- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Πάντα υπάρχει περίπτωση να έχουμε ενδυνάμωση του ευρωσκεπτικισμού στην Ελλάδα και ν’ ακολουθήσουμε το δρόμο άλλων ευρωπαϊκών κρατών (Γερμανία, Γαλλία κ.ά.) όπου η ακροδεξιά απειλεί τις κατεστημένες αξίες και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Είναι πραγματική η πιθανότητα να ενισχυθεί ο ευρωσκεπτικισμός στην Ελλάδα και να ωφεληθεί πολιτικά η ακροδεξιά. Δεν θεωρώ, όμως, αναπόφευκτο ότι θα ακολουθήσουμε την πορεία της Γαλλίας ή της Γερμανίας. Η εξέλιξη θα εξαρτηθεί από το πώς θα εκφραστεί η κοινωνική δυσαρέσκεια και από το ποιος θα καταφέρει να της δώσει πειστική πολιτική διέξοδο.
Πρώτα χρειάζεται μια διάκριση: η κριτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η επιθυμία αποχώρησης από αυτήν και η ακροδεξιά πολιτική τοποθέτηση είναι διαφορετικά πράγματα. Ένας πολίτης μπορεί να απορρίπτει τη λιτότητα, να θεωρεί ανεπαρκή την ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική ή να καταγγέλλει δημοκρατικά ελλείμματα, παραμένοντας υπέρ της ευρωπαϊκής συνεργασίας. Η δυσαρέσκεια γίνεται πρόσφορη για την ακροδεξιά όταν συνδέεται με την ιδέα ότι για όλα ευθύνονται οι «ξένοι», οι μετανάστες, οι μειονότητες ή κάποιοι υποτιθέμενοι εσωτερικοί εχθροί.
Στην Ελλάδα υπάρχει ήδη έδαφος δυσπιστίας. Δημοσίευμα της Καθημερινής τον Μάιο του 2026, επικαλούμενο ευρωπαϊκή έρευνα, ανέφερε ότι το 61% των Ελλήνων ερωτώμενων τείνει να μην εμπιστεύεται την ΕΕ. Αυτό είναι σοβαρή ένδειξη απογοήτευσης, αλλά δεν αποτελεί μέτρηση υποστήριξης στην έξοδο από την Ένωση.
Παράλληλα, η έκθεση του ΟΟΣΑ που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2026, με δεδομένα του 2025, καταγράφει υψηλή ή σχετικά υψηλή εμπιστοσύνη στην ελληνική κυβέρνηση μόλις στο 24% και στα πολιτικά κόμματα στο 15%. Αυτή η ευρύτερη κρίση εμπιστοσύνης μπορεί, κατά την εκτίμησή μου, να διευκολύνει δυνάμεις που υπόσχονται συνολική ανατροπή του πολιτικού συστήματος.
Το κρίσιμο σημείο είναι η σύνδεση της καθημερινής εμπειρίας με την ευρωπαϊκή ιδέα. Όταν ο πολίτης δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιο, βλέπει περιορισμένες προοπτικές για τα παιδιά του και αισθάνεται ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς εκείνον, οι αναφορές στην ανάπτυξη ή στα ευρωπαϊκά κονδύλια δεν αρκούν. Αν η Ευρώπη εμφανίζεται στη συνείδησή του κυρίως ως μηχανισμός κανόνων και περιορισμών, ενώ η προστασία που προσφέρει παραμένει δυσδιάκριτη, η απογοήτευση μπορεί να μετατραπεί σε απόρριψη.
Ωστόσο, η οικονομική δυσκολία δεν οδηγεί αυτόματα στην ακροδεξιά. Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται πολιτική οργάνωση που θα μετατρέψει την ανασφάλεια σε εθνικιστική κινητοποίηση: θα προσφέρει απλές εξηγήσεις, θα ορίσει ενόχους και θα παρουσιάσει την αυταρχική διακυβέρνηση ως αποκατάσταση της τάξης. Μεγάλη σημασία έχει και η στάση των καθιερωμένων κομμάτων. Όταν υιοθετούν τέτοιες ερμηνείες για να συγκρατήσουν ψηφοφόρους, μπορούν να κάνουν περισσότερο αποδεκτή την ατζέντα των ανταγωνιστών τους.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει επίσης ότι η αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος δεν απαιτεί πάντοτε αίτημα αποχώρησης. Μπορεί να εκφραστεί ως προσπάθεια περιορισμού των κοινών θεσμών και επιστροφής εξουσιών στα κράτη. Πρόσφατο ρεπορτάζ του Reuters για έγγραφο στρατηγικής της AfD περιγράφει ακριβώς μια συζήτηση για μετατροπή της ΕΕ σε χαλαρότερη ένωση κυρίαρχων κρατών, με δημοψήφισμα για την παραμονή αν η επαναδιαπραγμάτευση αποτύχει. Πρόκειται για εξεταζόμενη στρατηγική, όχι για ήδη εφαρμοσμένη αλλαγή.
Για την Ελλάδα, η δική μου εκτίμηση είναι ότι ο πιο άμεσος κίνδυνος είναι η αύξηση της επιρροής της ακροδεξιάς στον δημόσιο λόγο και στις κυβερνητικές επιλογές, περισσότερο από μια άμεση πλειοψηφική στροφή προς την έξοδο από την ΕΕ. Ακόμη και χωρίς να αναλάβει την κυβέρνηση, μπορεί να επηρεάσει τη μεταναστευτική πολιτική, τη στάση απέναντι στις μειονότητες και την αποδοχή περιορισμών στα δικαιώματα.
Εδώ θα διευκρίνιζα και τη φράση «κατεστημένες αξίες». Η αμφισβήτηση των καθιερωμένων πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων είναι θεμιτή και συχνά απαραίτητη. Η απειλή αρχίζει όταν αμφισβητούνται η ισονομία, ο πλουραλισμός, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, η ελευθερία του Τύπου και τα δικαιώματα όσων διαφέρουν από την πλειοψηφία.
Επομένως, ο κίνδυνος υπάρχει, αλλά η έκβασή του παραμένει ανοιχτή. Θα κριθεί από το αν οι δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις μπορούν να αντιμετωπίσουν πειστικά την κοινωνική ανασφάλεια και την αίσθηση αδικίας. Η υπεράσπιση της Ευρώπης χρειάζεται να περιλαμβάνει την αλλαγή όσων απογοητεύουν τους πολίτες της· διαφορετικά, η επίκληση των ευρωπαϊκών αξιών θα έχει ολοένα μικρότερη δύναμη.
