο κλήρος αρνήθηκε να τον δεχθεί – αλλά κοντά στους προγόνους του, στην εκκλησία του χωριού, την Church of St. Mary Magdalene στο Hucknall.

Ο Lord Byron στο νεκροκρέβατο, 1826

Όλη η Ευρώπη τον πένθησε. Κι ο Γουόλτερ Σκοτ έγραψε γι’ αυτόν πως ήταν “μια μεγαλοφυΐα που βαδίζει ανάμεσά μας σαν κάτι ανώτερο απ’ τον κοινόν άνθρωπο και που την ατενίζουμε με δέος, μην ξέροντας αν οι δυνάμεις της είναι δυνάμεις καλού ή κακού”.

Ο “Τσάιλντ Χάρολντ” μας προσφέρει τον χαρακτηριστικό τύπο της ποίησης του Μπάιρον, που είναι γι’ αυτόν ένα μέσο υποκειμενικής αυτοέκφρασης. Τα μεταγενέστερα έργα του επαναλαμβάνουν τον ίδιο τύπο υπό άλλη μορφή. Σήμερα μας κινούν το ενδιαφέρον περισσότερο από τα περιγραφικά του έργα τα προσωπικά του ποιήματα, όπου με το πρόσχημα ενός ταξιδιού εκφράζει την ατομικότητά του, χρησιμοποιώντας όλη του την ποιητική παλέτα: το λυρισμό, την ειρωνεία, τον κυνισμό, τη ρητορεία και την πολεμική. Ο Μπάιρον, που εκτιμούσε πολύ τις “Εξομολογήσεις” του Ρουσό, εικονίζει τον εαυτό του με την απόλυτη αφροντισιά της αριστοκρατικότητας, έτσι που αναρωτιέται κανείς, αν η κάποια ηθικολογία του, όπως διαφαίνεται στον πρόλογο του “Τσάιλντ Χάρολντ”, αποτελεί κάτι πηγαίο ή απλώς συγκατάβαση.

Θα ήταν πολύ πιο ευχάριστο και μάλιστα ευκολότερο να τον περιγράψουμε σαν έναν αξιαγάπητο χαρακτήρα. Θα ήταν εύκολο να τονίσουμε τα σφάλματά του και να τον αφήσουμε περισσότερο να δρα παρά να μιλάει. Δεν ήταν όμως προορισμένος να γίνει ένα πρότυπο. Το πολύ-πολύ να έδειχνε πως η πρόωρη καταστροφή της καρδιάς οδηγεί στην απογοήτευση, μέσα στις παρούσες χαρές, και πως ακόμα και οι ομορφιές της φύσης και οι παρορμήσεις για το ταξίδι – που έξω από τη φιλοδοξία είναι ίσως οι ισχυρότερες από όλες τις παρορμήσεις – δεν εναρμονίζονται σε μιαν έτσι διαμορφωμένη, και ίσως ξεστρατισμένη ψυχή”.

Ο τρόπος που ο Μπάιρον εκφράζεται ποιητικά για την πλήξη του, είναι πραγματικά αριστοκρατικός. Αποτελεί μοναδικό παράδειγμα δανδή που κατορθώνει να επιδοθεί σε πνευματικές ενασχολήσεις, χωρίς να πάψει να είναι δανδής, πράγμα που οι μεταγενέστεροι λογοτεχνικοί δανδήδες, ακόμα και μεγαλοφυείς σαν τον Μπωντλαίρ, δεν το κατόρθωσαν. Στο δραματικό του ποίημα “Μάνφρεντ”, που είναι επηρεασμένο από τον “Φάουστ” του Γκαίτε, ο ήρωας, στην τελική σκηνή, πετάει στο πνεύμα που τον κατηγορεί αυτή την απάντηση:

Ό,τι έκανα το έκανα και έχω μες στην καρδιά μου
έναν σπαραγμό που δεν μπορείς εσύ να τον αυξήσεις.
Το αιώνιο πνεύμα δημιουργεί μονάχο την εκδίκηση.
Για τις καλές και τις κακές του σκέψεις.

Είναι το ίδιο η πηγή και το τέλος του κακού
ο χρόνος και ο τόπος του, κι η πιο βαθιά τους έννοια,
και μες στην αιωνιότητα δεν έχει πια ανάγκη
απ’ τον πολύχρωμο εξωτερικό κόσμο,
αλλά βαδίζει στη χαρά ή την απόγνωση
με τη δική του στάθμη της αξίας.

Ποτέ δε μ’ έβαλες σε πειρασμό και δε θα το μπορούσες,
δεν ήμουν παίγνιό σου, ούτε λεία.
Καταστροφέας του εαυτού μου ήμουν πάντα
και τέτοιος θα μείνω.

Με μεταφυσική βαθύτητα συνέλαβε ο Μπάιρον την πανανθρώπινη συμβολική σημασία του αδελφοκτόνου Κάιν, σ’ ένα Μυστήριο που την έννοιά του κατάλαβαν αμέσως ο Σκοτ, ο Σέλεϊ κι ο Γκαίτε. Ένα μήνα αργότερα έγραψε το ορατόριο “Ουρανός και Γη”, που έχει για θέμα το 6ο κεφάλαιο της Γένεσης: “ἰδόντες δὲ οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων ὅτι καλαί εἰσιν, ἔλαβον ἑαυτοῖς γυναῖκας ἀπὸ πασῶν, ὧν ἐξελέξαντο”. Ο Γκαίτε θεωρούσε αυτό το Μυστήριο σαν το τελειότερο τραγικό ποίημα του Μπάιρον.

Ατελείωτο παρέμεινε (στο 17ο άσμα του) το αποκορύφωμα της ποιητικής τέχνης του, ο “Δον Ζουάν”, που αποτελεί το αριστοτεχνικότερο έργο του από γλωσσική και ποιητική άποψη. Το αγγλικό κοινό αγανακτούσε όταν οι ομοβροντίες αυτών των στίχων, συνέτριβαν τις επάλξεις της συμβατικής του αρετής. Και πάλι όμως ο Σκοτ μπόρεσε να καταλάβει καλύτερα τον ποιητή και να εκτιμήσει την ερευνητική ποίηση που “κάνει τον ποιητή να μιλάει για τον εαυτό του με τόσο αυθόρμητη δύναμη όπως ένα δέντρο απογυμνώνεται από το φύλλωμά του. Ο Γκαίτε όμως με την αντικειμενικότητά του απαντούσε στους μαινόμενους επικριτές: “Το αγγλικό έθνος δεν έχει λόγο να κατηγορεί τον Λόρδο Μπάιρον για τα ελαττώματά του, γιατί ό,τι αισθάνεται το αισθάνεται σαν Άγγλος, δηλαδή σαν αδέσμευτος, πλούσιος κληρονόμος με σχολαστική ανατροφή, ηθικά απαίδευτος, αρεσκόμενος στις αντιθέσεις και αντιφάσεις και φιλάρεσκος στην κατακραυγή”.

Για τον “Δον Ζουάν” ο Γκαίτε λέει πως “είναι ένα απέραντα μεγαλοφυές έργο, μισάνθρωπο ώς την πιο τραχιά ωμότητα, και φιλανθρωπικό στα γλυκύτερά του βάθη”. Στο αντιπροσωπευτικότερο σημείο της σύγχρονης πνευματικής Δύσης, στο δεύτερο μέρος του “Φάουστ”, ο Λόρδος Μπάιρον αποθεώνεται με τη μορφή του εφήβου Ευφορίωνα, που είναι προϊόν του ερωτικού δεσμού του βόρειου συγχρόνου Φάουστ και της ελληνικά ωραίας Ελένης. Και είναι μια απόδειξη της εσωτερικής ρωμαλεότητας του αγγλισμού, το γεγονός ότι το έθνος αυτό αναγνώρισε τελικά, σαν μεγάλο τέκνο του, αυτόν τον μεγάλο χλευαστή του.

“Η Ελλάδα στέφουσα τον Λόρδο Βύρωνα”, αλληγορικό μαρμάρινο σύμπλεγμα – Αθήνα

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή