Η διαφθορά ανάμεσα στην εξουσία και την κοινωνία

Οι κυβερνητικές ευθύνες, οι ατομικές επιλογές και οι κοινωνικές ανοχές που επιτρέπουν στο ιδιωτικό συμφέρον να υπονομεύει το κοινό καλό.

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Κάθε αποκάλυψη διαφθοράς προκαλεί δικαιολογημένη αγανάκτηση. Η δημόσια συζήτηση στρέφεται στους κυβερνώντες: τι γνώριζαν, ποιον διόρισαν, τι ανέχθηκαν, ποιους έλεγξαν και ποιους ενδεχομένως προστάτευσαν. Αυτά τα ερωτήματα είναι αναγκαία. Η πολιτική εξουσία διαχειρίζεται δημόσιους πόρους και διαθέτει την αρμοδιότητα να οργανώνει τους ελέγχους. Ωστόσο, η ερμηνεία της διαφθοράς αποκλειστικά ως προϊόντος μιας κυβέρνησης αφήνει ανεξήγητη την επιβίωσή της μέσα στον χρόνο, συχνά υπό διαφορετικές πολιτικές ηγεσίες.

Χρειάζεται επομένως να εξετάσουμε μαζί τον άνθρωπο, την κοινωνία και τους θεσμούς. Με μία απαραίτητη διάκριση: η διεύρυνση της ευθύνης δεν σημαίνει εξίσωση των ευθυνών. Άλλη ισχύ έχει ένας πολίτης και άλλη ένας υπουργός. Άλλη δυνατότητα παρέμβασης ένας υπάλληλος και άλλη εκείνος που διοικεί έναν οργανισμό.

Η διαφθορά έχει πολλούς συμμετέχοντες, αλλά οι ευθύνες τους είναι συγκεκριμένες και άνισες.

Ο άνθρωπος διαθέτει την ικανότητα της αλληλεγγύης, της αυτοθυσίας και της δικαιοσύνης. Διαθέτει επίσης την επιθυμία του πλουτισμού, την ανάγκη επιβολής, τον φόβο της απώλειας και την τάση να ευνοεί τον εαυτό του και τους οικείους του. Αυτές οι δυνατότητες συνυπάρχουν. Η ηθική συμπεριφορά προϋποθέτει επιλογές, όρια και συχνά την αποδοχή ενός προσωπικού κόστους.

Η παραδοχή αυτή, όμως, δεν επιτρέπει να αντιμετωπίζουμε τη διαφθορά ως φυσικό νόμο. Η ανθρώπινη ιδιοτέλεια εξηγεί την ύπαρξη του πειρασμού· δεν αρκεί για να εξηγήσει γιατί σε ορισμένα περιβάλλοντα η κατάχρηση συναντά εμπόδια, ενώ σε άλλα βρίσκει συνεργούς και προστασία. Εκεί αρχίζει η σημασία της κοινωνικής οργάνωσης.

Ένας θεσμός δοκιμάζεται ακριβώς όταν ο άνθρωπος που τον υπηρετεί δεν είναι ενάρετος. Η δημόσια διοίκηση δεν μπορεί να στηρίζεται στην ελπίδα ότι όλοι οι επικεφαλής, οι υπάλληλοι και οι συναλλασσόμενοι θα ενεργούν πάντοτε ευσυνείδητα. Οφείλει να διαθέτει διαδικασίες που περιορίζουν την αυθαιρεσία, αποκαλύπτουν τις παραβιάσεις και επιτρέπουν την απόδοση ευθυνών.

Η διαφθορά, άλλωστε, δεν περιορίζεται στον χρηματισμό. Στον πυρήνα της βρίσκεται η κατάχρηση μιας εμπιστευμένης θέσης για ιδιωτικό όφελος. Αυτό μπορεί να είναι χρήμα, επαγγελματική εύνοια, οικογενειακή εξυπηρέτηση, κομματικό πλεονέκτημα ή προστασία από τον έλεγχο. Δεν συνιστά κάθε εξυπηρέτηση διαφθορά ούτε κάθε διοικητική αποτυχία σκάνδαλο. Όταν όμως κάποιος παρακάμπτει τους κοινούς κανόνες αξιοποιώντας τη θέση του, το ζήτημα υπερβαίνει την προσωπική του ηθική: θίγει τα δικαιώματα των άλλων.

Εδώ συναντούμε μια δύσκολη πλευρά της κοινωνικής συμπεριφοράς. Είναι δυνατόν να καταδικάζουμε τη διαφθορά ως γενικό φαινόμενο και ταυτόχρονα να δικαιολογούμε μια προνομιακή μεταχείριση όταν αφορά εμάς. Ο διορισμός του άλλου είναι σκάνδαλο· η δική μας παρέμβαση γίνεται «μια βοήθεια στο παιδί». Η παράκαμψη της σειράς προκαλεί αγανάκτηση, μέχρι να βρεθεί κάποιος γνωστός που μπορεί να επισπεύσει τη δική μας υπόθεση.

Αυτή η επιλεκτική ηθική προσφέρει έδαφος στις πελατειακές σχέσεις. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το δικαίωμα αντιμετωπίζεται ως χάρη και η δημόσια υπηρεσία ως προσωπική διαμεσολάβηση. Ο πολίτης αισθάνεται υποχρέωση απέναντι σε εκείνον που τον «εξυπηρέτησε», ακόμη κι αν απλώς του εξασφάλισε κάτι που δικαιούνταν. Έτσι, η ισότητα απέναντι στους κανόνες υποχωρεί μπροστά στη δύναμη της γνωριμίας.

Θα ήταν, ωστόσο, άδικο να αποδώσουμε σε όλους τους πολίτες την ίδια ελευθερία επιλογής. Ο άνθρωπος που αντιμετωπίζει εκβιασμό για να αποκτήσει πρόσβαση σε μια αναγκαία υπηρεσία βρίσκεται σε διαφορετική θέση από εκείνον που οργανώνει μια συναλλαγή για να αποκλείσει ανταγωνιστές ή να ιδιοποιηθεί δημόσιο χρήμα. Η ανάγκη, η εξάρτηση και ο φόβος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Η κοινωνική ανάλυση απαιτεί να ξεχωρίζουμε τον ωφελούμενο, τον οργανωτή, τον εκβιαζόμενο και τον ζημιωμένο.

Γι’ αυτό και η φράση «όλοι φταίμε» έχει περιορισμένη εξηγητική αξία. Μπορεί να ενθαρρύνει την αυτοκριτική, αλλά εύκολα καταλήγει σε συλλογική ενοχοποίηση που απαλλάσσει τους συγκεκριμένους υπευθύνους. Υπάρχουν πολίτες και δημόσιοι λειτουργοί που αρνούνται να συμμετάσχουν, καταγγέλλουν παρατυπίες ή πληρώνουν το κόστος της εντιμότητάς τους. Η εξίσωση όλων ακυρώνει και τη δική τους στάση.

Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, έχει αυξημένη ευθύνη επειδή διαθέτει αυξημένη εξουσία. Δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι κανείς δεν θα παρανομήσει. Μπορεί και οφείλει, όμως, να οργανώνει αξιόπιστη εποπτεία, να επιλέγει διοικήσεις με κριτήρια επάρκειας, να διασφαλίζει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς και να διευκολύνει τη διερεύνηση ακόμη και όταν αυτή έχει πολιτικό κόστος.

Η πολιτική ευθύνη επίσης δεν ταυτίζεται με την ποινική. Η προσωπική ενοχή χρειάζεται αποδείξεις και δικαστική κρίση. Η αξιολόγηση μιας διοίκησης αφορά επιπλέον το αν αγνόησε προειδοποιήσεις, διατήρησε ανεπαρκείς ελέγχους ή επέτρεψε συγκρούσεις συμφερόντων. Η επίκληση της διαχρονικότητας ενός προβλήματος εξηγεί το βάθος του· δεν απαντά στο ερώτημα τι έκανε η εκάστοτε ηγεσία για να το περιορίσει.

Τα πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα αποτυπώνουν πόσο σημαντική είναι η απόσταση μεταξύ κανόνων και εφαρμογής. Στην αξιολόγηση του 2026, η χώρα καλύπτει το 100% των κριτηρίων του οργανισμού για τις ρυθμίσεις σύγκρουσης συμφερόντων, αλλά το 33% των αντίστοιχων κριτηρίων στην πράξη. Πρόκειται για δείκτες του πλαισίου ακεραιότητας, όχι για ποσοστά διαφθοράς. Στην ίδια αξιολόγηση καταγράφονται καλύτερες επιδόσεις σε άλλους τομείς, όπως η παρακολούθηση της στρατηγικής κατά της διαφθοράς. Η εικόνα, επομένως, χρειάζεται ακρίβεια και αποφυγή ισοπεδωτικών συμπερασμάτων.

Η ύπαρξη νόμων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση. Η ουσιαστική δοκιμασία βρίσκεται στην εφαρμογή τους όταν ελέγχεται κάποιος ισχυρός, χρήσιμος ή πολιτικά οικείος.

Σημαντικό ρόλο παίζει και η στάση των κομμάτων, των επιχειρήσεων και των μέσων ενημέρωσης. Η διαφθορά μπορεί να οργανωθεί μέσα από συναλλαγές δημόσιων και ιδιωτικών παραγόντων. Ο επιχειρηματίας που επιδιώκει προνομιακή πρόσβαση έχει δική του ευθύνη. Το κόμμα που καταγγέλλει τις πρακτικές των αντιπάλων του και ανέχεται τις ίδιες πρακτικές στους δικούς του ανθρώπους αποδυναμώνει την αξιοπιστία του ελέγχου. Η δημοσιογραφία που επιλέγει τι θα ερευνήσει ανάλογα με τις εξαρτήσεις της περιορίζει τη δυνατότητα των πολιτών να γνωρίζουν.

Παράλληλα, η αποκάλυψη μιας υπόθεσης δεν ισοδυναμεί από μόνη της με απόδειξη γενικευμένης επιδείνωσης. Μπορεί να φανερώνει και αποτελεσματικότερη έρευνα. Η αξιολόγηση χρειάζεται να εξετάζει τόσο τις παραβάσεις όσο και την αντίδραση των θεσμών: εντοπίζονται εγκαίρως; Διερευνώνται ανεξάρτητα; Υπάρχουν συνέπειες; Διορθώνονται οι αδυναμίες που τις επέτρεψαν;

Η κοινωνική ζημιά, πάντως, υπερβαίνει το οικονομικό κόστος κάθε υπόθεσης. Όταν οι πολίτες πιστεύουν ότι οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά, η εντιμότητα αρχίζει να μοιάζει μειονέκτημα. Ο συνεπής αισθάνεται ότι ανταγωνίζεται με άνισους όρους. Ο νέος μπορεί να συμπεράνει ότι η προσπάθεια αξίζει λιγότερο από τη διασύνδεση. Και η απογοήτευση μετατρέπεται σε άλλοθι: «Αφού έτσι λειτουργούν όλα, γιατί να τηρήσω εγώ τους κανόνες;».

Αυτός ο κυνισμός είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Το «όλοι ίδιοι είναι» καταργεί τη διάκριση ανάμεσα σε εκείνον που καταχράται την εξουσία και σε εκείνον που αντιστέκεται. Τελικά, προσφέρει στους πρώτους ένα περιβάλλον χαμηλών απαιτήσεων.

Η αντιμετώπιση απαιτεί να προστατεύεται στην πράξη η έντιμη συμπεριφορά. Σαφείς διαδικασίες και εύλογοι χρόνοι εξυπηρέτησης, ώστε ο πολίτης να μη χρειάζεται μεσάζοντα. Έλεγχοι με προσωπικό, τεχνογνωσία και ανεξαρτησία. Διαφάνεια στις αποφάσεις και στις δημόσιες δαπάνες. Προστασία όσων αναφέρουν παρατυπίες. Έγκαιρη και δίκαιη διερεύνηση, με σεβασμό στα δικαιώματα των ελεγχόμενων. Και συνέπειες που εφαρμόζονται ανεξάρτητα από πολιτική ή οικονομική ισχύ.

Ταυτόχρονα, χρειάζεται μια κοινωνική μετατόπιση: να αναγνωρίζουμε ότι η μικρή προσωπική εξαίρεση έχει συχνά έναν αθέατο ζημιωμένο. Κάποιον που περίμενε στη σειρά, πληρούσε τα κριτήρια ή εργάστηκε χωρίς πρόσβαση σε γνωριμίες.

Η ανθρώπινη ατέλεια καθιστά τους θεσμούς απαραίτητους. Η κοινωνική ανοχή καθιστά την αυτοκριτική αναγκαία. Και η ισχύς της εξουσίας καθιστά τη λογοδοσία αδιαπραγμάτευτη. Η διαφθορά περιορίζεται όταν ο πολίτης μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του χωρίς να ζητήσει χάρη και όταν εκείνος που παραβιάζει τους κανόνες γνωρίζει ότι η θέση του δεν θα τον προστατεύσει.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή