Βίος αφιλοσόφητος, ουκ έστιν βίος

Σπάνιες αρετές της ζωής υπογραμμίζει ο Γάλλος διανοητής Αντρέ Κοντ Σπονβίγ στο βιβλίο του

by Times Newsroom 1

ΣΕ ΤΟΥΤΗ τη μανιχαϊκή εποχή της υπεραπλούστευσης, η φιλοσοφία, (ως ανάγνωσμα παρά σαν τρόπος ζωής) σημαίνει δυο πράγματα: είτε απροσπέλαστα έργα, αδιάβατα λόγω των πανύψηλων εμποδίων τα οποία ορθώνουν όχι η βαθιά σκέψη αλλά τα άξενα εκφραστικά ιδιώματα είτε βιβλία ελαφρά και αραιά, που αφήνουν εντυπώσεις τόσο ανεξίτηλες, όσο η άχνα στα χείλη. Μεταξύ του βαριού και του λάιτ, χάσκει το χάος.

Δεν ήταν πάντα έτσι. Για την ακρίβεια δεν υπήρχε καν το κενό. Η ζωή ήταν πιο δύσκολη υλικά αλλά πιο σοβαρή πνευματικά. Στη διάθλαση του περίεργου νου, υπήρχε πάντα ο Αριστοτέλης –που λέει άλλωστε ότι πηγή της φιλοσοφίας είναι η περιέργεια– με τα “Ηθικά Νικομάχεια” και τα “Πολιτικά” και υπήρχε και ο Χιουμ με την “Έρευνα σχετικά με τις αρχές της ηθικής”. Υπάρχουν και τώρα αλλά, πολύ περιθωριακότερα απ’ ό,τι ήταν τους προηγούμενους αιώνες. Είναι όμως βιβλία ευανάγνωστα και πλούσια για την αγωγή της ψυχής επειδή ήταν γραμμένα, όχι ως αναμέτρηση φιλοσόφων αλλά ως επικοινωνία ιδεών από τον έναν εγρήγορο νου στον άλλο. Αυτή η συγγενής παράδοση έσβησε κάτω από τα πλήγματα ενός φανατικού μανιχαϊσμού: από τη μια η πολλή εξυπνάδα και από την άλλη η πολλή βλακεία.

Από τη μια η καθηγητοποίηση της φιλοσοφίας στα γερμανικά πανεπιστήμια του 18ου αιώνα, που με τη βοήθεια του αγγλοσαξονικού πραγματισμού ακμάζει στις μέρες μας ως πανεπιστημιακή γκετοποίηση (μήτε όμως ο Σωκράτης μήτε ο Σπινόζα ήταν καθηγητές)· και από την άλλη, το αντίθετό του, η υπεραπλούστευση έως εξαέρωση της φιλοσοφίας για χάρη των πολλών που κατ’ ουσίαν αδιαφορούν για τη φιλοσοφία εάν αυτή σημαίνει πνευματικό κόπο. Λείπει η γνήσια περιέργεια που ξεκινάει από μια θεμελιώδη άγνοια, η οποία πηγάζει από την επίγνωση ότι τα άχρηστα πράγματα είναι εξαιρετικά πλούσια για την ψυχή.

Το 1930 ο Τζ. Μουρ, αφού διάβασε το “Τρακτάτους Λογικοφιλοσόφικους” για να πάρει ο Βιτγκενστάιν πτυχίο από το Κέμπριτζ, είπε: “Είναι μεγαλοφυές βιβλίο. Και κατά τα άλλα, ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Κέμπριτζ για πτυχίο”. Η ξερή λακωνική αυτή διατύπωση εκφράζει ακριβώς τη διχοτομία μεταξύ του ελεύθερου και υψηλού και του τυπικού του εγκλωβισμένου στα όρια της ακαδημαϊκής κοινότητας. Σήμερα που δεν υπάρχουν Βιτγκενστάιν (ούτε και “Ηθικές αρχές” του Τζ. Μουρ), οτιδήποτε φυτρώνει στον ενδιάμεσο χώρο, είναι καλόδεχτο. Ακόμη και στον ακάλυπτο, μεταξύ δυο πολυκατοικιών, μπορούν να φυτρώσουν άσπρα λουλούδια.

Ένα τέτοιο είναι το βιβλίο τού Αντρέ Κοντ Σπονβίγ “Μια σύντομη πραγματεία για τις μεγάλες αρετές: χρήσεις της φιλοσοφίας στην καθημερινή ζωή” (Andre Comte-Sponville, A Short Treatise on the Great Virtues: The Uses of Philosophy in Everyday Life, 352 σελίδες). Εξονυχιστικά μυαλά θα διερευνούσαν τις έννοιες των αρετών (από το ρήμα αρμόζω), το γιατί και το πώς της δημιουργίας, των σκοπών, του οφέλους, των διεργασιών, των μεταμορφώσεων και του προσανατολισμού των· κατά πόσο ισχύει ο δεδομένος χαρακτήρας τους. Αναγνωρίζοντας την ανάγκη τους σ’ ένα ηθικά διαλυμένο κόσμο, ο Σπονβίγ τις θεωρεί αυταξίες· και τούτο, καθώς γράφει ο φιλόσοφος Α.Σ. Γκρένλινγκ στη Fianancial Times”, δεν συνιστά πράξη πνευματικής οκνηρίας, αντίθετα, είναι δείγμα αισιοδοξίας. Άλλωστε αποτελεί πράξη αισιοδοξίας το να γράφει κανείς για αρετές σε μια κουρασμένη κοινωνία, που ελάχιστες έχει να επιδείξει.

Είναι παρηγορητικό να βρίσκει κανείς ότι η αισιοδοξία φύεται ακόμη στη Σορβόννη όπου ο Σπονβίγ διδάσκει φιλοσοφία κι ακόμη πιο παρηγορητικό να τη βλέπει να εκφράζεται με τέτοια πίστη. Ίσως αυτό εξηγείται από τις επιρροές του συγγραφέα από εξαιρετικά ζωογόνους διανοητές σαν τον Αριστοτέλη, τον Σπινόζα και τον Καντ, τη σύμπλευσή του με τον Νίτσε και τις εποικοδομητικές διαφωνίες του με τον Φρόιντ.

Ο Αριστοτέλης και ο Σπινόζα πλην από μεγαλοφυείς στοχαστές ήταν και προσγειωμένοι άνθρωποι. Είχαν την κοινή λογική, την ανεκτικότητα που εξυπακούει η καθημερινή ζωή και, στο βάθος, μια συμπάθεια για την ανθρώπινη κατάσταση στον κοινό της παρονομαστή. Αυτό δίνει το άρωμα της σοφίας στα λόγια τους. Με τέτοιες επιρροές ο Σπονβίγ δεν θα μπορούσε να πέσει έξω όταν εννοεί τις αρετές όχι σαν μέσο υπεροχής από τους άλλους, αλλά σαν τρόπο συνύπαρξης μαζί τους. Υπάρχει ο κίνδυνος όταν μιλάει κανείς για πίστη, σύνεση, ψυχραιμία, νουνέχεια, κουράγιο, δίκαιο, συμπάθεια, σύμπνοα (η λέξη αγάπη θα ήταν υπερβολική), ευγνωμοσύνη, ευγένεια, για έννοιες δηλαδή που αιώνες τις έχουν φορτώσει με αφηρημένες εξιδανικεύσεις, να πέσει στο αμάρτημα της πλαστότητας, του ψεύδους, της μεγαλοστομίας, της πόζας, της αερολογίας, της φλυαρίας, της αναξιοπιστίας. Η αρετή, όμως, του ίδιου του Σπονβίγ είναι ότι μπορεί να δίνει σ’ αυτές τις αναιμικές λέξεις σάρκα και οστά παρμένα από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Όχι ότι δεν υπάρχουν λάθη ή τουλάχιστον πράγματα που παραξενεύουν: η “αγνότητα” π.χ. είναι, για τον συγγραφέα, μη αναγώγιμη αρετή, δηλαδή δεν μπορεί να αναλυθεί ή να αναχθεί ή να υπαχθεί σε κάποια άλλη ή κάτι άλλο. Κατ’ αυτόν ταυτίζεται με την ιδέα του νέου κοριτσιού και γι’ αυτό θα έπρεπε κανείς να του θυμίσει, εάν το έχει ξεχάσει, τα νεαρά κορίτσια στο “Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο” του Προυστ.

Αυτό όμως είναι ένα γλίστρημα της μνήμης. Στο σύνολό του είναι ένα ψύχραιμο, φωτισμένο βιβλίο, με την έννοια ότι διαπνέεται από την κοινή λογική. Η αξία του έγκειται ακριβώς στο ότι είναι παράκαιρο, ότι μιλά για θέματα τα οποία φαίνονται ξεπερασμένα που η ανάγκη τους όμως είναι αισθητότερη όσο η απουσία τους είναι βαρύτερη.

Παρήγορες επιλογές

Διαπνέεται από έναν αέρα ανθρωπιάς κι αυτό είναι σπάνιο. Διαλέγει να προτείνει σαν αξίες τη συμπάθεια, την ευγένεια, τη γενναιοψυχία και τη δικαιοσύνη και κανείς άνθρωπος, όταν είναι λογικός μέσα σε έναν παράλογο κόσμο, θα διαφωνούσε με αυτές τις επιλογές. Θα υπάρξουν και διαφωνίες και αντιρρήσεις για όσα λέγονται για τη σύνεση (την αριστοτελική μεσότητα) το δίκαιο και το κουράγιο· σ’ όλους όμως (ή σχεδόν σε όλους) είναι κατανοητή η υπογράμμισή τους, στον ιδρώτα και τον κουρνιαχτό του στίβου της ζωής.

___________________________

Πηγή: Fianancial Times

  • Κεντρική φωτογραφία: Με την επιμονή αποκαλύπτεται η αλήθεια”: παμπάλαιες όσο και σύγχρονες αξίες κάτω από τον θόλο της ζωής. Τζένι Χόλτσερ, Εγκατάσταση στο Μουσείο Γκουγκενχάιμ, 1986

Ο Αντρέ Κοντ-Σπονβίλ γεννήθηκε στο Παρίσι το 1952. Απόφοιτος της Ecole Normale Superieure της οδού Ουλμ και διδάκτωρ φιλοσοφίας, διδάσκει στο πανεπιστήμιο Paris I (Pantheon-Sorbonne). Μεταξύ των έργων του συγκαταλέγονται τα: “Traite du desespoir et de la beatitude” [1. Le Mythe d’Icare (1984), 2. Vivre (1988)], “Une education philosophique” (1989), “Valeur et verite. Etudes cyniques” (1994), “Impromptus” (1996), “L’Etre-temps” (1999), “Dictionnaire philosophique” (2001). “Η Μικρή Πραγματεία περί Μεγάλων Αρετών” τιμήθηκε το 1995 με το βραβείο La Bruyere της Γαλλικής Ακαδημίας. Στα ελληνικά κυκλοφορούν επίσης τα έργα του: “Οι μοντέρνοι καιροί και η σοφία τους” που έγραψε σε συνεργασία με τον Λικ Φερί. Από τις εκδόσεις “Κέδρος” κυκλοφορούν οι μελέτες του “Καθρέφτες φιλοσοφίας”, “Είναι ηθικός ο καπιταλισμός;” και “Ο μύθος του Ίκαρου: Πραγματεία περί απελπισμού και μακαριότητας”.

 

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή