

Οι προειδοποιήσεις για εκτεταμένες ανατροπές στην οικονομία, την εργασία και την παραγωγικότητα εξαιτίας της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) πληθαίνουν, παρότι η άμεση απώλεια θέσεων εργασίας δεν αποτυπώνεται ακόμη στα συγκεντρωτικά δεδομένα. Αυτό το χάσμα ανάμεσα στις προβλέψεις και τα διαθέσιμα στοιχεία θα πρέπει να ωθήσει την ΕΕ να συγκροτήσει μια συστηματική βάση τεκμηρίωσης των επιπτώσεων της ΤΝ στην αγορά εργασίας, προετοιμαζόμενη τόσο για σενάρια ριζικών ανατροπών όσο και για την «ανομοιογενή ενδιάμεση φάση», κατά την οποία ο μετασχηματισμός εξελίσσεται άνισα και αποσπασματικά.
Καθώς το 41% των Ευρωπαίων εργαζομένων που χρησιμοποιούν ΤΝ δηλώνουν ότι ανησυχούν «σε κάποιον βαθμό» ή «πολύ» μήπως αντικατασταθούν από αυτήν στην εργασία τους, η ανάπτυξη ενός τέτοιου μηχανισμού θα είναι κρίσιμη και για την επικοινωνία με τους πολίτες. Στόχος πρέπει να είναι η συστηματική παρακολούθηση με εναρμονισμένες μεθόδους: η αναγκαία βάση για πολιτικές που αποφεύγουν τόσο τις υπερβολικές προσδοκίες όσο και την υπέρμετρη επιφυλακτικότητα. Στο επίπεδο της ευρωπαϊκής πολιτικής, ορισμένες πρωτοβουλίες αρχίζουν ήδη να διαμορφώνονται.
Η επικείμενη νομοθετική πράξη της ΕΕ για τις ποιοτικές θέσεις εργασίας αναμένεται να ασχοληθεί, μεταξύ άλλων, με τη διακυβέρνηση της ΤΝ στον χώρο εργασίας. Οι οργανώσεις των εργαζομένων ζητούν ήδη ισχυρότερα συστήματα κατάρτισης και μεγαλύτερη προστασία της εργασίας, ώστε να αντιμετωπιστούν η εκτόπιση εργαζομένων και η υποβάθμιση των δεξιοτήτων τους. Ζητούν επίσης να επεκταθούν οι απαιτήσεις αλγοριθμικής διαφάνειας της οδηγίας για την εργασία σε πλατφόρμες και σε άλλους κλάδους, πέρα από την οικονομία των περιστασιακών αναθέσεων εργασίας.
Σε πρόσφατο απολογισμό για τον Ευρωπαϊκό Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεσμεύτηκε επίσης να συγκροτήσει ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου για τις επιπτώσεις της ΤΝ στην αγορά εργασίας. Αποστολή της θα είναι να αναπτύξει σενάρια για τη «δυνητική μακροπρόθεσμη πορεία» της και να προσδιορίσει «ενισχυμένα αναλυτικά εργαλεία παρακολούθησης, έγκαιρης προειδοποίησης, διερεύνησης μελλοντικών εξελίξεων και πρόβλεψης».
Ποιους δείκτες, όμως, θα πρέπει να καλύπτουν αυτά τα εργαλεία; Καθώς επιταχύνονται η ανάπτυξη και η υιοθέτηση της ΤΝ, απότομες αυξήσεις της ανεργίας που συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένες περιοχές ή κλάδους ενδέχεται να έχουν πολύ διαφορετικές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, απαιτώντας αντίστοιχα διαφοροποιημένες στρατηγικές αντιμετώπισης.
Η πρόκληση της μέτρησης
Για να εξετάσουν αυτό το ζήτημα, το European Policy Centre και το Open Markets Institute διοργάνωσαν τον περασμένο Ιούνιο εργαστήριο στις Βρυξέλλες, με τη συμμετοχή οικονομολόγων, στελεχών της δημόσιας διοίκησης και εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών. Στόχος ήταν να ιεραρχηθούν οι δείκτες μετασχηματισμού της αγοράς εργασίας, ώστε να συμβάλουν στη διαμόρφωση πρότασης για ένα πανευρωπαϊκό πλαίσιο παρακολούθησης.
Μέρος του προβλήματος, όπως επισήμαναν αρκετοί συμμετέχοντες και αναλύεται σε πρόσφατη μελέτη κριτικής ανασκόπησης, είναι η παραπλανητική παρουσίαση των αριθμών. Η εκτιμώμενη έκθεση μιας θέσης εργασίας στην ΤΝ —έννοια που είναι και η ίδια δύσκολο να οριστεί— αντιμετωπίζεται συχνά ως ένδειξη του κινδύνου κατάργησής της. Αντίστοιχα, οι δαπάνες των επιχειρήσεων για την προμήθεια συστημάτων ΤΝ και οι προσδοκίες τους για τις επιδόσεις αυτών των συστημάτων γίνονται δεκτές χωρίς να ελέγχονται σε σχέση με την πραγματική έκταση της χρήσης τους και τα οικονομικά οφέλη που αποφέρουν.
Οι συμμετέχοντες κατέταξαν στην κορυφή των προτεραιοτήτων τις μεταβολές στις κενές θέσεις εργασίας για νεοεισερχομένους, την έκθεση στην ΤΝ και την υιοθέτησή της ανά επάγγελμα, τις αλλαγές στην οργανωτική δομή των επιχειρήσεων που οφείλονται στην ΤΝ, καθώς και το μερίδιο της εργασίας στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ). Επισήμαναν επίσης ότι, ακόμη και μεταξύ αυτών των δεικτών, διαφέρουν σημαντικά τόσο η αξιοπιστία των πηγών όσο και η δυνατότητα ασφαλούς απόδοσης των παρατηρούμενων αλλαγών στην ΤΝ. Τα δεδομένα είναι συχνά διάσπαρτα μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων ή απλώς ανακριβή.
Ένα ακόμη ζήτημα που αναδείχθηκε αφορά τα στοιχεία για την υιοθέτηση της ΤΝ, τα οποία προς το παρόν περιορίζονται σε όσα δηλώνουν οι ίδιοι οι πολίτες και οι επιχειρήσεις. Πιο αξιόπιστα και ολοκληρωμένα δεδομένα, βασισμένα στην πραγματική χρήση, μπορούν να συλλεχθούν μόνο από τους παρόχους ΤΝ. Οι τελευταίοι, όμως, ωφελούνται περισσότερο από την αντίληψη ότι η επικράτηση της ΤΝ στους χώρους εργασίας είναι αναπόφευκτη παρά από τη διαφάνεια. Ακόμη και όταν αναδιπλώνονται ως προς τις καταστροφολογικές προβλέψεις τους για μαζική εξαφάνιση θέσεων εργασίας, οι εταιρείες αυτές διαμορφώνουν ενεργά τον δημόσιο διάλογο, προσλαμβάνοντας κορυφαίους οικονομολόγους και δημοσιεύοντας προβλέψεις και προτάσεις πολιτικής.
Για να υπάρξει αντίβαρο σε αυτή την επιρροή, θα χρειαστεί να θεσπιστεί υποχρέωση παροχής πρόσβασης σε δεδομένα για τους ερευνητές, ώστε να μπορούν να διασταυρώνουν τα στοιχεία πραγματικής χρήσης με τις δηλώσεις των χρηστών και των επιχειρήσεων. Ένα πιθανό πρότυπο προσφέρει η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες, αν και στην προκειμένη περίπτωση η πρόσβαση θα πρέπει να είναι συνεχής.
Τα ήδη διαθέσιμα μακροοικονομικά δεδομένα, όπως αξιοποιούνται στα υφιστάμενα πλαίσια παρακολούθησης, ανταποκρίνονται εν μέρει στις συστάσεις των συμμετεχόντων. Ειδικότερα, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) δημοσιεύει εκθέσεις που εξετάζουν με προσοχή τις επιμέρους διαστάσεις της έκθεσης των εργασιακών καθηκόντων στον κίνδυνο υποκατάστασης από την ΤΝ. Ωστόσο, οι δείκτες που προτείνει δεν επαληθεύουν ακόμη πώς αυτή η θεωρητική έκθεση επηρεάζει στην πράξη την απασχόληση και τους μισθούς.
Αντίθετα, ο μηνιαίος μηχανισμός παρακολούθησης του Budget Lab του Πανεπιστημίου Γέιλ συνδυάζει αποτελεσματικά τις εκτιμήσεις έκθεσης με τις πραγματικές εξελίξεις στην αγορά εργασίας, αν και καλύπτει μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι πίνακες δεδομένων για τις δεξιότητες του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop) προσφέρουν μια αξιόλογη εναλλακτική. Συγκεντρώνουν δεδομένα για την αγορά εργασίας σε ολόκληρη την ΕΕ, μεταξύ άλλων για την απασχόληση ανά κλάδο και τις διαδικτυακές αγγελίες θέσεων εργασίας, καθώς και προβλέψεις για την εκτόπιση εργαζομένων λόγω αυτοματοποίησης, βάσει της έκθεσης των καθηκόντων και των δεξιοτήτων τους. Ωστόσο, οι προβλέψεις αυτές δεν διασταυρώνονται με τις πραγματικές μεταβολές στην απασχόληση, ενώ οι αλλαγές στην οργανωτική δομή των επιχειρήσεων βρίσκονται εκτός των αρμοδιοτήτων του Cedefop. Επιπλέον, η επεξεργασία των δεδομένων γίνεται με ρυθμό υπερβολικά αργό για την ταχύτητα εξέλιξης της ΤΝ, με ορισμένους πίνακες να παραπέμπουν ακόμη σε στοιχεία του 2024.
Αυτές οι καθυστερήσεις αναδεικνύουν τη δυσκολία επεξεργασίας δεδομένων που είναι διάσπαρτα σε περιφερειακούς και κλαδικούς φορείς παρακολούθησης. Το Διεθνές Δίκτυο Παρατηρητηρίων για την ΤΝ και την Εργασία επιδιώκει να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα. Το δίκτυο, που εγκαινιάστηκε στη Σύνοδο Δράσης για την ΤΝ στο Παρίσι, συντονίζει το αναλυτικό έργο της ΕΕ, της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ) και του ΟΟΣΑ με εκείνο περίπου δώδεκα χωρών, με στόχο την ενίσχυση της συλλογικής παρακολούθησης και των παρεμβάσεων πολιτικής.
Επανεξετάζοντας τις ενδείξεις της μετάβασης
Ωστόσο, οι ποσοτικοί δείκτες της οικονομικής μετάβασης ενδέχεται να μην επαρκούν για να αποτυπώσουν όλες τις πτυχές του μετασχηματισμού που επιφέρει η ΤΝ στους χώρους εργασίας, όπως φάνηκε καθαρά στη συζήτησή μας. Η ποιότητα και η σταθερότητα της εργασίας μπορεί να υποβαθμιστούν πολύ πριν εκδηλωθούν πιέσεις στους μισθούς, καθώς εντείνεται η επιτήρηση των εργαζομένων ή αυξάνονται ο ρυθμός και η πίεση της εργασίας, χωρίς αντίστοιχα οφέλη παραγωγικότητας. Είναι επομένως απαραίτητο να διακρίνουμε ποιο είδος ΤΝ χρησιμοποιείται, με ποια ένταση και συχνότητα, να παρακολουθούμε το επίπεδο γνώσεων και εξοικείωσης των εργαζομένων με την ΤΝ και να τεκμηριώνουμε σαφείς συσχετίσεις με τις μεταβολές στην παραγωγικότητα και την απασχόληση. Αφετηρία μιας τέτοιας ανάλυσης είναι η ποιοτική έρευνα για τον μετασχηματισμό του εργασιακού περιβάλλοντος.
Παράλληλα, παραμένουν αναξιοποίητες δυνατότητες χρήσης μακροοικονομικών δεικτών για τη μέτρηση της τεχνολογικής αλλαγής στην αγορά εργασίας. Η παρακολούθηση των επενδύσεων σε τεχνολογίες αυτοματοποίησης, για παράδειγμα, αναδεικνύει τη σύνδεσή τους με την απώλεια ή τη δημιουργία θέσεων εργασίας, όταν διασταυρώνεται με τις μεταβολές στη συνολική δαπάνη για εργασία.
Ένας ακόμη τέτοιος δείκτης είναι η δημιουργία θέσεων εργασίας: σε ποια σημεία της οικονομίας εμφανίζονται νέες θέσεις, με ποια ταχύτητα και κατά πόσο μπορούν να αντισταθμίσουν τις απώλειες. Έρευνες που καταγράφουν τις συνολικές μετακινήσεις εργαζομένων μεταξύ κλάδων, σε συνδυασμό με τις τάσεις που παρατηρούνται σε ολόκληρη την οικονομία ως προς την απασχόληση, τους τίτλους των θέσεων και τη σύνθεση των εργασιακών καθηκόντων, θα βοηθούσαν να επαληθευτούν οι προβλέψεις που προκύπτουν από τον δείκτη συσχέτισης των τεχνολογικών δαπανών με τις δαπάνες για εργασία.
Η συγκρότηση ενός ολοκληρωμένου δημόσιου μηχανισμού μελέτης της χρήσης της ΤΝ και των επιπτώσεών της στην εργασία είναι δύσκολη, αλλά κρίσιμη για την αποτελεσματική χάραξη ευρωπαϊκής πολιτικής. Θα επέτρεπε σχεδιασμό και παρεμβάσεις βασισμένες σε τεκμηριωμένα στοιχεία και θα μας βοηθούσε να επηρεάσουμε την κατεύθυνση της τεχνολογικής αλλαγής. Παράλληλα, θα λειτουργούσε ανεξάρτητα από τις μελέτες που χρηματοδοτεί η βιομηχανία της ΤΝ και τις συγκρούσεις συμφερόντων που τις συνοδεύουν.
Ο νέος αυτός φορέας, ένα ευρωπαϊκό αντίστοιχο του βρετανικού Ινστιτούτου Οικονομικών της ΤΝ, θα πρέπει να ενταχθεί στη Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης της Επιτροπής (DG EMPL), η οποία διαθέτει ήδη τη σχετική αρμοδιότητα και τεχνογνωσία για την πολιτική της αγοράς εργασίας. Θα πρέπει επίσης να συνεργάζεται στενά με το Cedefop, το Διεθνές Δίκτυο Παρατηρητηρίων για την ΤΝ και την Εργασία και άλλους καθιερωμένους φορείς που διαθέτουν συναφή δεδομένα, καθώς και με τα κράτη μέλη και το Ευρωπαϊκό Γραφείο ΤΝ. Η τεχνική εξειδίκευση του τελευταίου θα είναι ιδιαίτερα σημαντική, προκειμένου τα δεδομένα χρήσης της ΤΝ να μετατρέπονται σε χρήσιμα συμπεράσματα για την αγορά εργασίας.
Πέρα από την έκθεση στην αυτοματοποίηση, την εκτόπιση εργαζομένων, την απασχόληση και τις τεχνολογικές δαπάνες, ο νέος μηχανισμός πρέπει να παρακολουθεί δείκτες που ενημερώνονται συχνά, όπως οι μηνιαίες αγγελίες θέσεων εργασίας. Θα πρέπει επίσης να ποσοτικοποιούνται οι δείκτες αλγοριθμικής διαχείρισης της εργασίας και ποιότητας της απασχόλησης. Οι διαδικασίες επεξεργασίας δεδομένων πρέπει να τροφοδοτούν πίνακες που ενημερώνονται αυτόματα, αντί να καταλήγουν σε στατικές τριμηνιαίες ή ετήσιες εκθέσεις. Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί και στην τακτική ενημέρωση του κοινού, με συμμετοχή σε επίπεδο γραφείων των αρμόδιων επιτρόπων, ώστε να αποτρέπονται παρερμηνείες που οδηγούν σε πρόωρες παρεμβάσεις πολιτικής. Όταν συγκροτηθεί, ο μηχανισμός αυτός θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο και για νομοθέτες σε άλλες περιοχές του κόσμου που επιδιώκουν να βελτιώσουν την παρακολούθηση της ΤΝ και την ετοιμότητά τους απέναντι στις επιπτώσεις της.
Οι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι πολιτικοί επιδιώκουν να παρουσιάσουν ένα θετικό όραμα για ένα μέλλον με κινητήρια δύναμη την ΤΝ και να εξασφαλίσουν ευρεία στήριξη για τις φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις που αυτό απαιτεί. Για να υλοποιηθεί ένα τέτοιο όραμα, η ΕΕ πρέπει να προετοιμαστεί ώστε να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, αντί να περιορίζεται στην αντίδραση στις εξελίξεις, στηριζόμενη σε έγκαιρα, ακριβή και προσβάσιμα στοιχεία για την οικονομία.
Οι συγγραφείς
Σάμιουελ Γκούντζερ (Samuel Goodger)
Αναλυτής πολιτικής στο European Policy Centre, στο πρόγραμμα Υγείας και Κοινωνικής Ανθεκτικότητας. Ασχολείται με την πολιτική της ΕΕ για τις κοινωνικές επιπτώσεις της ΤΝ και την υγειονομική περίθαλψη. Έχει διατελέσει υπότροφος του προγράμματος Talos για τη διακυβέρνηση της ΤΝ και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην κοινωνική πολιτική και πτυχίου στις διεθνείς σχέσεις.
Ντόρα Βιεζμπίτσκα (Dora Wierzbicka)
Υπότροφος του προγράμματος Talos για την τεχνολογική πολιτική στο Open Markets Institute, όπου μελετά τα οικονομικά της ΤΝ και τη συγκέντρωση στις αγορές τεχνολογίας. Προτού στραφεί στην έρευνα πολιτικής, εργάστηκε για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια στον τεχνολογικό κλάδο. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην πολιτική επιστήμη.
Πηγή: www.socialeurope.eu
