Η Ευρώπη στους δρόμους: οι αιτίες της κοινωνικής δυσαρέσκειας

Από την εκπαίδευση και τη στέγη έως το κόστος ζωής, οι κινητοποιήσεις φέρνουν στο προσκήνιο κοινές αγωνίες και διαφορετικά εθνικά αδιέξοδα. Πόσο πιθανή είναι μια ευρύτερη κοινωνική κινητοποίηση στην Ελλάδα;

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Η Ευρώπη βιώνει ένα κύμα κοινωνικής αμφισβήτησης, με διαφορετικές αφετηρίες αλλά ένα κοινό υπόβαθρο: την απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες των πολιτών και στις πραγματικές δυνατότητές τους να ζήσουν με ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Για την Ελλάδα, μια νέα διεύρυνση των κινητοποιήσεων είναι πιθανό ενδεχόμενο· δεν αποτελεί, όμως, αναπόφευκτη εξέλιξη ούτε μπορεί να προβλεφθεί από τις εικόνες που έρχονται από άλλες χώρες.

Με βάση τις εξελίξεις έως τις 17 Οκτωβρίου 2026, χρειάζεται πρώτα να ξεχωρίσουμε τι ακριβώς συμβαίνει. Η εικόνα μιας Ευρώπης που «βράζει» έχει πραγματική βάση, αλλά μπορεί να γίνει παραπλανητική όταν παρουσιάζει όλες τις διαδηλώσεις ως τμήματα μιας ενιαίας εξέγερσης.

Στη Γαλλία, οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν από τις ελλείψεις εκπαιδευτικών, τις συνθήκες στα σχολεία και τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης. Σταδιακά συναντήθηκαν με ευρύτερη δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής και τις δημόσιες υπηρεσίες. Στο Βέλγιο, οι μαθητικές και φοιτητικές αντιδράσεις συνδέονται με το κόστος και την πρόσβαση στην εκπαίδευση, ενώ συναντούν συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις κατά δημοσιονομικών περικοπών. Οι διαδηλώσεις στις Βρυξέλλες, επομένως, έχουν και συγκεκριμένο βελγικό περιεχόμενο: δεν στρέφονται συλλήβδην εναντίον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στην Ισπανία, κεντρικό ζήτημα είναι η κατοικία: ενοίκια, εξώσεις και αδυναμία πρόσβασης σε προσιτή στέγη. Στην Ιταλία, οι πρόσφατες μαθητικές κινητοποιήσεις περιλαμβάνουν αιτήματα για περισσότερους πόρους στα σχολεία, με ρητή αμφισβήτηση της προτεραιότητας των εξοπλιστικών δαπανών. Στην Αλβανία, η εκπαιδευτική και εργασιακή ανασφάλεια συνδυάζεται με καταγγελίες για διαφθορά και άμεση αμφισβήτηση της κυβέρνησης. Πρόκειται, μάλιστα, για χώρα εκτός ΕΕ, με διαφορετικό θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο.

Το κοινό νήμα βρίσκεται, κατά την εκτίμησή μου, σε πέντε βαθύτερες μεταβολές.

Πρώτον, η οικονομική επίδοση έχει αποσυνδεθεί, για αρκετούς πολίτες, από την προσωπική πρόοδο. Μια οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται, η απασχόληση να αυξάνεται και τα δημόσια οικονομικά να βελτιώνονται, χωρίς ένας εργαζόμενος να αποκτά ουσιαστικά μεγαλύτερη άνεση. Εάν το επιπλέον εισόδημα απορροφάται από το ενοίκιο, την ενέργεια και τις βασικές ανάγκες, η βελτίωση παραμένει δυσδιάκριτη στην καθημερινότητα.

Εδώ δημιουργείται ένα σοβαρό πολιτικό χάσμα. Η κυβέρνηση μιλά για επιτυχία και ο πολίτης αντιλαμβάνεται ότι δυσκολεύεται περισσότερο. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα οικονομικά στοιχεία είναι λανθασμένα. Σημαίνει ότι οι μέσοι όροι δεν περιγράφουν επαρκώς την κατανομή των ωφελειών και των επιβαρύνσεων.

Δεύτερον, η κατοικία και η εκπαίδευση αγγίζουν πλέον την ίδια την προοπτική της ζωής. Το ακριβό ενοίκιο δεν περιορίζει απλώς την κατανάλωση. Καθυστερεί την ανεξαρτησία, δυσκολεύει τις σπουδές, εμποδίζει τη μετακίνηση για εργασία και επηρεάζει τη δημιουργία οικογένειας. Αντίστοιχα, ένα σχολείο χωρίς επαρκείς εκπαιδευτικούς μεταδίδει την αίσθηση ότι η αφετηρία των νέων εξαρτάται όλο και περισσότερο από το οικογενειακό εισόδημα.

Η διαμαρτυρία αποκτά έτσι ευρύτερο περιεχόμενο: «Τι δυνατότητες έχω να χτίσω τη ζωή μου;». Αυτό βοηθά να εξηγήσουμε γιατί ένα φαινομενικά επιμέρους αίτημα μπορεί να προσελκύσει γονείς, εργαζομένους και άλλες κοινωνικές ομάδες.

Τρίτον, οι δημόσιες δαπάνες μετατρέπονται σε σύγκρουση προτεραιοτήτων. Οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν κοινωνικές υπηρεσίες, συντάξεις, ενεργειακές και αμυντικές ανάγκες, διατηρώντας παράλληλα βιώσιμο δανεισμό. Οι περιορισμοί αυτοί είναι πραγματικοί. Ωστόσο, κάθε επιλογή έχει κοινωνικό αποδέκτη: κάποιος πληρώνει περισσότερο, κάποιος περιμένει, κάποια υπηρεσία υποχωρεί.

Οι πολίτες δεν κρίνουν μόνο πόσοι πόροι υπάρχουν. Κρίνουν και εάν οι θυσίες κατανέμονται δίκαια, εάν περιορίζεται η σπατάλη και εάν οι ισχυρότεροι συμμετέχουν αναλογικά. Όταν η απάντηση δεν πείθει, η δημοσιονομική διαχείριση γίνεται ζήτημα πολιτικής νομιμοποίησης.

Τέταρτον, η δυσαρέσκεια εντείνεται όταν συναντά την αίσθηση ότι κανείς δεν ακούει. Η οικονομική δυσκολία από μόνη της δεν εξηγεί την έκταση μιας κινητοποίησης. Μεγάλη σημασία έχει η αντιμετώπισή της: ουσιαστικός διάλογος, καθυστερημένες παραχωρήσεις, υποτίμηση των αιτημάτων ή καταστολή.

Η αστυνομική διαχείριση μπορεί επίσης να αλλάξει το αντικείμενο της διαμαρτυρίας. Ένα κίνημα για την εκπαίδευση μπορεί να αποκτήσει επιπλέον αιτήματα για δικαιώματα και λογοδοσία. Αντίστροφα, οι καταστροφές και οι επιθέσεις μπορούν να απομακρύνουν πολίτες που συμφωνούν με τα αρχικά αιτήματα. Γι’ αυτό χρειάζεται σαφής διάκριση ανάμεσα στη μαζική ειρηνική συμμετοχή και στις βίαιες ενέργειες που εμφανίζονται σε ορισμένες συγκεντρώσεις.

Πέμπτον, οι κινητοποιήσεις μεταφέρουν παραδείγματα πέρα από τα σύνορα. Η επιτυχία, η επιμονή ή ακόμη και η προβολή ενός κινήματος ενθαρρύνει άλλους να δοκιμάσουν ανάλογες μορφές δράσης. Στη σημερινή ευρωπαϊκή συγκυρία υπάρχουν καταγεγραμμένες αναφορές επιρροής των γαλλικών κινητοποιήσεων σε γειτονικές χώρες. Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να εξηγήσει τη συμμετοχή: το παράδειγμα βρίσκει ανταπόκριση όταν υπάρχουν ήδη τοπικά προβλήματα.

Μπορεί, λοιπόν, να «έρθει η σειρά μας»;

Η Ελλάδα διαθέτει κοινωνικές πιέσεις που μπορούν να τροφοδοτήσουν ευρύτερες κινητοποιήσεις. Ιδιαίτερα ισχυρό είναι το στεγαστικό βάρος. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι 7,7% στην ΕΕ. Πρόκειται για δείκτη οικονομικής πίεσης, όχι για πρόβλεψη κοινωνικής έκρηξης.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι διαφορετικές δυσαρέσκειες μπορούν να συναντηθούν. Ο ενοικιαστής, ο φοιτητής, ο χαμηλόμισθος εργαζόμενος και ο μικρός επαγγελματίας δεν έχουν ταυτόσημα συμφέροντα. Μπορούν, όμως, να βρουν κοινό έδαφος στην προσιτή κατοικία, στην ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών, στην εργασιακή ασφάλεια και στην απαίτηση δίκαιης μεταχείρισης.

Μια μεγάλη κινητοποίηση γίνεται πιθανότερη όταν συνυπάρξουν τρεις συνθήκες: συσσωρευμένη πίεση, ένα γεγονός που συμπυκνώνει το αίσθημα αδικίας και αξιόπιστα δίκτυα οργάνωσης. Ακόμη και τότε, η συνέχεια εξαρτάται από τη σαφήνεια των αιτημάτων, την κοινωνική στήριξη και την ανταπόκριση της πολιτείας.

Υπάρχουν παράλληλα παράγοντες που μπορούν να συγκρατήσουν τη συμμετοχή: η κόπωση από προηγούμενες κρίσεις, ο φόβος απώλειας εισοδήματος, η δυσπιστία προς κόμματα και συνδικάτα, η απογοήτευση για την αποτελεσματικότητα των διαδηλώσεων. Η ίδια ανασφάλεια που κινητοποιεί έναν άνθρωπο μπορεί να αποθαρρύνει κάποιον άλλον. Γι’ αυτό η κοινωνική σιωπή δεν αποδεικνύει πάντοτε ικανοποίηση – όπως και μια μεγάλη συγκέντρωση δεν αποδεικνύει από μόνη της επικείμενη πολιτική ανατροπή.

Για την Ελλάδα θα ξεχώριζα τρεις πιθανές διαδρομές:

  • Επιμέρους κινητοποιήσεις, με κλαδικά ή τοπικά αιτήματα, χωρίς σταθερό συντονισμό.
  • Ευρύτερη κοινωνική σύγκλιση, εάν διαφορετικές ομάδες συναντηθούν γύρω από συγκεκριμένες, κατανοητές διεκδικήσεις.
  • Εκλογική ή αποστασιοποιημένη έκφραση της δυσαρέσκειας, με μετακινήσεις ψήφων, αποχή ή περαιτέρω δυσπιστία, χωρίς ανάλογη διάρκεια στον δρόμο.

Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να ανακηρύξουμε κάποια από αυτές βέβαιη. Εξίσου επισφαλής είναι η υπόθεση ότι η κοινωνική διαμαρτυρία ωφελεί αυτόματα μια συγκεκριμένη πολιτική παράταξη. Τα κοινωνικά αιτήματα μπορεί να οδηγήσουν σε μεταρρυθμίσεις, να απορροφηθούν από κόμματα διαφορετικών κατευθύνσεων ή να εξαντληθούν χωρίς σταθερή εκπροσώπηση.

Αυτό που αποκαλύπτουν οι ευρωπαϊκές κινητοποιήσεις είναι μια δυσκολία του πολιτικού συστήματος να μετατρέψει την οικονομική διαχείριση σε χειροπιαστή κοινωνική ασφάλεια. Οι διαδηλώσεις αποτελούν και δημοκρατικό τρόπο διόρθωσης αυτής της απόστασης. Η εξέλιξή τους θα κριθεί από το κατά πόσο οι κυβερνήσεις μπορούν να δώσουν πειστικές και εφαρμόσιμες απαντήσεις και τα κινήματα να διαμορφώσουν αιτήματα με διάρκεια και ευρεία στήριξη.

Στην Ελλάδα, επομένως, μια νέα μεγάλη κινητοποίηση είναι δυνατότητα που αξίζει να εξετάζουμε σοβαρά. Θα προκύψει από τον τρόπο με τον οποίο θα συναντηθούν οι δικές μας κοινωνικές πιέσεις, οι πολιτικές αποφάσεις και η εμπιστοσύνη των πολιτών στη συλλογική δράση.

 

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή