Βίος και βία (είναι λέξεις ομόρριζες)

Οι εκφάνσεις οργανωτικής βίας δεν σχετίζονται με την παθολογική βία που είναι παγιδευμένη στην αποδιοργάνωση, στην καταστροφικότητα και τον θάνατο.

by Times Newsroom 1
  • ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΣΑΛΙΚΟΓΛΟΥ

Rien de plus mystérieux que la clarté (Paul Valéry)

Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ δέχεται την ύπαρξη μιας “οργανωτικής” βίας απαραίτητης για τη ζωή και την οργάνωση του αναπτυσσόμενου ψυχικού κόσμου. Δεν μπορεί να υπάρξει γέννηση σκέψης και λόγου χωρίς τη συνδρομή μιας τέτοιας βίας.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα από τις πρώτες ήδη στιγμές της ζωής εκτός από το αρχικό τραύμα της γέννησης είναι: η βία στους μηχανισμούς ταύτισης (παίρνω κάτι δικό σου και το κάνω δικό μου), η βία που απαιτεί η ψυχική διαφοροποίηση και ο αποχωρισμός από τη συμβιωτική σχέση με τη μητέρα, η βία που απαιτείται για την απαγόρευση της αιμομειξίας, η βία κατά την εγκατάσταση των κοινωνικών και πολιτισμικών θεσμών, για την οποία διεξοδικά ο Φρόιντ ομιλεί στο έργο του “Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας”. Ενδεικτική είναι η βία των τελετουργιών μύησης που στους πρωτόγονους λαούς εξασφαλίζουν το πέρασμα από την εφηβεία στην ενήλικη ζωή.

Οι εκφάνσεις οργανωτικής βίας δεν σχετίζονται με την παθολογική βία που είναι παγιδευμένη στην αποδιοργάνωση, στην καταστροφικότητα και τον θάνατο.

Ο ιδρυτής της ψυχανάλυσης στο έργο του “Πέραν της αρχής της ηδονής” το 1923, έχοντας ήδη καταρρίψει δυο θεμελιώδη ταμπού, της σεξουαλικότητας και της αυτονομίας της συνείδησης, θα οδηγηθεί σε μια τρίτη θέση “σκάνδαλο”, την πιο αμφιλεγόμενη από όλες τις θέσεις του: την αποδοχή της ενόρμησης του θανάτου σαν μιας πρωτογενούς και αδιαίρετης ενόρμησης.

Μια “απαισιόδοξη” θεωρία που δεν είναι άμοιρη της εποχής της και των γεγονότων ζωής που βίωσε ο δημιουργός της καθώς ο Φρόιντ όταν διατύπωνε αυτή τη θεωρία ζούσε την εμπειρία ενός καταστροφικού πολέμου, την απώλεια του αγαπημένου εξάχρονου εγγονού του Χάινελε λίγο μετά τον θάνατο της κόρης του Σοφίας.

“Ο στόχος του Έρωτα είναι να εγκαθιδρύει πάντοτε όλο και μεγαλύτερες ενότητες, δηλαδή να διατηρεί: Ο στόχος, αντιθέτως, της άλλης ενορμήσεως είναι να διαρρηγνύει τις σχέσεις, επομένως να καταστρέφει”. Η ανελέητη πάλη ανάμεσά τους σφραγίζει ανεξίτηλα την ύπαρξή μας.

Η σημασία μιας τέτοιας θεώρησης παρά τις ενστάσεις (επιστημολογικές και μη) που προκαλεί έγκειται στο ότι η βία παύει να είναι κάτι εξωτικό, εκεί-πέρα-μακριά, αλλά κάτι εδώ, κοντά-μέσα-μας. Μας παροτρύνει να συλλογιστούμε ότι οι στάσεις μας απέναντι στο φαινόμενο βία, αν έχουν μια τέτοια φόρτιση και εμπάθεια, αν επισύρουν με τέτοια ευκολία καταγγελτικούς ή νομιμοποιητικούς λόγους, αν αθωώνουν ή δαιμονοποιούν, αν χάνεται η απόσταση ανάμεσα σε εμάς και τον λόγο μας όταν ο λόγος αυτός αφορά τη βία, είναι γιατί μέσα μας εδράζεται αυτή η ενόρμηση.

Η επιστημονική σκέψη σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα στην προσπάθειά της να συλλάβει τη βία ως ατομικό φαινόμενο δεν κατάφερε να ξεπεράσει επιστημολογικά και ιδεολογικά αδιέξοδα. Βασικό κατ’ εμέ εμπόδιο υπήρξε ο θετικιστικός προσανατολισμός και η αγκίστρωσή της στην έννοια της προσωπικότητας, νοούμενης σαν ένα σύνολο σταθερών και λίγο πολύ αναλλοίωτων γνωρισμάτων, που κινητοποιούν συνεπείς προς αυτά και προβλέψιμες στο μέλλον συμπεριφορές.

Εξαιτίας μιας ιδιότυπης προσωπικότητας ή μιας ιδιότυπης κοινωνικής κατάστασης, που όμως διαμορφώνει πάλι μια ιδιότυπη προσωπικότητα, ο βίαιος εγκληματίας απαντά στο εξωτερικό ερέθισμα με μια βίαιη συμπεριφορά, ενώ ο μη βίαιος εγκληματίας απαντά στο ίδιο ερέθισμα με μια συμπεριφορά μη βίαιη.

Κλασική θεωρείται η θεωρία του Πινατέλ για την “εγκληματική προσωπικότητα” με κεντρικά γνωρίσματα τον “εγωκεντρισμό”, την αστάθεια, την “επιθετικότητα”, τη “συναισθηματική αδιαφορία”. Συνακόλουθα η ψυχιατρική σημειολογία με βάση τη μελέτη του Cassiers αποτυπώνει την έννοια της ψυχοπαθητικής προσωπικότητας (η οποία θα μετονομασθεί σε “διαταραχή προσωπικότητας” ή “αντικοινωνική προσωπικότητα”) μέσα από συμπεριφορικά γνωρίσματα όπως η ανικανότητα σύναψης μονίμων δεσμών, η άρνηση σεβασμού των κοινωνικών κανόνων, η αδυναμία ανάληψης υπεύθυνου γονεϊκού ρόλου.

Ωστόσο, οι αξιολογικές, ιδεολογικά προσδιορισμένες κρίσεις που συνδέονται με τα παραπάνω γνωρίσματα και το μηχανιστικό ασφυκτικά ντετερμινιστικό σχήμα μέσα στο οποίο αυτά εντάσσονται είναι η Σκιά που υπονομεύει την αξιοπιστία τους.

Μια σειρά έρευνες κλονίζουν την εγκυρότητα των ατομικο-κεντρικών θεωρήσεων φανερώνοντας ότι οι βίαιες συμπεριφορές δεν αποτελούν σταθερά δείγματα της προσωπικότητας ενός ατόμου. Επιτελούνται σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες.

Απροσδόκητα γεγονότα, τυχαίες συγκυρίες, απροσδιόριστοι παράγοντες διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο στην πρόκληση της βίας. Τα ψυχολογικά τεστ προσωπικότητας αδυνατούν να προβλέψουν τη βία.

Αν πράγματι η βία ήταν το αποτέλεσμα σταθερών και αναλλοίωτων γνωρισμάτων της προσωπικότητας, τότε η πρόβλεψη και συνακόλουθα ο έλεγχος της βίας θα ήταν εφικτός. Οι τεχνολόγοι της συμπεριφοράς θα μπορούσαν τότε να επεξεργαστούν μια σειρά μέτρων “κοινωνικής άμυνας” και προστασίας του κοινού. Ωστόσο καμία ώς τώρα μέθοδος δεν έχει καταφέρει να προβλέψει με μια σχετική έστω ασφάλεια τη μελλοντική συμπεριφορά ενός ατόμου.

Στο μέτρο όπου ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να δράσει, δηλαδή ελεύθερος να επιλέξει ανάμεσα σε διφορετικούς δρόμους δράσης, η συμπεριφορά του είναι και παραμένει απρόβλεπτη. Μέσα από την προσωπική του πράξη ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να ξεπεράσει κάθε πρόβλεψη.

Η αποκλειστική αναφορά σε μονοδιάστατα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας οδηγεί στη συγκάλυψη τη σημασίας σημαντικών μεταβλητών. Η συμπεριφορά είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης του ατόμου με το περιβάλλον του.

Δεν υπάρχουν άνευ όρων βίαια άτομα. Υπάρχουν άτομα που εκδηλώνουν βία κάτω από ορισμένες συνθήκες και για ορισμένους, λιγότερο ή περισσότερο ορατούς, λόγους.

Η αγνοημένη από την ατομικοκεντρική θεώρηση μεταβλητή της “κατάστασης” είναι θεμελιακής σημασίας στην πρόκληση βίας. Η πριμοδότηση της “κατάστασης” δεν αποδυναμώνει τον ρόλο της ψυχολογίας. Κάθε άλλο θα έλεγα, καθώς η κατάσταση δεν επιβάλλεται “α πριόρι” στο άτομο. Επενεργεί μέσα από τη σημασία που το ίδιο το άτομο θα της αποδώσει ή όχι. Τα γεγονότα δεν μας επηρεάζουν μέσα από αυτό που “είναι” αλλά μέσα από αυτό που σημαίνουν για εμάς.

Ο ρόλος της ψυχολογίας σ’ αυτή τη μετασημασιολόγηση μπορεί να είναι σημαντικός.

Στη ρίζα κάθε επιθετικότητας ενεδρεύει η ματαίωση, η διάψευση μιας ζωτικής για το άτομο ανάγκης. Η αναίτια βία είναι ένας μύθος ακόμη και όταν αφορά την παράνοια και την ψυχική διαταραχή. Το “αναίτιο” εκφράζει τη δική μας αδυναμία να προσπελάσουμε τα αινίγματα της λογικής του δράστη, ή του φερόμενου ως δράστη. Όταν αισθάνεσαι, για παράδειγμα την εμπειρία ενός χαμένου παιχνιδιού, όταν θεωρείς ότι όλες οι έξοδοι είναι παγιδευμένες (και στις μέρες μας αυτό δεν είναι μια απλή υποκειμενική διαπίστωση) τότε η βία ενδέχεται να προβάλλει σαν μια μοναδική οδός. Ας μην απορούμε λοιπόν!…

Παραφράζοντας τον Φουκό θα πω ότι “η ψυχολογία ποτέ δεν θα μπορέσει να μιλήσει για τη βία γιατί η βία είναι εκείνη που κρατά το μυστικό της ψυχολογίας”.

Σε ποια ψυχολογία όμως αναφέρομαι; Στην ψυχολογία εκείνη που αντιλαμβάνεται το άτομο ως υποκείμενο επιθυμιών, αντιφάσεων και αντιθέσεων, δημιουργό προταγμάτων, ατομικών και συλλογικών οραμάτων, μια ψυχολογία που δεν συρρικνώνει το κοινωνικό στο ατομικό και ευνοεί την έρευνα για το άτομο που συλλογίζεται, που ονειρεύεται, που θυμάται, που τρελαίνεται, και που σε πείσμα όλων των καιρών εξακολουθεί να σχεδιάζει ουτοπικά προτάγματα για το μέλλον του, το μέλλον μας.

___________________________

  • Πρώτη δημοσίευση: Βήμα των Ιδεών, τεύχος 27, Ιούλιος 2009

Φωτεινή Τσαλίκογλου

H Φωτεινή Τσαλίκογλου σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και ειδικεύτηκε στην Κλινική Ψυχολογία. Είναι συγγραφέας και καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όπου διδάσκει τα μαθήματα ‘Κλινική Ψυχολογία μέσα από τη Λογοτεχνία και την Τέχνη’ και ‘Εγκληματολογική Ψυχολογία: Κλινικές Εφαρμογές’.
Είναι συγγραφέας πολλών επιστημονικών βιβλίων και δοκιμίων, όπως “Σχιζοφρένεια και φόνος (Αναζητώντας τον χαμένο παράδεισο)”, “Μυθολογίες βίας και καταστολής”, “Ο μύθος του επικίνδυνου ψυχασθενή”, “Ψυχο-λογικά (Οι παγίδες του αυτονόητου)”, “Ψυχολογία της καθημερινής ζωής (H κουλτούρα του εφήμερου)”, “Η ψυχή στη χώρα των πραγμάτων”, “Το μέλλον ανήκει στην έκπληξη”. Έχει γράψει το διαλογικό βιβλίο ”Μήπως;” (μαζί με την Μαργαρίτα Καραπάνου), το ”Δε μ’ αγαπάς, μ’ αγαπάς: Tα παράξενα της μητρικής αγάπης”, τα γράμματα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη προς την κόρη της Μαργαρίτα Καραπάνου, καθώς και το παραμύθι “Η νεράιδα της γης” (με εικονογράφηση του Αλέξη Κυριτσόπουλου).
Είναι συγγραφέας των μυθιστορημάτων “Η κόρη της Ανθής Αλκαίου”, “Εγώ, η Μάρθα Φρόυντ”, “Έρως φαρμακοποιός”, “Ονειρεύτηκα πως είμαι καλά”, “Το χάρισμα της Βέρθας” (υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών 2010 του ΕΚΕΒΙ), “Όλα τα ναι του κόσμου”, “Το Ευτυχισμένο Νησί”, “8 ώρες και 35 λεπτά”, “Η μετακόμιση”. Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες όπως αγγλικά, ιταλικά, γερμανικά, τούρκικα και κυκλοφορούν σε Ευρώπη και Αμερική. Το μυθιστόρημα “8 ώρες και 35 λεπτά” (The Secret Sister), που κυκλοφορεί στην Ευρώπη και την Αμερική, διακρίθηκε από το World Literature Today ως ένα από τα πιο αξιοπρόσεκτα μεταφρασμένα βιβλία του 2015. Η ιταλική του μετάφραση (Sorella segreta) από τον Maurizio de Rosa, τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο μετάφρασης έργου ελληνικής λογοτεχνίας σε ξένη γλώσσα.
Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή