Η Ελλάδα αποκτά τον πρώτο ενιαίο ψηφιακό γεωλογικό χάρτη

Ανοιχτά δεδομένα για επιστήμονες, επιχειρήσεις και πολίτες

by Times Newsroom

Μια νέα εποχή για τη γεωλογική χαρτογράφηση της Ελλάδας σηματοδοτεί η δημιουργία του πρώτου ενιαίου ψηφιακού γεωλογικού χάρτη της χώρας, ο οποίος συγκεντρώνει 67 χρόνια επιστημονικής γνώσης και φιλοδοξεί να αποτελέσει βασικό εργαλείο για τον αναπτυξιακό σχεδιασμό, τις υποδομές, την προστασία του περιβάλλοντος και την αντιμετώπιση φυσικών κινδύνων. Πρόκειται για μια σημαντική ψηφιακή υποδομή της Ελληνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΕΑΓΜΕ), που καθιστά προσβάσιμο έναν τεράστιο όγκο γεωεπιστημονικών δεδομένων, ανοίγοντας νέες δυνατότητες για τη δημόσια διοίκηση, την επιστημονική κοινότητα και την επιχειρηματικότητα.

«Η γνώση του εδάφους και του υπεδάφους μιας χώρας δεν αποτελεί απλώς επιστημονικό κεφάλαιο. Είναι βασική προϋπόθεση για έναν ασφαλή, τεκμηριωμένο και βιώσιμο αναπτυξιακό σχεδιασμό», επισημαίνει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο γενικός διευθυντής της ΕΑΓΜΕ, Διονύσιος Γκούτης, αναδεικνύοντας τη στρατηγική σημασία του εγχειρήματος.

Όπως εξηγεί, από την κατασκευή μεγάλων έργων υποδομής και την αξιοποίηση των φυσικών πόρων μέχρι την περιβαλλοντική προστασία και την πολιτική προστασία, η αξιόπιστη γεωλογική πληροφορία αποτελεί απαραίτητη βάση για τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων.

«Με απλά λόγια, μετατρέπουμε δεκαετίες επιστημονικής γνώσης σε αναπτυξιακό κεφάλαιο για τη χώρα», τονίζει χαρακτηριστικά.

Ένας ψηφιακός χάρτης με 325 φύλλα και 1.500 γεωλογικούς σχηματισμούς

Ο πρώτος ενιαίος ψηφιακός γεωλογικός χάρτης της Ελλάδας, σε κλίμακα 1:50.000, συνθέτει 325 φύλλα γεωλογικών χαρτών, καλύπτοντας συνολική έκταση 131.910 τετραγωνικών χιλιομέτρων της ελληνικής επικράτειας.

Η ψηφιακή βάση περιλαμβάνει περισσότερους από 1.500 γεωλογικούς σχηματισμούς, αποτυπώνοντας με συστηματικό τρόπο τη γεωλογική δομή της χώρας, τα πετρώματα, τη γεωλογική τους ηλικία, τις τεκτονικές δομές και τα ρήγματα.

Πίσω από τη νέα υποδομή βρίσκεται μια επιστημονική διαδρομή που ξεκίνησε το 1956, με την έκδοση του πρώτου γεωλογικού φύλλου «ΠΛΑΤΑΝΙΑΣ», και ολοκληρώθηκε, ως προς τη συγκεκριμένη χαρτογραφική κάλυψη, το 2023.

Στη διάρκεια αυτών των 67 ετών συνέβαλαν περισσότεροι από 280 συγγραφείς, γεωλόγοι διαφορετικών ειδικοτήτων, χαρτογράφοι, πετρογράφοι, παλαιοντολόγοι και εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό.

Η δημιουργία του ενιαίου χάρτη δεν περιορίστηκε στην ψηφιοποίηση παλαιότερων έντυπων εκδόσεων. Προηγήθηκε μια σύνθετη διαδικασία αναθεώρησης, επιστημονικής εναρμόνισης και σύνθεσης των δεδομένων, ώστε πληροφορίες διαφορετικών περιόδων να ενσωματωθούν σε ένα κοινό και λειτουργικό γεωλογικό υπόβαθρο.

Το αποτέλεσμα είναι μια οργανωμένη ψηφιακή βάση δεδομένων, η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί σε πλήθος επιστημονικών, τεχνικών και αναπτυξιακών εφαρμογών.

Από τη γεωλογική γνώση στις μεγάλες υποδομές

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο νέος χάρτης για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση έργων υποδομής, καθώς η γνώση των γεωλογικών χαρακτηριστικών μιας περιοχής αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την τεχνική αξιολόγηση και την ασφάλεια των κατασκευών.

Οδικοί και σιδηροδρομικοί άξονες, σήραγγες, φράγματα, ενεργειακές εγκαταστάσεις και μεγάλα δημόσια έργα απαιτούν αξιόπιστα γεωλογικά δεδομένα ήδη από τα πρώτα στάδια σχεδιασμού.

Η συγκέντρωση αυτών των πληροφοριών σε ένα ενιαίο ψηφιακό περιβάλλον μπορεί να διευκολύνει την προκαταρκτική αξιολόγηση εναλλακτικών λύσεων, να υποστηρίξει την εκπόνηση μελετών και να συμβάλει στον έγκαιρο εντοπισμό γεωλογικών περιορισμών.

Παράλληλα, μπορεί να ενισχύσει τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, προσφέροντας στις αρμόδιες αρχές καλύτερη εικόνα των χαρακτηριστικών του υπεδάφους.

Η αξιοποίηση του χάρτη δεν υποκαθιστά, βεβαίως, τις εξειδικευμένες γεωλογικές και γεωτεχνικές έρευνες που απαιτούνται για κάθε έργο. Δημιουργεί, ωστόσο, ένα κοινό επιστημονικό υπόβαθρο, ικανό να βελτιώσει την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα του σχεδιασμού.

Όπως υπογραμμίζει ο κ. Γκούτης, «η πραγματική αξία του εγχειρήματος βρίσκεται στην επόμενη ημέρα», δηλαδή στη δυνατότητα ενσωμάτωσης της γεωλογικής πληροφορίας στις αποφάσεις που καθορίζουν την ανάπτυξη της χώρας.

Περιβάλλον, φυσικοί πόροι και πολιτική προστασία

Εξίσου σημαντική είναι η συμβολή της νέας ψηφιακής υποδομής στην προστασία του περιβάλλοντος και στη διαχείριση των φυσικών πόρων.

Η γεωλογική πληροφορία αποτελεί βασικό στοιχείο για τη διερεύνηση των υπόγειων υδατικών συστημάτων, την αξιολόγηση περιοχών με ορυκτό πλούτο, την περιβαλλοντική αδειοδότηση και τον σχεδιασμό παρεμβάσεων αποκατάστασης.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η κλιματική αλλαγή εντείνει την ανάγκη προσαρμογής και ενίσχυσης της ανθεκτικότητας, η συστηματική γνώση του γεωλογικού υποβάθρου αποκτά πρόσθετη σημασία.

Η αποτύπωση γεωλογικών σχηματισμών, ρηγμάτων και τεκτονικών δομών μπορεί να υποστηρίξει την επιστημονική διερεύνηση φυσικών κινδύνων, όπως οι κατολισθήσεις και η σεισμική επικινδυνότητα, σε συνδυασμό με εξειδικευμένες μελέτες και πρόσθετα δεδομένα.

Με τον τρόπο αυτό, ο χάρτης μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο για τους φορείς πολιτικής προστασίας, την τοπική αυτοδιοίκηση και τις υπηρεσίες που σχεδιάζουν έργα πρόληψης και θωράκισης περιοχών.

Ανοιχτά δεδομένα για επιστήμονες, επιχειρήσεις και πολίτες

Κεντρικό στοιχείο του εγχειρήματος αποτελεί η ελεύθερη πρόσβαση στα δεδομένα μέσω του Geoportal της ΕΑΓΜΕ, της νέας ψηφιακής πύλης γεωεπιστημονικής πληροφορίας.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αναζητούν γεωλογικά δεδομένα ανά περιοχή, να εξερευνούν τους γεωλογικούς σχηματισμούς και να αξιοποιούν τις διαθέσιμες πληροφορίες μέσα από ένα διαδραστικό περιβάλλον χαρτογράφησης.

Η πλατφόρμα παρέχει υπηρεσίες Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών (GIS), δυνατότητες διαλειτουργικότητας μέσω WMS και WFS, καθώς και διεπαφές προγραμματισμού εφαρμογών (APIs).

Αυτό επιτρέπει τη διασύνδεση της γεωλογικής πληροφορίας με άλλα ψηφιακά συστήματα, ενισχύοντας τις δυνατότητες ανάπτυξης νέων εφαρμογών και ερευνητικών εργαλείων.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην τεκμηρίωση των δεδομένων, καθώς κάθε πληροφορία συνοδεύεται από μεταδεδομένα σχετικά με την προέλευση και τα χαρακτηριστικά της.

«Η δημόσια διοίκηση, η ερευνητική κοινότητα, οι μελετητές και οι επιχειρήσεις αποκτούν πρόσβαση σε ένα κοινό και οργανωμένο γεωεπιστημονικό υπόβαθρο», σημειώνει ο γενικός διευθυντής της ΕΑΓΜΕ.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η δυνατότητα διασύνδεσης των πληροφοριών ενισχύει τη διαλειτουργικότητα, την έρευνα, την καινοτομία και την αποτελεσματικότερη λήψη αποφάσεων.

Η επόμενη ημέρα της γεωεπιστημονικής έρευνας

Η ολοκλήρωση του Εθνικού Γεωλογικού Χάρτη αποτελεί αποτέλεσμα συλλογικής επιστημονικής προσπάθειας και εξειδικευμένης τεχνογνωσίας.

Την επιστημονική διαχείριση και τον συντονισμό ανέλαβε η Γενική Διεύθυνση Γεωλογικής Χαρτογράφησης και Εφαρμογών της ΕΑΓΜΕ, με υπεύθυνη έργου την προϊσταμένη της, Δρ Ειρήνη Ζανανίρη.

Την επιστημονική ευθύνη της χαρτογραφικής εναρμόνισης και σύνθεσης είχε ο επικεφαλής Χαρτογράφος, Δρ. Άδωνις Φωτιάδης, ενώ τον σχεδιασμό και την υλοποίηση του γεωχωρικού περιβάλλοντος δεδομένων υποστήριξε η υπεύθυνη GIS, Αλεξάνδρα Ζερβάκου, MSc.

Για τη διοίκηση της ΕΑΓΜΕ, το νέο ψηφιακό εργαλείο αποτυπώνει μια ευρύτερη αλλαγή φιλοσοφίας ως προς τον ρόλο της επιστημονικής γνώσης στην οικονομία και την κοινωνία.

«Για την ΕΑΓΜΕ αυτή είναι η ουσία της ψηφιακής μετάβασης: η επιστημονική γνώση να μη μένει αποθηκευμένη στα αρχεία, αλλά να μετατρέπεται σε ανοιχτή, προσβάσιμη και χρήσιμη πληροφορία για την οικονομία, την πολιτεία και την κοινωνία», επισημαίνει ο κ. Γκούτης.

Ο ίδιος καταλήγει ότι ο πρώτος Εθνικός Γεωλογικός Χάρτης είναι κάτι περισσότερο από την ολοκλήρωση μιας μακράς επιστημονικής διαδρομής: «Είναι μια υποδομή για το μέλλον και ένα νέο εργαλείο για μια Ελλάδα που σχεδιάζει την ανάπτυξή της γνωρίζοντας καλύτερα τον ίδιο της τον τόπο».

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή