Ευρώπη σε αναβρασμό: κοινές αγωνίες, διαφορετικές ευθύνες

Από τη στέγαση και την ακρίβεια έως την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, οι κινητοποιήσεις αποκαλύπτουν εθνικά αδιέξοδα και ευρωπαϊκές αδυναμίες. Πού αναλογεί η ευθύνη των κυβερνήσεων και πού των θεσμών της ΕΕ.

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Οι κινητοποιήσεις στην Ευρώπη έχουν κοινό κοινωνικό υπόβαθρο, αλλά διαφορετικές εθνικές αιτίες. Επομένως, ούτε η εξήγηση «για όλα ευθύνονται οι Βρυξέλλες» ούτε η αντίθετη, «είναι αποκλειστικά εσωτερικό ζήτημα κάθε χώρας», επαρκεί. Η ευθύνη πρέπει να εξετάζεται ανά συγκεκριμένη απόφαση: ποιος την έλαβε, ποιες εναλλακτικές είχε και ποιοι επιβαρύνθηκαν από αυτήν.

Χρειάζεται, επίσης, μια αρχική διάκριση: οι διαδηλώσεις, οι απεργίες και οι καταλήψεις δεν ταυτίζονται με τις ταραχές. Στο σημερινό κύμα συνυπάρχουν μαζικές ειρηνικές κινητοποιήσεις και βίαια επεισόδια. Αν τα αντιμετωπίσουμε όλα ως ένα ενιαίο φαινόμενο, χάνουμε τόσο τα κοινωνικά αιτήματα όσο και τις συγκεκριμένες ευθύνες για τη βία. Οι πρόσφατες ανταποκρίσεις περιγράφουν διαφορετικές κινητοποιήσεις, με κοινές ανησυχίες γύρω από την εκπαίδευση, τη στέγαση και την οικονομική ανασφάλεια.

Τι διαφοροποιεί τις χώρες

Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στην αφετηρία της διαμαρτυρίας, στη σύνθεση των συμμετεχόντων και στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι εθνικοί θεσμοί.

Γαλλία: Προβλήματα στα σχολεία και ελλείψεις προσωπικού, με διεύρυνση της διαμαρτυρίας προς το κόστος ζωής και τις δημόσιες υπηρεσίες.

Βέλγιο: Αντίθεση σε δημοσιονομικά μέτρα και περικοπές, παράλληλα με εκπαιδευτικές κινητοποιήσεις.

Ισπανία και Πορτογαλία: Ιδιαίτερα έντονο στεγαστικό πρόβλημα και δυσκολία πρόσβασης σε προσιτή κατοικία.

Ιταλία: Συνάντηση εκπαιδευτικών αιτημάτων με δυσαρέσκεια για την ακρίβεια και τις κυβερνητικές προτεραιότητες.

Αλβανία: Εκπαιδευτικά και οικονομικά αιτήματα που συνδέονται με ευρύτερη αμφισβήτηση της διακυβέρνησης.

Ελλάδα: Πίεση από την ακρίβεια και το κόστος στέγασης, χαμηλή αγοραστική δύναμη και προβλήματα στη δημόσια εκπαίδευση, με έμφαση στις προοπτικές των νέων και στην αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών παρεμβάσεων.

Η σύγκριση αυτή αποτυπώνει τις κυριότερες εστίες δυσαρέσκειας, όχι το σύνολο των αιτημάτων κάθε χώρας.

Αυτό έχει σημασία: μια κινητοποίηση εναντίον των εξώσεων δεν εξηγείται με τον ίδιο τρόπο όπως μια απεργία κατά αλλαγών στις συντάξεις ή μια μαθητική κατάληψη για ελλείψεις καθηγητών. Μπορούν να αλληλοεπηρεάζονται και να χρησιμοποιούν κοινά συνθήματα χωρίς να έχουν κοινή οργάνωση ή ταυτόσημη πολιτική κατεύθυνση.

Το κοινό υπόβαθρο

Η δική μου ερμηνεία είναι ότι πίσω από τα διαφορετικά αιτήματα βρίσκεται μια αυξανόμενη απόσταση ανάμεσα στην εργασία και στην προσδοκία μιας αξιοπρεπούς ζωής. Για ένα μέρος των πολιτών, και ιδιαίτερα των νέων, η απασχόληση δεν εξασφαλίζει εύκολα ανεξάρτητη στέγη, οικονομική ασφάλεια και πρόσβαση σε επαρκείς δημόσιες υπηρεσίες.

Το στεγαστικό προσφέρει ένα μετρήσιμο παράδειγμα αυτής της πίεσης: σύμφωνα με τη Eurostat, μεταξύ 2010 και 2024 οι τιμές κατοικιών στην ΕΕ αυξήθηκαν συνολικά κατά 53% και τα ενοίκια κατά 25%, με μεγάλες διαφορές μεταξύ χωρών. Αυτοί οι μέσοι όροι, βέβαια, δεν περιγράφουν επαρκώς την κατάσταση ενός νέου ενοικιαστή σε μια ακριβή μεγαλούπολη.

Εδώ βρίσκεται και μια συχνή παρεξήγηση: η επιβράδυνση του πληθωρισμού σημαίνει ότι οι τιμές αυξάνονται βραδύτερα· δεν σημαίνει ότι επιστρέφουν στα προηγούμενα επίπεδα. Συνεπώς, μια κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάζει βελτιωμένους οικονομικούς δείκτες, ενώ ένα νοικοκυριό εξακολουθεί να δυσκολεύεται περισσότερο από ό,τι πριν από μερικά χρόνια.

Πόσο ευθύνονται οι εθνικές κυβερνήσεις

Οι κυβερνήσεις έχουν την πιο άμεση ευθύνη για τη φορολογική κατανομή, τη χρηματοδότηση υπηρεσιών, τη στεγαστική πολιτική και τη διαχείριση των κινητοποιήσεων — συχνά μαζί με περιφέρειες και δήμους.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο «πόσα χρήματα υπάρχουν», αλλά ποιος καλείται να πληρώσει και τι προστατεύεται στον προϋπολογισμό. Ακόμη και όταν απαιτείται δημοσιονομική προσαρμογή, υπάρχουν διαφορετικοί συνδυασμοί φόρων, δαπανών και χρονικού ορίζοντα. Για να κριθεί αντικειμενικά μια κυβέρνηση, πρέπει να εξεταστεί αν εξάντλησε τις δικαιότερες και αποτελεσματικότερες επιλογές της.

Υπάρχουν, ωστόσο, πραγματικοί περιορισμοί: το κόστος δανεισμού, οι διεθνείς ενεργειακές τιμές, το δημόσιο χρέος και ο χρόνος που απαιτείται για την κατασκευή κατοικιών ή τη στελέχωση υπηρεσιών. Δεν αποδεικνύει κάθε κοινωνικό πρόβλημα κυβερνητική αδιαφορία. Αποδεικνύει όμως την ανάγκη να αξιολογηθεί η επάρκεια της αντίδρασης.

Ανάλογη ευθύνη υπάρχει στη διαχείριση της έντασης. Η κυβέρνηση οφείλει να προστατεύει ανθρώπους και περιουσίες, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη διαδήλωση και την αναλογικότητα της αστυνόμευσης. Η κοινωνική εξήγηση της βίας δεν αποτελεί δικαιολόγησή της· και η καταδίκη της βίας δεν απαντά στα κοινωνικά αιτήματα.

Πού βρίσκεται η ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η ΕΕ επηρεάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποφασίζουν οι κυβερνήσεις. Οι δημοσιονομικοί κανόνες, για παράδειγμα, επηρεάζουν τα περιθώρια δημόσιων δαπανών. Το ισχύον πλαίσιο προβλέπει εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά και διαρθρωτικά σχέδια, με δεσμεύσεις για δημοσιονομική πορεία, μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις. Δεν αποτελεί, επομένως, αποκλειστικά εθνική υπόθεση.

Η κριτική προς την ευρωπαϊκή ηγεσία είναι βάσιμη όταν εξετάζει αν οι κοινές απαιτήσεις προσαρμογής συνοδεύονται από επαρκείς δυνατότητες κοινωνικής προστασίας και επενδύσεων. Μια πολιτική μπορεί να βελτιώνει τη βιωσιμότητα του χρέους και ταυτόχρονα, ανάλογα με την εφαρμογή της, να επιβαρύνει δυσανάλογα συγκεκριμένες ομάδες.

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά: η διατήρηση της δυνατότητας δανεισμού προστατεύει τη χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους σε βάθος χρόνου. Άρα, το πραγματικό δίλημμα αφορά τον ρυθμό, τη σύνθεση και τη δικαιοσύνη της προσαρμογής.

Επίσης, η «ηγεσία της ΕΕ» δεν είναι ένα ενιαίο πρόσωπο. Στις αποφάσεις συμμετέχουν η Επιτροπή, οι εθνικές κυβερνήσεις στο Συμβούλιο και, ανάλογα με το θέμα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το δημοσιονομικό πλαίσιο προέκυψε από ευρωπαϊκή νομοθετική διαπραγμάτευση. Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν συνεπώς να παρουσιάζονται πάντοτε ως απλοί εκτελεστές αποφάσεων στις οποίες δεν συμμετείχαν.

Η πιο προσεκτική πολιτική εκτίμηση

Οι κινητοποιήσεις αποτελούν σοβαρή ένδειξη κοινωνικής δυσαρέσκειας, αλλά δεν είναι δημοψήφισμα ούτε ασφαλής πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος. Η έντασή τους εξαρτάται και από τη συνδικαλιστική οργάνωση, τις παραδόσεις διαμαρτυρίας και τις διαθέσιμες πολιτικές διεξόδους.

Με τα σημερινά δεδομένα, η πιο τεκμηριωμένη ερμηνεία είναι ότι διαφορετικές εθνικές κρίσεις συναντούν κοινές ευρωπαϊκές πιέσεις. Οι κυβερνήσεις φέρουν κυρίως την ευθύνη για τις συγκεκριμένες επιλογές και την κατανομή των βαρών. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί κρίνονται για το κοινό πλαίσιο και την επάρκεια της συλλογικής απάντησης. Το μέτρο αξιολόγησης και των δύο είναι συγκεκριμένο: αν οι αποφάσεις τους περιορίζουν την ανασφάλεια με δίκαιο και βιώσιμο τρόπο και αν επιτρέπουν στους πολίτες να επηρεάζουν ουσιαστικά όσα καθορίζουν τη ζωή τους.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή