Εισηγητής ατραπών και πειραματισμών στη μουσική που διέρρηξαν τον φορμαλισμό του είδους, ο Γιώργος Απέργης μπόλιασε τη σύγχρονη σύνθεση όχι μόνον με ένα νέο ηχόχρωμα και στίξη, αλλά συνάμα με τόλμη εισήγαγε μέσα στη μελοποιία και άλλα γένη (genres), τη χειρονομία, την κίνηση και τον χορό, τη διατονική εξερεύνησης της φωνής -ως καθαρό ήχο- κι εμπλούτισε βαθύτατα τη διεύρυνση της συνθετικής έκφρασης πέρα από τους διατεταγμένους ορίζοντές της. Γεννημένος στην Αθήνα το 1945 μέσα σε ένα καθαρά καλλιτεχνικό περιβάλλον — ήταν γιος του μεγάλου σύγχρονου γλύπτη Αχιλλέα Απέργη και της ζωγράφου Φανής Μιχαηλίδη–, ο Γιώργος Απέργης εγκαταστάθηκε στο Παρίσι το 1963. Εκεί, ήλθε σε επαφή με τα μεγάλα ρεύματα της τοτινής πρωτοπορίας όχι μόνον στη μουσική, αλλά και στα εικαστικά, στην ποίηση, που συνέπιπταν με τα κινήματα του στρουκτουραλισμού και του λογοκεντρισμού και δεν έβλεπαν στατικά τα «γένη» και τα «λεξιλόγια» της τέχνης.
Επηρεασμένος στο ξεκίνημά του από τον σειραϊσμό (σειραϊκή μουσική), τη συγκεκριμένη μουσική (musique concrète) και το έργο του Ιάννη Ξενάκη, γρήγορα (από το ‘70 και έπειτα) εξέλιξε το συνθετικό του ιδίωμα, εγκαταλείποντας τα σφικτά κι αυστηρά δόγματα της πρωτοπορίας (που κατά τον ίδιον περιόριζαν τη θεατρικότητα και την ανθρώπινη επικοινωνία) για να αναπτύξει μια εντελώς προσωπική αισθητική και «λεξιλόγιο», εντάσσοντας αλλεατορικά στοιχεία (στοιχεία ελεγχόμενης τυχαιότητας και αυτοσχεδιασμού) κυρίως μέσα από το πειραματικό μουσικό του θέατρο. Βέβαια, ο Απέργης δεν συνέθεσε «αλλεατορικά έργα» με την παραδοσιακή έννοια της καθαυτό τυχαιότητας (όπως στα έργα φερ’ ειπείν του Τζον Κέιτζ), αλλά χρησιμοποίησε πιότερο τον αυτοσχεδιασμό (ιδίως ηχητικό, φωνητικό και με χειρονομίες) και την ανοιχτή φόρμα στο μουσικό θέατρο- με αποκορύφωμα την ίδρυση το 1976 στο Fontenay-sous-Bois του εργαστηρίου ATEM (Atelier Théâtre Électroacoustique et Musique), που έθεσε τις βάσεις για μια συλλογική έρευνα πάνω στη θεατρικότητα της μουσικής εκτέλεσης.
Ο μεγάλος συνθέτης μίλησε στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ενόψει του αφιερώματος που το Μέγαρο Μουσικής έχει ετοιμάσει με ένα πλούσιο πρόγραμμα έργων του, εκτελεσμένων από εξαιρετικούς μουσικούς και τραγουδιστές (Μάρκο Μπλάου, Βάλερι Φριτς, Ventus Ensemble, Θεανώ Παπαδάκη). Τρεις βραδιές, τρεις διαφορετικές ματιές στο έργο ενός καλλιτέχνη που έκανε την ανατροπή σύστημα και την έκπληξη μέθοδο. Και μια λεπτομέρεια που λέει πολλά: και στις τρεις συναυλίες, το κοινό κάθεται επάνω στη σκηνή, γιατί στον Απέργη τα όρια ανάμεσα στον ερμηνευτή και τον ακροατή δεν υπήρξαν ποτέ αυτονόητα.
