Αγωγή κατά της Amazon κατέθεσε εργαζόμενη της εταιρείας, υποστηρίζοντας ότι βιάστηκε από ανώτερο στέλεχος κατά τη διάρκεια επαγγελματικού ταξιδιού στη Νέα Υόρκη και ότι η εταιρεία τής ζήτησε να μη μιλήσει για την καταγγελία, ενώ δεν διερεύνησε πλήρως την υπόθεση.
Η Λόρα Ντάνμπομ εργάζεται στα κεντρικά γραφεία της Amazon στο Σιάτλ ως διευθύντρια μάρκετινγκ και επιχειρησιακών λειτουργιών στην Amazon Web Services. Με την αγωγή, που κατατέθηκε την Τρίτη, κατηγορεί την εταιρεία για δημιουργία εχθρικού εργασιακού περιβάλλοντος και παραβίαση της νομοθεσίας της πολιτείας της Ουάσιγκτον «Silenced No More Act», η οποία προστατεύει από αντίποινα όσους καταγγέλλουν επιθέσεις στον χώρο εργασίας, όπως αναφέρει η nypost.
Σύμφωνα με την αγωγή, το περιστατικό συνέβη στις 27 Οκτωβρίου 2023, όταν η Ντάνμπομ ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη μαζί με συναδέλφους της. Ανάμεσά τους ήταν ο Μικελάντζελο Σιμόντε, ένα από τα στελέχη με τις καλύτερες επιδόσεις στο διαφημιστικό τμήμα της εταιρείας, ο οποίος εργαζόταν στα γραφεία της Amazon στη Μαδρίτη.
Εκείνο το βράδυ, η ομάδα συμμετείχε σε εκδήλωση της Amazon με δωρεάν ποτά και στη συνέχεια επισκέφθηκε μπαρ καραόκε, με όλα τα έξοδα να καλύπτονται από την εταιρεία. Σύμφωνα με την καταγγελία, η Ντάνμπομ και ο Σιμόντε φλέρταραν, αστειεύονταν και είχαν καλή επικοινωνία. Στο τέλος της βραδιάς, εκείνος τη φίλησε και την έπεισε να τον αφήσει να τη συνοδεύσει στο δωμάτιό της, σε ξενοδοχείο στο Τσέλσι του Μανχάταν.
Εκεί, σύμφωνα με την αγωγή, τη βίασε, παρά το γεγονός ότι εκείνη είπε «όχι» και διαμαρτυρήθηκε. Η καταγγελία αναφέρει ότι, στη διάρκεια της επίθεσης, η Ντάνμπομ τον ρώτησε αν αντιλαμβανόταν τι έκανε, με τον ίδιο να ολοκληρώνει τη φράση της λέγοντας «βιασμός; Ναι», προτού αγνοήσει τις αντιδράσεις της.
Amazon employee files explosive lawsuit claiming senior executive raped her on NYC business trip https://t.co/Xeq04ao1ew https://t.co/jTf7UWIOOL
— New York Post (@nypost) October 21, 2026
Την επόμενη ημέρα, η γυναίκα απευθύνθηκε στην αστυνομία της Νέας Υόρκης, παραδίδοντας ένα προφυλακτικό που, όπως υποστηρίζει, είχε αφήσει πίσω ο Σιμόντε, ενώ υποβλήθηκε και σε ιατροδικαστική εξέταση. Σε τηλεφωνική συνομιλία που παρακολουθούσε ντετέκτιβ με στόχο μια πιθανή ομολογία, ο Σιμόντε φέρεται να είπε ότι ήταν «200% σίγουρος» πως δεν είχαν συνευρεθεί σεξουαλικά. Σε μεταγενέστερη αστυνομική συνέντευξη, σύμφωνα με την αγωγή, δήλωσε ότι ήταν τόσο μεθυσμένος ώστε δεν θυμόταν τι είχε συμβεί.
Ο δικηγόρος της Ντάνμπομ, Τζέι Φρι, ανέφερε ότι η αστυνομία δεν παρέπεμψε την υπόθεση στους εισαγγελείς, υποστηρίζοντας ότι οι ερευνητικές δυνατότητες είχαν εξαντληθεί. Η αγωγή καταγγέλλει, ωστόσο, ότι δεν εξετάστηκαν μάρτυρες στους οποίους η γυναίκα είχε μιλήσει αμέσως μετά το περιστατικό, μεταξύ των οποίων και εργαζόμενος της Amazon.
Η έρευνα της Amazon και η δικαστική διαμάχη
Δύο ημέρες μετά το περιστατικό, η Ντάνμπομ ενημέρωσε το τμήμα ανθρώπινου δυναμικού της Amazon και μίλησε επίσης σε φίλους της και στη θεραπεύτριά της. Η εταιρεία διεξήγαγε εσωτερική έρευνα και έθεσε τον Σιμόντε σε άδεια για αρκετούς μήνες. Ωστόσο, τελικά έκρινε ότι δεν παραβίασε τις πολιτικές της, χαρακτηρίζοντας την καταγγελία «ατεκμηρίωτη λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων».
Η Ντάνμπομ υποστηρίζει ότι η έρευνα έκλεισε χωρίς να μιλήσουν με πιθανούς μάρτυρες και χωρίς να συγκεντρωθούν διαθέσιμα στοιχεία. Παράλληλα, καταγγέλλει ότι δέχθηκε ερωτήσεις που την επανατραυμάτισαν, καθώς αμφισβητήθηκε, μεταξύ άλλων, αν είχε φωνάξει «όχι». Η εταιρεία φέρεται επίσης να τής είπε ότι θα επανεξέταζε την υπόθεση εάν ασκούνταν ποινική δίωξη στη Νέα Υόρκη και της ζήτησε να μην αναφέρεται στην καταγγελία στον χώρο εργασίας, χαρακτηρίζοντάς την «αυστηρά εμπιστευτική».
Η ίδια δήλωσε ότι αυτό την εμπόδισε να προειδοποιήσει άλλες γυναίκες που θα μπορούσαν να συναντήσουν τον Σιμόντε σε επαγγελματικές εκδηλώσεις. Πήρε δύο άδειες από την εργασία της και το 2024 μετακινήθηκε σε άλλη θέση, έπειτα από δέκα αιτήσεις για εσωτερικές θέσεις, εγκαταλείποντας την πορεία της προς μια προαγωγή.
Η εκπρόσωπος της Amazon, Κέλι Ναντέλ, δήλωσε ότι η εταιρεία αντιμετωπίζει τέτοιες καταγγελίες με τη μέγιστη σοβαρότητα, εφαρμόζει μηδενική ανοχή στη σεξουαλική ανάρμοστη συμπεριφορά και τη βία και διαθέτει εκπαιδευμένους ερευνητές για την εξέταση κάθε αναφοράς. Η αγωγή ζητά αποζημίωση για απώλεια μισθών, μπόνους και άλλων εργασιακών παροχών.
