Η περίπτωση των Κυθήρων είναι η αποκαλυπτική εικόνα μιας γενικευμένης αποδιοργάνωσης: όταν δεν επαρκούν οι προσλήψεις, η κυβέρνηση δεν καλύπτει τα κενά με εκπαιδευτικούς, αλλά επιχειρεί να καλύψει την πολιτική της ευθύνη με συγχωνεύσεις και καταργήσεις τμημάτων, με υπεράριθμες τάξεις, με υποχρεωτικές υπερωρίες, με μετακινήσεις και θεσμικούς αυτοσχεδιασμούς.
Η είδηση ότι Σύμβουλοι Εκπαίδευσης μετακινήθηκαν στα Κύθηρα και ανέλαβαν τη διδασκαλία Μαθηματικών, Φυσικής και Χημείας, κατόπιν απόφασης του Περιφερειακού Διευθυντή Εκπαίδευσης Αττικής, αποτελεί κυνική ομολογία αποτυχίας του Υπουργείου Παιδείας να εκπληρώσει την πιο στοιχειώδη υποχρέωσή του: να έχει εκπαιδευτικούς στις τάξεις.
Έναν μήνα μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς, στο Γενικό Λύκειο Κυθήρων παρέμεναν ακάλυπτες 31 ώρες Μαθηματικών, 14 ώρες Χημείας και 10 ώρες Οικονομίας. Στο Γυμνάσιο Κυθήρων τα κενά ξεπερνούσαν τις 40 ώρες εβδομαδιαίως.
Μαθητές της Γ΄ Λυκείου δεν είχαν διδαχθεί ούτε μία ώρα σε συγκεκριμένα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα.
Μπροστά στην εικόνα αυτή, αντί να επισπευσθούν οι διαδικασίες πρόσληψης και τοποθέτησης αναπληρωτών, επιστρατεύθηκε μια πρωτόγνωρη διοικητική πατέντα: Σύμβουλοι Εκπαίδευσης μετατράπηκαν προσωρινά σε αναπληρωτές.
Ο νόμος για τα καθήκοντα των Συμβούλων δεν προβλέπει υποχρεωτικό διδακτικό ωράριο ούτε τους καθιστά «εφεδρικό προσωπικό», διαθέσιμο να αντικαθιστά τους εκπαιδευτικούς που το Υπουργείο δεν προσέλαβε εγκαίρως.
Η προσωπική διάθεση των Συμβούλων να βοηθήσουν τους μαθητές δεν αμφισβητείται. Τα κενά στα σχολεία όμως δεν καλύπτονται με αυτοσχεδιασμούς, «εντέλλεσθε» και υπηρεσιακές ακροβασίες. Καλύπτονται με έγκαιρο προγραμματισμό, επαρκείς πιστώσεις, προσλήψεις αναπληρωτών και νόμιμες τοποθετήσεις.
Το Υπουργείο Παιδείας έχει τεράστια πολιτική ευθύνη για το γεγονός σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία μετά και τη Β΄ φάση προσλήψεων αναπληρωτών, περισσότερα από 16.000 κενά εξακολουθούν να παραμένουν ακάλυπτα στα σχολεία όλης της χώρας.
Την πολιτική αυτή ευθύνη οφείλει να αναλάβει η πολιτική ηγεσία δίνοντας βιώσιμη λύση, διεκδικώντας αύξηση πιστώσεων για νέες προσλήψεις και όχι με «καινοτόμες» θεσμικές ακροβασίες.
Η δημόσια εκπαίδευση δεν διοικείται με πατέντες.
