Από τους σημαντικότερους ‘Αγγλους σκηνοθέτες του 21ου αιώνα, αν και τα κινηματογραφικά διαπιστευτήριά του τα έδωσε στο τέλος του 20ου, με το περίφημο «Trainspotting», ο Ντάνι Μπόιλ, συνεχίζει με την ίδια ζωντάνια, που χαρακτηρίζεται το έργο του, να κάνει σχέδια, να δέχεται προτάσεις, να συμμετέχει στα κοινωνικά ζητήματα και να περιμένει να δει το τέλος της μοναρχίας στη Μεγάλη Βρετανία, όπως είχε προβλέψει πριν χρόνια.
Χωρίς να περιορίζεται στην κοινωνική διεισδυτική ματιά του εμβληματικού και απόμαχου πλέον Κεν Λόουτς, ο Μπόιλ, έχει ξανοιχτεί σε πολλά κινηματογραφικά είδη, από τη μαύρη κωμωδία, το θρίλερ και το νεο-νουάρ μέχρι το δράμα, την επιστημονική φαντασία και τον τρόμο και αποτελεί μαζί με τον Κρίστοφερ Νόλαν, τον Τζόναθαν Γκλέιζερ και τον Σαμ Μέντες, ότι πιο ενδιαφέρον έχει να παρουσιάσει το βρετανικό σινεμά τις δύο τελευταίες δεκαετίες.
Το σινεμά του Μπόιλ χαρακτηρίζεται από μία δυναμική οπτική, με γρήγορο ρυθμό, κοφτό μοντάζ, αντισυμβατικές γωνίες λήψης, αεικίνητη κάμερα, έντονη συμβολική χρήση του χρώματος, που συνάδει με τη ψυχολογική κατάσταση των ηρώων του. Τα σάουντρακ έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις ταινίες του, υπαγορεύοντας πολλές φορές και το ρυθμό του μοντάζ, ενώ δείχνει εμμονή στα θέματά του, για τον πλουτισμό, την απληστία, το κυνήγι του χρήματος και πως αυτό επηρεάζει τις ανθρώπινες σχέσεις και τις ηθικές εκπτώσεις των ηρώων του.
Συμπληρώνοντας τα 70 του χρόνια (γεννημένος στις 20 Οκτωβρίου 1956), ο βραβευμένος, μεταξύ άλλων, με Όσκαρ, BAFTA και Χρυσές Σφαίρες, Ντάνι Μπόιλ, έχει διαγράψει μία σημαντική πορεία στον κινηματογράφο, απέκτησε εκατομμύρια θαυμαστές, υπηρέτησε τις ιδέες του, με ανεξάρτητες παραγωγές, αλλά και φιλμ που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, με υπερπαραγωγές και το mainstream σινεμά. Είναι όμως και ένας άνθρωπος που δεν κάθεται ποτέ στα – χρυσοφόρα – αυγά του, καθώς είναι πάντα κοινωνικά δραστήριος έως και ταραξίας και καλλιτεχνικά πάντα ανήσυχος, παρότι παπαδοπαίδι. Χαρακτηριστικό είναι ότι η τελευταία του δημιουργία «Ink», που ενθουσίασε η πρεμιέρα της στο πρόσφατο φεστιβάλ της Βενετίας, καταπιάνεται με τον μεγιστάνα Ρούπερτ Μέρντοχ και την εμπλοκή του με τον Τύπο.
Από παπαδοπαίδι στο θέατρο
Ο Ντάνιελ Φράνσις Μπόιλ, γεννήθηκε το 1956 στο Ράντκλιφ του Λάνκασαϊρ, στην Αγγλία, λίγα χιλιόμετρα από το κέντρο του Μάντσεστερ, από πατέρα και μητέρα ιρλανδικής καθολικής καταγωγής, ενώ έχει ακόμη δύο αδελφές, που έγιναν δασκάλες. Η καθολική του οικογένεια, εργατικής τάξης, τον έστρεψε από παιδί ακόμη να ασχοληθεί με την ιεροσύνη. Υπήρξε παπαδοπαίδι, αλλά ένας ιερέας όταν ήταν 14 ετών τον έπεισε να μην μπει στη θεολογική σχολή. Όπως έχει πει ο ίδιος, «δεν ξέρω αν με έσωσε από την ιεροσύνη ή την ιεροσύνη από μένα, αλλά πολύ σύντομα άρχισα να κάνω θέατρο. Νομίζω ότι υπάρχει μία σύνδεση. Δεν είναι τυχαίο ότι οι σκηνοθέτες Μάρτιν Σκορτσέζε, Τζον Γου και Μ. Νάιτ Σιάμαλαν ήταν προορισμένοι για να γίνουν ιερείς».
Ο Σέξπιρ και η τηλεόραση
‘Αρχισε να σκηνοθετεί από φοιτητής τη θεατρική ομάδα του πανεπιστημίου University College of North Wales, όπου σπούδαζε φιλολογία και θέατρο, ενώ πολύ γρήγορα μπήκε και επαγγελματικά στον θεατρικό χώρο, σκηνοθετώντας στο Royal Court Theatre το 1982 και στη συνέχεια πέντε παραγωγές στο Royal Shakespeare Company. Το 1987 μπαίνει στην τηλεόραση και ως παραγωγός στο BBC, γυρίζοντας σειρές όπως «Arise And Go Now», «Not Even God Is Wise Enough» και «For The Greater Good».
Αναζωογονώντας το βρετανικό σινεμά
Το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, με το κωμικό θρίλερ «Μικρά Εγκλήματα Μεταξύ Φίλων» προκαλεί ενθαρρυντικές εντυπώσεις, του χαρίζει την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ και το πρώτο του BAFTA και γίνεται η πιο εμπορική ταινία του 1995 στη Βρετανία. Το βασικότερο, όμως, του ανοίγει τον δρόμο για την παραγωγή του «Trainspotting», που οι κριτικοί της χώρας του θεώρησαν ως μια σημαντική αναζωογόνηση του βρετανικού σινεμά. Μια ταινία, σε σενάριο του Τζον Χοτζ και με εντελώς ανεξέλεγκτη σκηνοθεσία, που ξεχωρίζει για τις λοξές γωνίες λήψης, τους ευρυγώνιους φακούς, τη νευρική κίνηση της κάμερας, δημιουργώντας την όξυνση των αισθήσεων και έναν οπτικό εθισμό. Το στόρι θέλει μια παρέα νέων στο Εδιμβούργο, που είναι χρήστες ηρωίνης, να επιδίδονται σε διάφορες μικροκλοπές για να αντέξουν την φτώχεια τους και να εξασφαλίσουν την εξάρτησή τους. Ο Γιούαν Μακρέγκορ γίνεται μόδα, ενώ το σάουντρακ από τη δεκαετία του ‘70, από Ίγκι Ποπ μέχρι Λου Ριντ, βάζει τη δική του σφραγίδα.
Παραλία – παραλία
Το 2000 γυρίζει την πετυχημένη εμπορικά «Παραλία», με πρωταγωνιστή τον τότε ανερχόμενο Λεονάρντο Ντι Κάπριο, που διχάζει την κριτική, καθώς ο Μπόιλ επικρίνεται για την επιφανειακή προσέγγιση του μυθιστορήματος του ‘Αλεξ Γκάρλαντ και τους ρηχούς χαρακτήρες. Πάντως, ο Βρετανός σκηνοθέτης, στήνει μία ταινία με ενέργεια και πειστική ατμόσφαιρα, στη φημισμένη παραλία της Ταϊλάνδης.
Σύγχρονος τρόμος
Δύο χρόνια μετά, μπαίνει στο σινεμά τρόμου, με το δυνατό «28 Ημέρες Μετά» και πρωταγωνιστή τον Κίλιαν Μέρφι, ο οποίος υποδύεται έναν νεαρό που ανακαλύπτει ένα έρημο Λονδίνο, εξαιτίας ενός θανάσιμου μεταδοτικού ιού, που μετατρέπει τους ανθρώπους σε κτήνη με δολοφονικές διαθέσεις. Μία σύγχρονη ταινία τρόμου, με ατμόσφαιρα που κόβει την ανάσα, από τον στιλίστα Μπόιλ, αλλά και ένα καλογραμμένο σενάριο, με νόημα. Η επιτυχία της είναι τόσο μεγάλη, που το φιλμ γίνεται φραντσάιζ, με ακόμη τρεις συνέχειες – την τελευταία παραγωγής 2025.
Το Μπόλιγουντ και το Όσκαρ
Έπειτα από μία σειρά από πειραματικές αναζητήσεις, το 2007 έρχεται και η ώρα για το Όσκαρ σκηνοθεσίας. Αυτό οφείλεται στο «Slumdog Millionaire», μια τεράστια επιτυχία, που συνδυάζει τη μαγεία του Μπόλιγουντ, με τις καλές στιγμές του Χόλιγουντ. Ένας 18χρονος, μεγαλωμένος στις φτωχογειτονιές της Βομβάης, κερδίζει ένα τεράστιο ποσό στο τηλεπαιχνίδι «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος;», γίνεται το πρόσωπο της ημέρας και μπλέκεται σε περιπέτειες, καθώς κανείς δεν πιστεύει ότι γνώριζε τις απαντήσεις. Ένα απολαυστικό οδοιπορικό στη σύγχρονη Ινδία, μια συναρπαστική περιπλάνηση στα κινηματογραφικά είδη, που προκαλεί συγκίνηση, με τον απενοχοποιημένο μελοδραματισμό του. Όσκαρ σκηνοθεσίας και άλλα εφτά χρυσά αγαλματίδια, τέσσερις Χρυσές Σφαίρες και εφτά Bafta.
Το όχι στον Τζέιμς Μποντ
Το 2015 γυρίζει το βιογραφικό «Steve Jobs», ένα ενδιαφέρον φιλμ για τον ιδρυτή της Apple και τον πολύπλοκο και όχι και τόσο αθώο κόσμο της τεχνολογίας, δυο χρόνια μετά το σίκουελ του «Trainspotting», ενώ το 2019 παραδίδει την χαριτωμένη κωμωδία φαντασίας «Yesterday», που διαθέτει μία πανέξυπνη ιδέα και όλα τα συστατικά ενός γλυκού love story, πλημμυρισμένου από τεράστιες μουσικές επιτυχίες. Μάλιστα, ο Μπόιλ, εκείνη την εποχή είχε την πολυτέλεια να αρνηθεί την πρόταση να σκηνοθετήσει την 25η ταινία του Τζέιμς Μποντ, «No Time to Die», λόγω της διαφωνίας του πάνω στο σενάριο.
Ολυμπιονίκης
Χωρίς να αφήσει ποτέ το θέατρο, ο Μπόιλ, αναλαμβάνει και καλλιτεχνικός διευθυντής της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2012, στο Λονδίνο, γυρίζοντας και το φιλμ «Νησιά των Θαυμάτων», χαρτογραφώντας τον βρετανικό πολιτισμό και κερδίζοντας επαίνους.
Συνεχίζοντας με νεανική ορμή
Ο Ντάνι Μπόιλ, που έχει αποκτήσει τρία παιδιά από την πρώτη του σύντροφο, την ηθοποιό Φράνσις Μπάρμπερ, από την εποχή που σπούδαζε, περιμένει εναγωνίως να δει την κατάργηση της μοναρχίας στη Βρετανία, είναι ενεργό μέλος φιλανθρωπικών σωματείων, δηλώνει «πνευματικώς άθεος», μετέχει στα πολιτικά δρώμενα και συνεχίζει να κάνει, με νεανική ορμή, καλλιτεχνικά σχέδια.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Χ. Αναγνωστάκης
*Φωτογραφία από την ταινία «28 Χρόνια Μετά» – Πηγή Φωτογραφίας: Feelgood
