- Γράφει η Αργυρώ Καρακώστα
Κάτι δεν πηγαίνει καλά στην Ευρώπη. Και δεν είναι μόνο οι κυβερνήσεις που δυσκολεύονται να σταθούν, τα κοινοβούλια που αδυνατούν να βρουν συναινέσεις ή οι πολίτες που βγαίνουν στους δρόμους. Είναι κάτι βαθύτερο και, γι’ αυτό, πολύ πιο επικίνδυνο: η σταδιακή απώλεια της εμπιστοσύνης στην ίδια την πολιτική. Στη Γαλλία, η παρατεταμένη πολιτική αβεβαιότητα και τα κοινοβουλευτικά αδιέξοδα αποτυπώνουν τη δυσκολία εξασφάλισης βιώσιμων πλειοψηφιών. Στην Ιταλία, οι ανοιχτές συγκρούσεις της κυβέρνησης με τη δικαστική εξουσία δοκιμάζουν τις θεσμικές ισορροπίες. Στην Αλβανία, οι έντονες διαμαρτυρίες για ζητήματα διαφθοράς φέρνουν στην επιφάνεια την βαθιά αμφισβήτηση των δημοκρατικών θεσμών.
Δεν πρόκειται για ίδιες κρίσεις, ούτε εξηγούνται με μία μόνο αιτία. Όταν όμως σε διαφορετικές χώρες η πολιτική αδυνατεί να πείσει, η κοινωνική δυσαρέσκεια μεγαλώνει και η σύγκρουση γίνεται ο κανόνας, έχουμε λόγο να ανησυχούμε για κάτι περισσότερο από την τύχη μιας κυβέρνησης. Έχουμε λόγο να αναρωτηθούμε για την τύχη της ίδιας της δημοκρατίας. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι οι πολίτες θυμώνουν. Οι κοινωνίες πάντοτε διεκδικούσαν, διαμαρτύρονταν και συγκρούονταν με την εξουσία.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο πολίτης παύει να πιστεύει ότι η συμμετοχή του μπορεί να αλλάξει οτιδήποτε. Όταν ψηφίζει χωρίς να περιμένει να εισακουστεί, όταν ακούει υποσχέσεις αλλά δεν βλέπει διαφορά στην καθημερινότητά του, όταν αισθάνεται ότι οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί και η γνώμη του αποτελεί μια τυπική διαδικασία μπροστά στην κάλπη. Εκεί αρχίζει η πραγματική κρίση, πολύ πριν από την πτώση μιας κυβέρνησης και πολύ πριν από την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Για χρόνια, ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής πολιτικής αντιμετώπισε την οικονομία σαν να μπορούσε να λειτουργήσει ανεξάρτητα από την κοινωνία. Οι αριθμοί, οι δημοσιονομικοί στόχοι και οι απαιτήσεις των αγορών απέκτησαν συχνά μεγαλύτερη βαρύτητα από την επιβίωση των ανθρώπων. Κανείς δεν αμφισβητεί την ανάγκη για οικονομική σταθερότητα και κανόνες. Αλλά για ποιον υπάρχει η οικονομία, αν όχι για την κοινωνία; Ποιο νόημα έχει η ανάπτυξη όταν δεν μεταφράζεται σε καλύτερη ζωή για τους πολλούς;
Αυτά δεν είναι θεωρητικά ερωτήματα. Αφορούν τον εργαζόμενο που βλέπει το εισόδημά του να εξαντλείται πριν βγει ο μήνας, τον επαγγελματία που παλεύει να κρατήσει την επιχείρησή του, τον νέο που αδυνατεί να σχεδιάσει το μέλλον του. Όταν αυτοί οι άνθρωποι ακούν διαρκώς ότι η οικονομία ευημερεί, αλλά η δική τους πραγματικότητα χειροτερεύει, το χάσμα μεγαλώνει και μαζί του η δυσπιστία. Εδώ βρίσκεται η πολιτική ευθύνη. Η δημοκρατία δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στη νομιμότητα μιας εκλογικής νίκης. Χρειάζεται διαρκή σχέση εμπιστοσύνης. Η ψήφος δίνει εντολή διακυβέρνησης, δεν αποτελεί λευκή επιταγή, και η επίκληση της σταθερότητας δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τα πάντα.
Η ιστορία έχει δείξει ότι η πολιτική δυσαρέσκεια δεν οδηγεί αναγκαστικά σε προοδευτικές αλλαγές. Όταν τα παραδοσιακά κόμματα αδυνατούν να εκφράσουν τις αγωνίες της κοινωνίας, εμφανίζονται δυνάμεις που υπόσχονται να ανατρέψουν τα πάντα, χωρίς καν να διαθέτουν πειστικές λύσεις. Αρκεί να πείσουν τους απογοητευμένους ότι όλοι είναι ίδιοι. Έτσι, η αγανάκτηση γίνεται πολιτικό κεφάλαιο, ο φόβος μετατρέπεται σε εργαλείο και ο θυμός σε μέσο διεκδίκησης της εξουσίας. Και τότε γεννάται το κρίσιμο ερώτημα: όταν οι πολίτες απογοητεύονται από τη δημοκρατία όπως λειτουργεί, ποιος εγγυάται ότι οι εναλλακτικές που θα επιλέξουν θα είναι δημοκρατικότερες;
Οι θεσμοί σπάνια καταρρέουν με θεαματικές ανατροπές. Αποδυναμώνονται σταδιακά, καθώς οι πολίτες συνηθίζουν στην αδικία, στην απαξίωση και στην απουσία λογοδοσίας. Παραμένουν τυπικά στη θέση τους, ενώ η εμπιστοσύνη που τους δίνει ουσιαστικό περιεχόμενο έχει χαθεί. Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αναδείξει, μέσα από την πολιτική του διαδρομή, τη σημασία της αυτονομίας της πολιτικής και της δυνατότητας μιας κοινωνίας να καθορίζει τη μοίρα της. Η αναφορά σε εκείνη την παρακαταθήκη δεν έχει νόημα ως νοσταλγία μιας άλλης εποχής, αλλά ως υπενθύμιση ότι η πολιτική οφείλει να διαθέτει δική της βούληση και κοινωνικό προσανατολισμό. Αν η πολιτική παραιτηθεί από τον ρόλο της και περιοριστεί στη διαχείριση ισορροπιών, κάποιος άλλος θα καθορίσει τις προτεραιότητες. Οι ισχυροί θα συνεχίσουν να προστατεύουν τα συμφέροντά τους.
Το ερώτημα είναι ποιος θα υπερασπιστεί εκείνους που δεν διαθέτουν ανάλογη δύναμη. Η Ευρώπη οφείλει να αποφασίσει τι είδους μέλλον θέλει να οικοδομήσει. Μια Ευρώπη που θα μετρά την επιτυχία της μόνο με δείκτες ή μια Ευρώπη που θα κρίνεται από την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και τις ευκαιρίες που προσφέρει στους ανθρώπους της; Οι εξελίξεις στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Αλβανία είναι η αφορμή να αναρωτηθούμε αν έχουμε αντιληφθεί εγκαίρως το μέγεθος του προβλήματος.
Υπάρχει μια διαφορά που δεν πρέπει να ξεχνάμε: άλλο η δυσαρέσκεια των πολιτών απέναντι σε μια κυβέρνηση και άλλο η απώλεια της πίστης τους στην πολιτική ως μέσο αλλαγής. Στην πρώτη περίπτωση, η δημοκρατία διορθώνει τον εαυτό της. Στη δεύτερη, κινδυνεύει να χάσει το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο στηρίζεται. Η μεγαλύτερη ήττα της δημοκρατίας δεν είναι όταν οι πολίτες βγαίνουν στους δρόμους για να απαιτήσουν αλλαγή. Είναι όταν φτάνουν στο σημείο να πιστεύουν ότι τίποτα δεν μπορεί πια να αλλάξει. Όταν η απογοήτευση μετατρέπεται σε παραίτηση, το πολιτικό κενό δεν μένει ποτέ αδιάθετο. Και ο κίνδυνος είναι πλέον ορατός παντού στην Ευρώπη: τα πολιτικά άκρα και οι εκφραστές του μίσους καραδοκούν για να εκμεταλλευτούν τη λαϊκή οργή. Υπόσχονται απλοϊκές λύσεις σε σύνθετα προβλήματα, επενδύουν στον διχασμό και τρέφονται από την ανημποριά του συστήματος να δώσει απαντήσεις.
Δεν είναι πλέον ένα σενάριο εργασίας ή μια θεωρητική απειλή είναι η πραγματικότητα που αποτυπώνεται ήδη στις κοινωνίες μας. Αν η δημοκρατία δεν ξαναβρεί το κοινωνικό της περιεχόμενο, εκείνοι που θα σπεύσουν να καλύψουν το κενό δεν θα ενδιαφερθούν να διορθώσουν το σύστημα, αλλά να το αποδομήσουν. Και τότε, η ζημιά θα είναι ανεπανόρθωτη.
