- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Ένας δημοσιογράφος μπορεί να έχει πολιτικές πεποιθήσεις –και να είναι μέλος ενός κόμματος– χωρίς αυτό να ακυρώνει αυτομάτως την αξιοπιστία του. Η κομματική ένταξη, όμως, δημιουργεί μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο δεσμεύσεις: την υποχρέωση να ελέγχει την εξουσία και την επιθυμία να στηρίζει έναν πολιτικό φορέα. Η αξιοπιστία του κρίνεται από το πώς αντιμετωπίζει αυτή τη σύγκρουση στην πράξη.
Δεν είναι ακριβώς το ίδιο να ψηφίζει κάποιος ένα κόμμα, να είναι απλό μέλος του, να κατέχει κομματικό αξίωμα ή να συμμετέχει στον επικοινωνιακό του μηχανισμό. Όσο πιο ενεργός και δεσμευτικός είναι ο ρόλος του, τόσο δυσκολότερο γίνεται να λειτουργεί ως ανεξάρτητος ελεγκτής του ίδιου φορέα. Ένας δημοσιογράφος που διαμορφώνει την κομματική γραμμή και ταυτόχρονα παρουσιάζει ως ανεξάρτητο ρεπορτάζ τις θέσεις του κόμματος έχει σαφές πρόβλημα αξιοπιστίας.
Το ουσιαστικό ερώτημα επομένως είναι: Τι κάνει όταν τα γεγονότα διαψεύδουν το κόμμα του; Δημοσιεύει μια τεκμηριωμένη αποκάλυψη που το εκθέτει; Ελέγχει τους «δικούς του» με την ίδια αυστηρότητα που ελέγχει τους αντιπάλους; Διορθώνει ένα ψευδές στοιχείο ακόμη κι όταν αυτό εξυπηρετεί την παράταξή του; Παρουσιάζει τα κρίσιμα δεδομένα ή επιλέγει μόνο όσα βολεύουν την πολιτική του θέση;
Εκεί φαίνεται η διαφορά ανάμεσα στη δημοσιογραφία με πολιτική άποψη και στη δημοσιογραφία που υπηρετεί κομματικές σκοπιμότητες. Η πρώτη μπορεί να είναι απολύτως τεκμηριωμένη, έντιμη και χρήσιμη. Η δεύτερη υποτάσσει την ενημέρωση στο επιθυμητό πολιτικό αποτέλεσμα, συχνά περισσότερο με αποσιωπήσεις και επιλεκτική προβολή παρά με ψεύδη.
Η διαφάνεια είναι επίσης απαραίτητη. Το κοινό δικαιούται να γνωρίζει μια κομματική ιδιότητα όταν αυτή σχετίζεται άμεσα με το αντικείμενο της κάλυψης. Ωστόσο, η δήλωση της σχέσης δεν λύνει από μόνη της το πρόβλημα: το «γνωρίζετε πού ανήκω» δεν αποτελεί άδεια για ανακριβή ή μονόπλευρη ενημέρωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρειάζεται και αποχή από συγκεκριμένο ρεπορτάζ, ιδιαίτερα όταν ο δημοσιογράφος εμπλέκεται προσωπικά στις αποφάσεις που καλείται να ελέγξει.
Από την άλλη, ούτε η απουσία κομματικής ταυτότητας εγγυάται ανεξαρτησία. Οικονομικές εξαρτήσεις, προσωπικές φιλοδοξίες, σχέσεις με ιδιοκτήτες μέσων ή προνομιακή πρόσβαση σε πολιτικούς μπορούν επίσης να επηρεάζουν την ενημέρωση.
Θα έλεγα, λοιπόν, ότι η κομματική ένταξη αποτελεί λόγο αυξημένου ελέγχου, όχι αυτόματη απόδειξη αναξιοπιστίας. Το βάρος πέφτει στον ίδιο τον δημοσιογράφο να αποδεικνύει σταθερά ότι η επαγγελματική του κρίση δεν υπακούει στην κομματική πειθαρχία. Και η πιο πειστική απόδειξη είναι η προθυμία του να δημοσιεύει τεκμηριωμένες αλήθειες που δυσαρεστούν και τη δική του πλευρά.
Η περίπτωση Καρτερού
Αφορμή για τα παραπάνω μου έδωσε ένα άρθρο του Καρτερού που σχεδόν αποκαλούσε τον Ανδρουλάκη “βλάκα” και ξεσηκώθηκε θύελλα αντιδράσεων. Ξέρουμε όμως ότι ο Καρτερός ήταν πάντα η φωνή του Τσίπρα και μάλιστα είναι οργανικά ενταγμένος στο κόμμα του. Εκ των υστέρων για να δικαιολογηθεί έγραψε: «ούτε ρωτάω, ούτε έχω σκοπό να ρωτάω κανέναν όταν γράφω κάτι. Δική μου η γραφίδα, δική μου η υπογραφή, δική μου η ευθύνη, δικό μου και τυχόν λάθος» («Εφ.Συν.», 13.10.2026).
Η δήλωση του Καρτερού απαντά στο ζήτημα της πατρότητας του κειμένου, όχι στο ζήτημα της πολιτικής του ανεξαρτησίας. Το ότι γράφει χωρίς να ζητά προηγουμένως έγκριση μπορεί να είναι απολύτως αληθές. Δεν αρκεί, όμως, για να αναιρέσει την πολιτική λειτουργία μιας παρέμβασης από έναν στενό συνεργάτη του Τσίπρα. Η απάντησή του και η επίμαχη διατύπωση καταγράφονται στα δημοσιεύματα της 13ης Οκτωβρίου.
Δεν χρειάζεται να υπάρχει εντολή για να υπάρχει πολιτική ταύτιση. Ένας αρθρογράφος μπορεί να υπηρετεί συνειδητά μια πολιτική στρατηγική επειδή την πιστεύει, χωρίς κανείς να του υπαγορεύει ούτε λέξη. Επομένως, η ελευθερία του να επιλέγει τις διατυπώσεις του δεν αποδεικνύει από μόνη της ανεξαρτησία από τον πολιτικό χώρο στον οποίο συμμετέχει.
Χρειάζεται πάντως μια διευκρίνιση: στην απάντησή του ο Καρτερός υποστήριξε ότι το αρχικό άρθρο έθετε σκοπίμως ένα προκλητικό δίλημμα ανάμεσα στην πολιτική ανοησία και την κομματική σκοπιμότητα και επιχειρηματολογούσε υπέρ της δεύτερης εκδοχής. Συνεπώς, δεν θα απέδιδα όλο το περιεχόμενο του άρθρου στη φράση λόγου χάρη «αποκάλεσε τον Ανδρουλάκη βλάκα». Αυτό όμως δεν απαλλάσσει τον συντάκτη από την ευθύνη για την επιλογή μιας απαξιωτικής διατύπωσης και για το πώς αυτή μετατοπίζει τη συζήτηση από τις πολιτικές θέσεις στο πρόσωπο.
Το ισχυρότερο σημείο της κριτικής μου είναι ακριβώς εδώ: η προσωπική ευθύνη δεν αποτελεί απάντηση στην κριτική· αποτελεί τη βάση για να ασκηθεί η κριτική. Εφόσον η γραφίδα, η υπογραφή και η ευθύνη είναι δικές του, δική του είναι και η υποχρέωση να υπερασπιστεί την ακρίβεια, το μέτρο και την πολιτική εντιμότητα όσων γράφει.
