Στον Πύργο της Τήνου, μια μαρμάρινη τοξωτή κρήνη διατηρεί ζωντανή τη μνήμη ενός ακραίου καιρικού φαινομένου που έπληξε τον οικισμό τον Νοέμβριο του 1873. Η επιγραφή που βρίσκεται στην κεντρική κολόνα της αποκαλύπτει τις συνέπειες μιας καταστροφικής πλημμύρας, η οποία εκδηλώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 30ης Νοεμβρίου και διήρκεσε περίπου δύο έως τρεις ώρες προκαλώντας την υπερχείλιση του ρέματος και την παράσυρση δύο κατοικιών.
Παρότι, προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τη διάρκεια και τις επιπτώσεις του φαινομένου, δεν παρέχει στοιχεία για το συνολικό ύψος της βροχής που έπεσε, δεδομένο που θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο για την πληρέστερη επιστημονική διερεύνηση της συγκεκριμένης πλημμύρας και τη σύγκρισή της με άλλα ακραία καιρικά επεισόδια.
Σε αυτή την κατεύθυνση, κινείται το νέο ερευνητικό πρόγραμμα RescueΚλίμα, όπου μέσω της ψηφιοποίησης ιστορικών μετεωρολογικών παρατηρήσεων στην Ελλάδα από το τέλος του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα επιχειρεί να διασώσει την ιστορία των ακραίων φαινομένων όπως μετρήθηκαν από μετεωρολογικούς σταθμούς.

Σύμφωνα με τους ερευνητές του προγράμματος, οι ιστορικές μετεωρολογικές παρατηρήσεις αποτελούν ένα απαραίτητο εργαλείο στη σύγχρονη έρευνα για την περιγραφή της κλιματικής ιστορίας, την αποτίμηση της κλιματικής μεταβλητότητας και τη κατανόηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. «Η Ελλάδα διαθέτει μια πλούσια αρχειακή κληρονομιά έντυπων μετεωρολογικών παρατηρήσεων, από την οποία μόνο ένα μικρό μέρος (κυρίως μηνιαίες μέσες τιμές) έχει ψηφιοποιηθεί. Ημερήσιες μετρήσεις θερμοκρασίας, βροχής, έντασης ανέμου, πίεσης κ.α. βρίσκονται ακόμη στα χειρόγραφα φυλλάδια των παρατηρήσεων, που κινδυνεύουν σε πολλές περιπτώσεις λόγω έλλειψης πόρων για κατάλληλη αποθήκευση και συντήρηση», σημειώνουν στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.
Το RescueΚλίμα έχει ξεκινήσει από τον Ιούνιο του 2026 και θα διαρκέσει δύο χρόνια, ενώ έχουν ήδη ψηφιοποιηθεί πάνω από 6.000 δελτία ημερήσιων παρατηρήσεων. Το πρόγραμμα συντονίζεται από το Κέντρο Ερεύνης Φυσικής της Ατμοσφαίρας και Κλιματολογίας (ΚΕΦΑΚ) της Ακαδημίας Αθηνών με τη συμμετοχή των Ινστιτούτων Αστρονομίας, Αστροφυσικής, Διαστημικών Εφαρμογών και Τηλεπισκόπησης και Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Tροφίμων καθώς και της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας.
Όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ακαδημαϊκός και Εθνικός Εκπρόσωπος για την κλιματική αλλαγή, Χρήστος Ζερεφός, οι μετεωρολογικές και γενικά, οι παρατηρήσεις στην ατμόσφαιρα, έχουν μεγάλη ιστορία και προϊστορία στη χώρα μας.
«Οι πρώτες παρατηρήσεις και επιστημονικές περιγραφές που υπάρχουν καταγεγραμμένες είναι του Αριστοτέλη και βρίσκονται στο πρώτο βιβλίο ”Μετεωρολογικά” που γράφτηκε ποτέ στον πλανήτη μας. Ήταν περιγραφικές. Κυρίως μετά το 1600-1700 άρχισαν να παρακολουθούν συστηματικά οι Άγγλοι και οι Γάλλοι τις μεταβολές παραμέτρων, όπως της θερμοκρασίας, της ατμοσφαιρικής πίεσης και της υγρασίας. Αυτά τα στοιχεία υπήρχαν μεμονωμένα σε δύο-τρεις σταθμούς ανά τον κόσμο. Από το 1800 και μετά αυξήθηκε ο αριθμός των σταθμών που παρακολουθούν τη Γη και φτάσαμε στην περίπτωση της Ελλάδας όπου στο τέλος του 19ου αιώνα, από τον καθηγητή Δ. Αιγινήτη ιδρύεται το πρώτο δίκτυο μετεωρολογικών και κλιματολογικών σταθμών. Το δίκτυο αυτό είναι εκείνο που απέκτησε η δημιουργηθείσα τη δεκαετία του 1930 ΕΜΥ. Σήμερα αυτό έχει επεκταθεί, με τις απαιτήσεις να είναι υψηλών προδιαγραφών. Για να γνωρίσουμε το κλίμα μιας περιοχής χρειαζόμαστε όσο το δυνατόν παλαιότερα στοιχεία και αξιόπιστα», επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Ζερεφός ενώ προσθέτει ότι όλα αυτά τα στοιχεία τα ανασυνθέτουν μαζί με τις παρατηρήσεις που λαμβάνουν από τους δορυφόρους αλλά κι από το έδαφος, τη θάλασσα καθώς και τις υποβρύχιες παρατηρήσεις. «Το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών έχει τις παλαιότερες μετρήσεις αλλά η Ακαδημία Αθηνών υπερηφανεύεται γιατί έχει δημοσιεύσει μετρήσεις από τις αρχές περίπου της δεκαετίας του 1810, πριν δηλαδή την απελευθέρωση, και αφορούν την Κέρκυρα», σημειώνει ενώ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη συνεργασία μεταξύ ακαδημαϊκών και ερευνητικών φορέων.
Σύμφωνα με τον κ. Ζερεφό, η αξιοποίηση των μετεωρολογικών δεδομένων προϋποθέτει όχι μόνο την ύπαρξη ενός εκτεταμένου δικτύου σταθμών, αλλά και τη διασφάλιση της ποιότητας και της συνέπειας των μετρήσεων σε βάθος χρόνου. Όπως εξηγεί, στη χώρα λειτουργούν διαφορετικά δίκτυα σταθμών, τα οποία εξυπηρετούν ποικίλες ανάγκες, ενώ ορισμένα δίκτυα που στο παρελθόν υποστήριζαν, μεταξύ άλλων, την αγροτική παραγωγή, τη δασολογία και τον σχεδιασμό υδροηλεκτρικών έργων δεν διατηρούν πλέον την ίδια συνέχεια στη λειτουργία τους προσθέτοντας ότι θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στην ποιότητα αυτών των μετρήσεων.
Από την πλευρά του, ο καθηγητής Κλιματολογίας στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Παναγιώτης Νάστος, σημειώνει ότι το πρόγραμμα αποτελεί μία πρωτοβουλία του Copernicus για να αποκαλυφθούν και στη συνέχεια να ψηφιοποιηθούν παλιά μετεωρολογικά δεδομένα που είναι σε έντυπη μορφή. «Σε συνεργασία με τους παραπάνω φορείς παίρνουμε τα έντυπα που έχουν τις μετεωρολογικές παρατηρήσεις, τις ψηφιοποιούμε, και χρησιμοποιούμε μετά κώδικα ΑΙ ώστε να μπορέσουμε τη φωτογραφία να την μεταφράσουμε σε πραγματικά νούμερα, δηλαδή να γίνει κανονική χρονοσειρά. Να φτάσουμε δηλαδή όσο το δυνατόν πιο πίσω, σε επίσημα στοιχεία από αυτούς τους φορείς. Έχουμε εντοπίσει παλιούς μετεωρολογικούς σταθμούς σε όλη την Ελλάδα», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Νάστος.
«Για να κάνεις πρόβλεψη για το μέλλον πρέπει να γνωρίζεις το παρελθόν, οπότε αναγκαστικά αυτές οι μετρήσεις, κυρίως ημερήσιες μετρήσεις, θα μας δώσουν πάρα πολλά στοιχεία, σε σχέση με τις ακραίες θερμοκρασίες και τη διακύμανσή τους», επισημαίνει.
Οι συστηματικές μετεωρολογικές καταγραφές στην Ελλάδα ανάγονται στις αρχές του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν για το πρόγραμμα, στην Κέρκυρα καταγράφονταν μετρήσεις ήδη από το 1807, ενώ ακολούθησαν παρατηρήσεις και σε άλλες περιοχές της χώρας. Η ανάπτυξη του δικτύου του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών στα τέλη του 19ου αιώνα και, στη συνέχεια, η ίδρυση της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας το 1931 αποτέλεσαν σημαντικούς σταθμούς στην εξέλιξη της συστηματικής παρακολούθησης του καιρού στην Ελλάδα.
Η συμβολή του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών στις μετεωρολογικές παρατηρήσεις και στο RescueΚλίμα
Η ιστορική διαδρομή των μετεωρολογικών παρατηρήσεων στην Ελλάδα συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών.
Όπως σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η αναπληρώτρια διευθύντρια του Ινστιτούτου Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης, διευθύντρια Ερευνών στο Ινστιτούτο, Δήμητρα Φουντά, η ιστορία του κλίματος στην Ελλάδα, στην ουσία ταυτίζεται χρονικά με την ίδρυση του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. «Υπήρξαν ήδη κάποια παλιότερα δεδομένα στην Ελλάδα στις αρχές του 19ου αιώνα, για παράδειγμα στην Κέρκυρα, όπου εκεί συναντάμε κάποιες καταγραφές του κλίματος στην Ελλάδα, αλλά είναι αποσπασματικές. Στην ουσία η ιστορία του κλίματος στη χώρα μας ξεκινάει με την ίδρυση του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, στα μέσα του 19ου αιώνα. Εκεί ξεκινάει η συστηματική καταγραφή του κλίματος. Σε ό,τι αφορά την Αθήνα μόνο, ο ιστορικός σταθμός του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών στην Αθήνα, μετρά ήδη 1,5 αιώνα λειτουργίας. Στα τέλη του 19ου αιώνα, το 1893 περίπου, ο τότε διευθυντής του ΕΑΑ, Δημήτριος Αιγινήτης, ιδρύει το πρώτο εθνικό δίκτυο μετεωρολογικών σταθμών στη χώρα. Άρα εγκαθιστά και διάφορους μετεωρολογικούς σταθμούς σε διάφορα σημεία της Ελλάδας. Το δίκτυο αυτό σταματάει το 1931, όπου μεταφέρεται τότε στη νεοσυσταθείσα Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία . Το Αστεροσκοπείο κρατά μόνο τον ιστορικό σταθμό στο Θησείο. Εδώ και πολλά χρόνια το ΕΑΑ έχει μεριμνήσει ώστε όλα τα ιστορικά δεδομένα είτε του Θησείου, των Αθηνών δηλαδή, είτε των περιφερειακών σταθμών, να είναι ήδη ψηφιοποιημένα υπό την έννοια ότι είναι καταχωρημένα σε βάσεις δεδομένων, ενώ αυτή τη στιγμή μέσα από προγράμματα που συντονίζει το ΕΑΑ θα αποτελέσουν και μέρη διεθνών βάσεων δεδομένων όπως αυτές του Κοπέρνικου», αναφέρει χαρακτηριστικά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κα Φουντά.
Ειδικότερα, στο πλαίσιο του RescueΚλίμα, το Αστεροσκοπείο θα επιλέξει δεδομένα από περιφερειακούς σταθμούς του δικτύου Αιγινήτη, με κριτήρια όπως η πληρότητα και η αξιοπιστία των καταγραφών αλλά και η συνέχιση της λειτουργίας τους μετά το 1931, όταν το δίκτυο πέρασε στην Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία.
«Για κάποιους από τους σταθμούς αυτούς θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μία συνέχιση της χρονοσειράς», σημειώνει η κα Φουντά.
Όσον αφορά την αξία της παρατήρησης τέτοιου είδους δεδομένων η κ. Φουντά σημειώνει: «Μιλάμε για την υπερθέρμανση του πλανήτη και για την κλιματική αλλαγή. Οι μεταβολές του κλίματος οφείλονται και σε φυσικές διεργασίες. Άρα υπάρχει η φυσική μεταβλητότητα και η ανθρωπογενής μεταβλητότητα του κλίματος, η υπερθέρμανση λόγω ανθρωπογενούς παρέμβασης. Αν θέλουμε να δούμε πώς αυτή εξελίσσεται, τι περιοδικότητα έχουν κάποια φαινόμενα, ειδικά τα ακραία φαινόμενα, θα πρέπει να έχουμε πολύ μακριές χρονοσειρές, προκειμένου να παρατηρήσουμε τις μεταβολές του κλίματος μακροπρόθεσμα, πώς αυτές δηλαδή επαναλαμβάνονται κι από τι εξαρτώνται, ειδικά στη χώρα μας. Δεν μπορείς να εκτιμήσεις τα γεγονότα αν δεν ξέρεις αν και πόσο συχνά έχουν ξανασυμβεί στο παρελθόν. Όσο πιο πολλά δεδομένα έχουμε και όσο πιο πίσω πάμε, τόσο πιο αξιόπιστα μπορούμε να κάνουμε και τα μοντέλα που προσομοιάζουν και το παρελθοντικό και το παροντικό και το μελλοντικό κλίμα».
Η συνεργασία των φορέων και η δημιουργία μιας ενιαίας βάσης δεδομένων
Η αξιοποίηση του υλικού βασίζεται στη συνεργασία των συμμετεχόντων φορέων, με στόχο τη διάσωση των παλαιών μετεωρολογικών παρατηρήσεων και τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε αυτές.
«Αυτό που είναι πολύ σημαντικό είναι η διαθεματικότητα, δηλαδή η συνέργεια των φορέων και ότι σκοπεύουμε να συνθέσουμε ουσιαστικά και να ενώσουμε τη μετεωρολογική πληροφορία σε μία ενοποιημένη βάση δεδομένων», σημειώνει ο εντεταλμένος ερευνητής του ΚΕΦΑΚ, Στέργιος Μήσιος, και προσθέτει ότι για την μετατροπή των εικόνων σε χρονοσειρές χρησιμοποιούνται εξελιγμένα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα και μέθοδοι μηχανικής μάθησης που είναι σε θέση να καταλάβουν ακόμη και τα πανέμορφα πλην δυσκολοδιάβαστα καλλιγραφικά γράμματα των παρατηρητών του 19ου αιώνα.
Σύμφωνα με τον κ. Μήσιο, το πρόγραμμα θα προωθήσει καθοριστικά την εθνική προσπάθεια για διάσωση μετεωρολογικών παρατηρήσεων, θα αναδείξει τη σημασία των μεγάλων χρονοσειρών με επαληθευμένη ποιότητα, θα αυξήσει σημαντικά τον αριθμό των σταθμών που είναι καταχωρημένοι στον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό (WMO) και στις διεθνείς βάσεις δεδομένων και, τελικά, θα υποστηρίξει την προσαρμογή της κοινωνίας στην κλιματική αλλαγή, απλοποιώντας την αναζήτηση και την πρόσβαση σε υψηλής ανάλυσης, υψηλής ποιότητας και συνεχή μετεωρολογικά δεδομένα.
Από το έντυπο αρχείο στην ψηφιακή διάχυση της πληροφορίας – Το ιστορικό αρχείο του ΥΠΑΑΤ και η αξιοποίησή του
Στη σημασία της διάσωσης του ιστορικού αρχείου του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και της διάθεσής του στην επιστημονική κοινότητα αναφέρεται ο προϊστάμενος του Τμήματος Γεωλογίας και Υδρολογίας της Διεύθυνσης Εγγείων Βελτιώσεων και Εδαφοϋδατικών Πόρων του υπουργείου, Δρ. Ευθύμης Αυγερινός ο οποίος επισημαίνει ότι βασικός στόχος της υπηρεσίας είναι η ευρύτερη αξιοποίηση των δεδομένων από κάθε ενδιαφερόμενο.
«Ο πιο σημαντικός στόχος της δικής μας υπηρεσίας όταν βρισκόμαστε σε τέτοιες ερευνητικές δουλειές είναι η εξωστρέφεια και η διάχυση της πληροφορίας», αναφέρει, εξηγώντας ότι το αρχείο μπορεί να εξυπηρετήσει ανάγκες ακαδημαϊκών και ερευνητικών φορέων, ιδιωτών, μελετητών, πανεπιστημίων και υπηρεσιών της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Όπως διευκρινίζει, παρότι υπάρχει ήδη ηλεκτρονική οργάνωση μέρους του υλικού, τα πρωτογενή δεδομένα εξακολουθούν να διατηρούνται σε έντυπη μορφή. Αυτό δυσχεραίνει τόσο τη διαχείριση όσο και την ευρύτερη αξιοποίησή τους, καθώς, όπως επισημαίνει, απαιτείται η ψηφιοποίηση των εγγράφων και η μεταφορά των καταγραφών σε επεξεργάσιμη μορφή.
Στο πλαίσιο αυτό, η συνεργασία με το RescueΚλίμα δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε το ιστορικό αρχείο να διατηρηθεί και να καταστεί περισσότερο προσβάσιμο, επιτρέποντας στους ενδιαφερομένους να αξιοποιούν όχι μόνο συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία, αλλά και τις πρωτογενείς μετρήσεις.
Όπως επισημαίνει ο γεωλόγος στο τμήμα Γεωλογίας και Υδρολογίας του ΥΠΑΑΤ, Νίκος Λεουτσαράκος, το υπουργείο είχε αναπτύξει στο παρελθόν ένα εκτεταμένο δίκτυο υδρομετεωρολογικών σταθμών για τη συλλογή δεδομένων που αξιοποιούνταν κυρίως σε μελέτες άρδευσης. Όπως εξηγεί το δίκτυο αριθμούσε περισσότερους από 250 σταθμούς, με χρονοσειρές που καλύπτουν πολλές δεκαετίες, από την προπολεμική περίοδο έως περίπου το 2012-2013, ωστόσο λόγω προβλημάτων με την χρηματοδότηση των παρατηρητών δεν υπάρχουν στοιχεία έκτοτε. «Το υλικό όμως είναι πάρα πολύ πλούσιο και είναι σε γενικές γραμμές ανεκμετάλλευτο. Με αφορμή τη συνεργασία που έχουμε μέσω του RescueΚλίμα, αξιοποιούνται πολλά στοιχεία. Αυτά λοιπόν τώρα ψηφιοποιούνται και μπορούν στην πορεία να αναρτηθούν στον χώρο του υπουργείου και να διαχυθεί η πληροφορία και σε άλλους ενδιαφερομένους», σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Λεουτσαράκος δίνοντας έμφαση στη συνεργασία τους με την Ακαδημία Αθηνών και προσθέτει ότι μπορούν να αξιοποιηθούν και για σκοπούς οποιουδήποτε που ενδιαφέρεται για μελέτες είτε ιδιωτικά είτε για χρήσεις που αφορούν την εξυπηρέτηση των αγροτών.
Η αξία αυτών των καταγραφών δεν περιορίζεται στις κλιματικές μελέτες. Όπως εξηγεί ο κ. Λεουτσαράκος, τα δεδομένα βροχόπτωσης μπορούν να αξιοποιηθούν και στον σχεδιασμό τεχνικών έργων, όπως φράγματα και λιμνοδεξαμενές, τα οποία προορίζονται για τη συλλογή και τη διαχείριση του νερού. Σημειώνεται ότι το πρόγραμμα χρηματοδοτείται για 2 χρόνια από το Copernicus, το πρόγραμμα παρατήρησης της Γης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της C3S (Copernicus Climate Change Service) της υπηρεσία του για το κλίμα και την κλιματική αλλαγή.
Περισσότερες πληροφορίες και νέα του προγράμματος στην ιστοσελίδα www.climatehub.gr.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