Ακολουθεί η συνέντευξη του Γιώργου Απέργη στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στον δημοσιογράφο Γιώργη-Β. Δάβο:
Στο έργο σας προσεγγίζετε διάφορες τέχνες και καλλιτεχνικά γένη (φωνή, χειρονομία, ποίηση, θέατρο), που εκτείνονται πέρα από το τυπικό φορμαλιστικό λεξιλόγιο της μουσικής σύνθεσης. Ποια ήταν η ανάγκη ή έμπνευση για να κάνετε ένα τέτοιο συνθετικό άλμα και να στραφείτε σε ένα τέτοιο «συνολικό έργο τέχνης» (Gesamtkunstwerk);
Ξεκινώντας, πάντοτε με κατείχε μια θέληση να μπορώ, χάρη στη μουσική, να συμπεριλάβω διαφορετικές άλλες εκφράσεις και να τη προεκτείνω. Όταν λέω μουσική, εννοώ τον ήχο. Επειδή για μένα η μουσική είναι η παρτιτούρα εκείνη που διαχειρίζεται τα πάντα, στην πραγματικότητα. Οπότε υπάρχει η οπτική μουσική, υπάρχει η μουσική των κειμένων, υπάρχει η ηχητική μουσική των ήχων… Και έτσι ήθελα να προεκτείνω τη μουσική μέσα από όλα αυτά πάνω στη σκηνή. Αυτή ήταν πάντα η ιδέα μου: να μην κρατάω μόνο την ηχητική πλευρά, αλλά και την οπτική. Παράλληλα με αυτό, δούλευα πάντα γράφοντας μουσική για συναυλίες, όπου υπάρχει μόνο ήχος, υπάρχει μόνο η φωνή (γελάει) και δεν υπάρχει θέατρο. Αυτά. Υπήρχαν και τα δύο.
Τούτη η διερεύνηση, ταιριάζει πολύ με την εποχή όπου ξεκινήσατε να γράφετε μουσική. Σωστά; Η εποχή εκείνη ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα, ας πούμε, με την καλλιτεχνική αβανγκάρντ. Και το Παρίσι ήταν το κέντρο της αβανγκάρντ στη ζωγραφική, τη μουσική, την ποίηση, τον δομισμό, τον καταστασιασμό, όλα αυτά. Αυτό το περιβάλλον, η ατμόσφαιρα του Παρισιού εκείνα τα χρόνια, ήταν μια επιρροή για εσάς, για τα έργα σας;
Προφανώς, επειδή υπήρχαν τόσα πολλά διαφορετικά πράγματα. Και έπρεπε να βρει κανείς τον δρόμο του, έπρεπε να βρει τον τρόπο ύπαρξής του, το γιατί και το πώς κάνει αυτό που κάνει.. Ταυτόχρονα όφειλε να ακούει κι όλα όσα συνέβαιναν και ταυτόχρονα να μπει μέσα στον εαυτό του για να βρει τον δρόμο του.
Το οικογενειακό σας περιβάλλον, ως .. γιος δύο σπουδαίων καλλιτεχνών, έπαιξε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωσή σας ή στο να σας κατευθύνει σε αυτόν τον τομέα;
Ω, ναι, προφανώς. Όταν ήμουν παιδί ήμουν πάντα στο εργαστήριο. Τους έβλεπα να δημιουργούν πράγματα. Ήταν πολύ ενδιαφέρον για μένα, γιατί αυτό ήταν η ζωή μου, η πραγματικότητά μου. Δεν γνώριζα κάτι άλλο από κάποιον που δούλευε από το πρωί ως το βράδυ κάνοντας γλυπτά, ή τη μητέρα μου που ζωγράφιζε κτλ. Οπότε για μένα αυτό ήταν το κανονικό, ήταν η πραγματικότητα (γέλια).
Ποιες ήταν οι επιρροές και οι γνώσεις εκείνης της εποχής που έπαιξαν ρόλο στις εμπνεύσεις σας;
Ήταν μια εποχή όπου στην πραγματικότητα ψάχναμε να ξεπεράσουμε αυτό που γνωρίζαμε και να πάμε προς πράγματα που δεν ξέραμε ακόμη. Υπήρχε λοιπόν ένας αγώνας δρόμου προς το καινούργιο, προς τη μοντερνικότητα, προς πράγματα που δεν είχαμε ακούσει ποτέ, δεν είχαμε δει ποτέ, δεν είχαμε διαβάσει ποτέ. Στον κινηματογράφο το ίδιο, στη φιλοσοφία το ίδιο. Επομένως, υπήρχε ένα είδος τεράστιου ανοίγματος προς το άγνωστο, την αναζήτηση του αγνώστου. Σήμερα συμβαίνει το αντίθετο. Υπάρχει ένας φόβος για την ουτοπία, ένας φόβος να χαθεί κανείς σε πράγματα που δεν ελέγχει. Θέλουμε να τα ελέγχουμε όλα και ταυτόχρονα είναι ένα κλείσιμο της σκέψης… Όχι παντού, ευτυχώς υπάρχουν άνθρωποι που αντιστέκονται, αλλά ας πούμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων φοβάται. Θα έλεγα αυτό: φοβούνται το μέλλον, φοβούνται μήπως δεν έχουν δουλειά, φοβούνται… Και έτσι νιώθουμε ένα κλείσιμο, ενάντια στο οποίο προφανώς πρέπει να παλέψουμε.
Κάνατε μια αναφορά στη σημερινή κατάσταση και τη διαφορά με την εποχή που ζήσατε στο Παρίσι, όπου η τεχνολογία τότε ήταν μια πηγή αισιοδοξίας. Τώρα έχουμε την εισβολή της τεχνητής νοημοσύνης… Ποια είναι η διαφορά στη χρήση της τεχνολογίας τότε – για παράδειγμα από τον Ιάννη Ξενάκη, από εσάς ή άλλους συνθέτες- και στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης σήμερα;
Εμείς είχαμε την αίσθηση ότι ελέγχαμε τα πράγματα, ότι τροφοδοτούσαμε τον υπολογιστή και μετά εκείνος μας έδινε λύσεις και μπορούσαμε να διαλέξουμε ανάμεσα στις λύσεις που έδινε. Τώρα μπαίνουμε σε ένα πεδίο πολύ πιο αβέβαιο, γιατί δεν ξέρουμε ποιος θα… ποιος θα σκέφτεται τελικά. Πάντα πιστεύω ότι ο άνθρωπος θα είναι εκείνος που θα δίνει δεδομένα, ότι ο άνθρωπος τροφοδοτεί τη μηχανή: οπότε αυτός της δίνει τα στοιχεία και εκείνη απαντά. Αλλά έχω την αίσθηση ότι αυτό θα πάει πολύ πιο μακριά. Δεν μπορώ να ξέρω μέχρι πού θα φτάσει (γέλια). Προς το παρόν δεν με ανησυχεί, γιατί θέλω να πιστεύω ότι είναι ακόμα υπό έλεγχο, ειλικρινά όμως δε φαντάζομαι μέχρι πού θα πάει. Υπάρχουν πολλά πράγματα που διαχειρίζονται οι αλγόριθμοι, όπως μας λένε και αυτό προκαλεί ζημιές. Οπότε δεν ξέρω αν θα είναι πραγματικά επικίνδυνο ή όχι, και μέχρι ποιο σημείο μπορούμε να το ελέγξουμε.
Ακριβώς. Το Μέγαρο Μουσικής κάνει ένα αφιέρωμα στη μουσική σας, στην παρουσία σας στο πάνθεον της σύγχρονης μουσικής. Τι συναισθήματα σας γεννά αυτό;
Ω, είμαι πολύ ευγνώμων και πολύ χαρούμενος. Πιστεύω ότι είναι τιμή να παίζεται η μουσική μου στη χώρα μου και για το ελληνικό κοινό. Δυστυχώς, η υγεία μου δεν μου επιτρέπει να παρίσταται κι εγώ. Δεν μπορώ να ταξιδέψω προς το παρόν, πρέπει να περιμένω λίγο. Αλλά θα ήθελα πολύ να είμαι εκεί. Σε κάθε περίπτωση, θα το ζήσω μαζί τους, θα σκέφτομαι εκείνους, τους μουσικούς, τους διοργανωτές… όλον τον κόσμο.
Είναι κρίμα που δεν θα σας δούμε. Θα ήταν πολύτιμο για όλους μας και μια σπουδαία ευκαιρία για όλους εμάς εδώ στην Ελλάδα να ήσασταν παρών όταν εκτελούνται τα έργα σας.
Και για μένα επίσης θα ήταν μεγάλη χαρά. Ελπίζω να μπορέσω να έρθω τον Νοέμβριο, γιατί υπάρχει μια συναυλία και τότε, εάν φυσικά είμαι καλύτερα, θα μπορέσω να έρθω. Έχω αναπνευστικά προβλήματα και επιπλέον έχω γρίπη (γέλια).. Με την ευκαιρία, θα ήθελα να σας πω επίσης ότι υπάρχει μια τραγουδίστρια που είναι εξαιρετική. Μια Ελληνίδα τραγουδίστρια που θα τραγουδήσει τη μουσική μου… Ονομάζεται Θεανώ Παπαδάκη. Θα τραγουδήσει επίσης με το σύνολο Ergon Ensemble τον Νοέμβριο. Τη γνώρισα στο Παρίσι, είναι πραγματικά υπέροχη. Οπότε, όλοι οι συντελεστές και των τωρινών συναυλιών , όπως και της επόμενης εμφάνισης του έργου μου, είναι πολύ καλοί μουσικοί… Λυπάμαι που δεν δουλεύω μαζί τους.
Θέλετε να αφιερώσετε αυτό το τρίπτυχο των εκδηλώσεών σε κάποιον; Σε ανθρώπους που έχετε στην καρδιά σας ή που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή σας;
Στους γονείς μου. Αφιερώνω τις τρεις βραδιές στους γονείς μου.
* Αναλυτικά το πρόγραμμα του αφιερώματος του Μεγάρου στον Γιώργο Απέργη στο ακόλουθο link: https://www.megaron.gr/giorgos-apergis-80/
Γιώργης- Βύρων Δάβος
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
