Η Ευρώπη μπροστά στον κίνδυνο να αποφασίζουν άλλοι γι’ αυτήν

Η συζήτηση για την Ουκρανία αποκαλύπτει το βαθύτερο ευρωπαϊκό έλλειμμα: οικονομική ισχύς που δεν μετατρέπεται σε ενιαία πολιτική βούληση και επαρκή στρατηγική αυτονομία.

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Μπορούν η Ρωσία, η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες να αποφασίσουν για το μέλλον της Ευρώπης; Δεν διαθέτουν κάποιο τέτοιο δικαίωμα. Διαθέτουν, όμως, μέσα για να επηρεάσουν καθοριστικά τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι Ευρωπαίοι θα κληθούν να ζήσουν. Και όσο η Ευρωπαϊκή Ένωση δυσκολεύεται να δράσει συλλογικά, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος να βρεθεί μπροστά σε τετελεσμένα.

Η ανησυχία έχει συγκεκριμένη αφορμή. Στις 19 Οκτωβρίου, το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε ότι συζητήθηκε το ενδεχόμενο συνάντησης Πούτιν, Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ στην Κίνα τον Νοέμβριο, μετά από δημοσίευμα για ρωσική πρόταση διαπραγμάτευσης σχετικά με την Ουκρανία. Χρειάζεται, ωστόσο, ακρίβεια: δεν έχει συμφωνηθεί ούτε η συνάντηση ούτε η ατζέντα της, ενώ η Μόσχα αναγνώρισε ότι μια τελική διευθέτηση απαιτεί ουκρανική συμμετοχή. Η πιθανότητα μιας τέτοιας συνάντησης δεν αποτελεί ήδη συμφωνία διαμοιρασμού της Ευρώπης. Αποκαλύπτει, όμως, ποιοι επιχειρούν να ορίσουν το πλαίσιο της συζήτησης.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η Ουκρανία και οι Ευρωπαίοι θα συμμετάσχουν στη διαμόρφωση αυτού του πλαισίου ή θα κληθούν αργότερα να αποδεχθούν όσα άλλοι θα έχουν προετοιμάσει.

Η ρωσική επιδίωξη ξεπερνά την Ουκρανία

Η επιθυμία του Πούτιν να συνομιλεί πρωτίστως με την Ουάσιγκτον μπορεί να ερμηνευθεί ως προσπάθεια αναγνώρισης της Ρωσίας ως δύναμης που συναποφασίζει για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Σε αυτή τη λογική, οι μικρότερες χώρες έχουν περιορισμένο περιθώριο επιλογών, επειδή οι επιλογές τους υπόκεινται στις απαιτήσεις ασφαλείας των ισχυρότερων.

Αυτό είναι το βαθύτερο διακύβευμα της ουκρανικής υπόθεσης. Εάν γίνει αποδεκτό ότι μια μεγάλη δύναμη μπορεί, μέσω πολέμου και πίεσης, να καθορίζει τον διεθνή προσανατολισμό ενός γειτονικού κράτους, δημιουργείται προηγούμενο που αφορά ολόκληρη την ήπειρο.

Η υποβάθμιση της ευρωπαϊκής συμμετοχής εξυπηρετεί επίσης τη Μόσχα: περιορίζει τον αριθμό των συνομιλητών που θα προβάλλουν αντιρρήσεις και παρουσιάζει την Ευρώπη ως εξαρτημένο παράγοντα. Η ίδια η σύνθεση του τραπεζιού γίνεται, συνεπώς, μέρος της διαπραγμάτευσης.

Οι τρεις δυνάμεις δεν αποτελούν ενιαίο στρατόπεδο

Θα ήταν υπεραπλούστευση να θεωρήσουμε ότι Ουάσιγκτον, Μόσχα και Πεκίνο έχουν ένα κοινό σχέδιο για την Ευρώπη. Τα συμφέροντά τους αποκλίνουν και σε πολλά πεδία συγκρούονται.

Η Ρωσία επιδιώκει να κατοχυρώσει τα αποτελέσματα της στρατιωτικής της πίεσης και να περιορίσει τις μελλοντικές επιλογές της Ουκρανίας. Η αμερικανική κυβέρνηση προσεγγίζει τη διαπραγμάτευση μέσα από τις δικές της παγκόσμιες προτεραιότητες και εσωτερικές πολιτικές επιδιώξεις. Η Κίνα μπορεί να αποκομίσει διπλωματικό κύρος από έναν κεντρικό ρόλο, διατηρώντας παράλληλα τις σχέσεις της με τη Ρωσία και την πρόσβασή της στις ευρωπαϊκές αγορές.

Αυτή η ανάγνωση δεν προϋποθέτει κάποια μυστική συνεννόηση. Αρκεί μια συγκυριακή σύγκλιση: οι ισχυρότεροι να προτιμούν μια διαπραγμάτευση μεταξύ τους, όπου οι ανάγκες των υπολοίπων αντιμετωπίζονται ως παράμετροι μιας ευρύτερης συναλλαγής.

Για την Ευρώπη, ο κίνδυνος βρίσκεται ακριβώς εκεί: να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε δυνάμεις με διαφορετικά συμφέροντα, χωρίς η ίδια να διαθέτει επαρκή επιρροή στους όρους της.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι παρούσα, αλλά η παρουσία δεν αρκεί

Στο ερώτημα «πού είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση;», η απάντηση δεν μπορεί να είναι ότι απουσιάζει ολοκληρωτικά. Στα συμπεράσματα της 16ης Οκτωβρίου, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επανέλαβε ότι η πορεία προς την ειρήνη δεν μπορεί να αποφασιστεί χωρίς την Ουκρανία και ότι η Ένωση θα αποφασίσει για ζητήματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της ή επηρεάζουν την ασφάλειά της. Συνέδεσε αυτή τη θέση με χρηματοδότηση, στρατιωτική υποστήριξη, κυρώσεις και προετοιμασία εγγυήσεων ασφαλείας.

Αυτά έχουν ουσιαστικό βάρος. Η ΕΕ διαθέτει αγορά, χρηματοδοτικούς πόρους, κυρώσεις και την προοπτική της ουκρανικής ένταξης. Κανείς τρίτος δεν μπορεί να υποσχεθεί εξ ονόματός της την άρση των ευρωπαϊκών περιορισμών, ευρωπαϊκή χρηματοδότηση ή συμμετοχή ευρωπαϊκών στρατευμάτων.

Ωστόσο, η κατοχή μέσων επιρροής δεν συνεπάγεται αυτομάτως αποτελεσματική χρήση τους. Η ευρωπαϊκή αδυναμία εμφανίζεται όταν οι κοινές διακηρύξεις πρέπει να μετατραπούν σε γρήγορες αποφάσεις, σταθερές δεσμεύσεις και δυνατότητα εφαρμογής.

Η Ευρώπη κινδυνεύει έτσι να χρηματοδοτεί μεγάλο μέρος της στήριξης και της μελλοντικής ανοικοδόμησης, χωρίς να έχει ανάλογη συμμετοχή στον καθορισμό των πολιτικών όρων.

Το πρόβλημα της ηγεσίας είναι και πρόβλημα εξουσίας

Η διαπίστωση ότι η Ευρώπη «δεν έχει ηγέτη» αποτυπώνει μια πραγματική αίσθηση κενού. Χρειάζεται, όμως, να εξετάσουμε τι θα μπορούσε να κάνει ακόμη και ένας ιδιαίτερα ικανός Ευρωπαίος ηγέτης μέσα στο σημερινό σύστημα.

Η Ένωση δεν διαθέτει ενιαία κυβέρνηση εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Οι κρίσιμες αρμοδιότητες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό στα κράτη, ενώ η κοινή εξωτερική πολιτική εξακολουθεί κατά κανόνα να απαιτεί ομοφωνία. Αυτό δίνει στις εθνικές διαφωνίες τη δυνατότητα να καθυστερούν ή να αποδυναμώνουν τη συλλογική δράση.

Επομένως, το έλλειμμα προσώπων συνυπάρχει με ένα έλλειμμα κοινής εντολής. Οι κυβερνήσεις ζητούν ισχυρή Ευρώπη, αλλά συχνά διστάζουν να της παραχωρήσουν την εξουσία και τους πόρους που απαιτούνται.

Εδώ υπάρχει μια βασική αντίφαση: η εθνική κυριαρχία προστατεύεται τυπικά με τη διατήρηση κάθε δικαιώματος αρνησικυρίας, ενώ στην πράξη μπορεί να περιορίζεται όταν η ευρωπαϊκή αδράνεια αυξάνει την εξάρτηση από τρίτους. Η δυνατότητα μιας χώρας να εμποδίζει μια κοινή απόφαση δεν εξασφαλίζει ότι μπορεί και να επηρεάσει μόνη της τις παγκόσμιες εξελίξεις.

Η οικονομική δύναμη χρειάζεται στρατηγικό αντίκρισμα

Η ευρωπαϊκή ενοποίηση οικοδομήθηκε κυρίως γύρω από την οικονομία, το εμπόριο και τους κανόνες. Αυτή υπήρξε μεγάλη ιστορική επιτυχία. Το πρόβλημα προκύπτει όταν θεωρείται ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση αρκεί για να συγκρατήσει δυνάμεις που είναι διατεθειμένες να χρησιμοποιήσουν στρατιωτικό καταναγκασμό.

Η σημερινή Ευρώπη χρειάζεται δυνατότητες αποτροπής, πληροφοριών, αεράμυνας, τεχνολογίας και βιομηχανικής παραγωγής που να στηρίζουν τις πολιτικές της θέσεις. Τα χρήματα έχουν σημασία όταν μπορούν να μετατραπούν εγκαίρως σε πραγματικές δυνατότητες.

Υπάρχουν κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Το SAFE προβλέπει έως 150 δισ. ευρώ σε δάνεια για αμυντικές επενδύσεις μέσω κοινών προμηθειών. Πρόκειται για σημαντικό εργαλείο, αλλά το ύψος ενός χρηματοδοτικού προγράμματος δεν ισοδυναμεί με ήδη διαθέσιμη επιχειρησιακή ισχύ. Μεσολαβούν παραγωγή, παραδόσεις, εκπαίδευση και συντονισμός.

Παράλληλα, η ευρωπαϊκή ασφάλεια απαιτεί συνεργασία πέρα από τα όρια της ΕΕ, ιδίως με το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Νορβηγία και την ίδια την Ουκρανία. Η θεσμική Ένωση και η στρατηγική Ευρώπη δεν ταυτίζονται πλήρως.

Τι θα σήμαινε πραγματικά δυνατή ευρωπαϊκή φωνή

Μια δυνατή φωνή μετριέται από το κόστος που συνεπάγεται η αγνόησή της. Για να αποκτήσει τέτοιο βάρος, η Ευρώπη χρειάζεται:

  • Κοινή διαπραγματευτική εντολή, με σαφείς στόχους και εκπροσώπηση που να δεσμεύει τις κυβερνήσεις.
  • Σταθερή, πολυετή στήριξη της Ουκρανίας, ώστε η αντοχή της να μην εξαρτάται από διαδοχικές πολιτικές εκκρεμότητες.
  • Αξιόπιστες εγγυήσεις ασφαλείας, με προσδιορισμένα μέσα, ευθύνες και διαδικασίες αντίδρασης.
  • Σύνδεση των ευρωπαϊκών πόρων με την ευρωπαϊκή συμμετοχή στις αποφάσεις, από τις κυρώσεις έως την ανοικοδόμηση.
  • Μείωση κρίσιμων εξαρτήσεων, στην άμυνα, στην ενέργεια και στις τεχνολογικές υποδομές.

Αυτή η πορεία έχει οικονομικό και πολιτικό κόστος. Γι’ αυτό χρειάζεται δημοκρατική συζήτηση: τι ασφάλεια επιδιώκουν οι Ευρωπαίοι, πόσο είναι διατεθειμένοι να επενδύσουν και ποιες εξουσίες θα ασκήσουν από κοινού. Η αμυντική ενίσχυση χρειάζεται επίσης λογοδοσία, ώστε να υπηρετεί την ασφάλεια των κοινωνιών και να διατηρεί την υποστήριξή τους.

Το ερώτημα, τελικά, είναι αν η Ευρώπη θέλει να αναλάβει τις ευθύνες που αντιστοιχούν στο μέγεθός της. Οι ισχυρές δυνάμεις θα συνεχίσουν να επιδιώκουν συμφωνίες σύμφωνα με τα συμφέροντά τους. Η ευρωπαϊκή συμμετοχή θα εξασφαλιστεί με συνοχή, χρήσιμες δυνατότητες και πολιτική επιμονή.

Η Ουκρανία δικαιούται να αποφασίζει για το μέλλον της. Η Ευρώπη οφείλει να υπερασπιστεί αυτή την αρχή και για τη δική της ασφάλεια. Αν συνηθίσει να αποδέχεται ότι άλλοι καθορίζουν τις επιλογές των ευρωπαϊκών κρατών, θα έχει ήδη παραχωρήσει ένα μέρος της ελευθερίας της.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή