Με το αυτοβιογραφικό βιβλίο της η εκλεκτή τραγουδίστρια Αλίκη Καγιαλόγλου μαγεύει και με τις λέξεις

Δε θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστή με τον χαρακτήρα της μοναδικής τραγουδίστριας που ακούει στο όνομα Αλίκη Καγιαλόγλου, η παρουσίαση για το βιβλίο της, μία πραγματικά καλειδοσκοπική αυτοβιογραφική σύνθεση της με τίτλο «Μια φορά κι έναν καιρό. Η Αλεξάνδρα, η Ευανθία κι η Αλίκη» (εκδόσεις Μεταίχμιο), σε μία εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου στο βιβλιοπωλείο Public στην Αθήνα.

by Times Newsroom

Σε μια κατάμεστη αίθουσα εκδηλώσεων, που τελικά αποδείχθηκε πολύ μικρή για τους πολυάριθμους φίλους και θαυμαστές της, η Αλίκη Καγιαλόγλου κατόρθωσε άλλη μια φορά να συναρπάσει το κοινό της, που έμεινε κατάπληκτο από την παρουσίαση. Όχι μόνον από τις τοποθετήσεις των διαλέκτων ομιλητών, της ποιήτριας Πωλίνας Παμπούδη, του συγγραφέα και ραδιοφωνικού παραγωγού Γιάννη Ευσταθιάδη, του μαέστρου και καθηγητή στο Ιόνιο Παν/μιο Μίλτου Λογιάδη και του σημαντικού σκηνοθέτη Δήμου Αβδελιώδη, που δεν αξιολόγησαν απλά το βιβλίο, αλλά έκαναν κατάθεση ψυχής και θαυμασμού για την ερμηνεύτρια και τον άνθρωπο Αλίκη Καγιαλόγλου. Κυρίως όμως το κοινό έμεινε θαμπωμένο, από την ίδια και τα τραγούδια – αντίδωρα στους ομιλητές και το κοινό (από σεφαραδίτικα, Σολωμό και Μάντζαρος, ως μιλόνγκα) που ερμήνευσε ως ιντερλούδια ανάμεσα στις τοποθετήσεις, ξεδιπλώνοντας τις πλατιές κι ευαίσθητες φωνητικές της δυνατότητες. Κι ως επιστέγασμα ενθουσίασε τους πάντες όταν στο κλείσιμο της εκδήλωσης διάβασε με συναρπαστικό τρόπο ένα της διήγημα, αποδεικνύοντας το πολυδιάστατο ταλέντο της. Κι απέδειξε πως μολονότι, όπως ομολογεί στο βιβλίο της, δεν μπορούσε να αποφασίσει εάν θα γινόταν τραγουδίστρια, ηθοποιός ή χορεύτρια, τελικά μέσα στην ερμηνεία και τη σκηνική της παρουσία κατάφερε να τα χωρέσει όλα: η μελωδική της φωνή είναι ταυτόχρονα και χορευτή, έχει βαθιές υποκριτικές χρωματικές διακυμάνσεις που τονίζουν το νόημα των στίχων κι αποδίδουν τον χαρακτήρα του τραγουδιού, η παρουσία της κι η κίνηση της ενσωματώνει κι εκπέμπει και τις τρεις τούτες ιδιότητες της όρχησης.

Κι εάν το στιλ είναι εκείνος ο ειδικός τρόπος με τον οποίο ένας άνθρωπος, πολύ περισσότερο ένας καλλιτέχνης, οργανώνει τις αρχές του, τις καταβολές του, τις προτιμήσεις που διαμορφώνει από την εποχή, την οικογένεια, τις διαμορφωμένες προτιμήσεις του, για να μιλήσει τη γλώσσα του και να εκφράσει την τέχνη του. Και το βιβλίο τούτο αντιπροσωπεύει ακριβώς το στιλ της Καγιαλόγλου. Ένα πραγματικό κολάζ από κείμενα, φωτογραφίες, επιστολές, αποκόμματα, συνεντεύξεις. Μία σύνθεση, που στην παρουσίαση -κι ορθά ο Γ. Ευσταθιάδης-παρομοίασε ως «εικαστική». «Πολύχρωμα» στοιχεία που όμως δεν τ’ αντιλαμβάνεσαι ξεκομμένα, γιατί υπακούουν ακριβώς στην ίδια συνειρμική διάθεση και χαρακτήρα της ίδιας της ιδιαίτερης ερμηνεύτριας και που αντανακλούν τον πανταχού παρόντα και γυροσκοπικό χαρακτήρα της, την αυθεντικότητα κι αυθορμησία της, την πηγαία καλή της διάθεση. Όλα μοιάζουν να έχουν μία αβίαστη συνέχεια και μία κοινή πηγή, γιατί (ανα)συνθέτουν κι εξηγούν επακριβώς πως καθορίστηκαν τα βιώματα κι ο μοναδικός χαρακτήρας της Καγιαλόγλου.

Γιατί η Αλίκη Καγιαλόγλου είναι μία μοναδική μορφή μέσα στην ελληνική μουσική, καθώς έχει καταφέρει με το ηχόχρωμα της φωνής της, την αεικίνητη και ρυθμική σκηνική της παρουσία, τις εισαγωγές και μονολόγους της, έχει εμπλουτίσει τη μουσική και μελική εκτέλεση. Γιατί, εάν η μουσική έχει μία συγκεκριμένη τυπολογία, μέσα σε μία συγκεκριμένη χρονική ροή, εναπόκειται στην ερμηνεία να διαφοροποιήσει τούτα τα προδιαγεγραμμένα τούτα πλαίσια, δημιουργώντας ψυχικές διαδικασίες μία αντίστιξη στην οντολογική διάρκεια του χρόνου κι αυτό ακριβώς επιτυγχάνει η διαλεκτή τραγουδίστρια.

Τούτην τη σκηνική, ερμηνευτική, αλλά και βιωματική πολυχρωμία και πολυφωνία της Καγιαλόγλου τόνισαν όλοι οι ομιλητές που συμμετείχαν στην παρουσίαση του βιβλίου. Κι όλοι τους αναφέρθηκαν με απροσποίητη και πηγαία συγκίνηση και για τις σελίδες της αυτοβιογραφίας, αλλά πολύ περισσότερο για τον ευαίσθητο κι ενδιαφέροντα άνθρωπο και την αμίμητη τραγουδίστρια.

Μία ουσιαστική εικόνα του «φαινομένου» , επιτρέψτε μας, Καγιαλόγλου φιλοτέχνησε με το ποίημά της, γραμμένο ειδικά για την τραγουδίστρια που κατέθεσε εν είδει παρέμβασης η ποιήτρια Πωλίνα Παμπούδη. Και πράγματι όταν ακούει κανείς τη φωνή της και βλέπει την Καγιαλόγλου και στη σκηνή και στη ζωή αισθάνεται ακριβώς έτσι:

(…)Έκθαμβοι πάντες/ τραγουδά κάτω απ’ τα φώτα με κόμη φλεγόμενη./ Τραγούδια περγαμόντο, βύσσινο, στην ασημένια της φωνή τρατάρει γλυκόπικρο νεράντζι με τη στάχτη του/. Όταν δεν τραγουδά ταράζεται, βγάζει επιφωνήματα οξέα πουλιού σε πανικό (…) Όταν λοιπόν δεν τραγουδά τρομάζει./ Μιλάει πολύ γρήγορα,/ σαΐτα η ασημένια της φωνή,/ μια προς το μέλλον, μια στο παρελθόν.(…)/Στη γλώσσα των ανθρώπων όχι, δεν τα κατάφερε ποτέ./ Γι’ αυτό και τραγουδά συνέχεια, κάτω απ’ τα φώτα και κρυφά στον ύπνο της.

Η μόνη αίρεση στην ποιήτρια: το βιβλίο αποδεικνύει πως η Καγιαλόγλου τα καταφέρνει και στη γλώσσα των ανθρώπων, τουλάχιστον στην ονειρική διάστασή της!

Όπως υπογράμμισε κι ο Γιάννης Ευσταθιάδης με τη σειρά του, «η Αλίκη Καγιαλόγλου στο τραγούδι είναι πολυφωνική και είναι δύσκολο να βρεις είδος τραγουδιού που να μην ταιριάζει στη φωνή της. Κάθε είδος τραγουδιού (μιας και το ρεπερτόριο της είναι πλούσιο κι εκτείνεται από το έντεχνο, τις μπαλάντες έως τα φάδος και τα σεφαραδίτικα) της ταιριάζει, λες και κάθε μελωδία γράφτηκε για τη δική της φωνή. Δεν είναι τυχαίο που τα δύο μεγάλα τέρατα της νέας ελληνικής μουσικής, ο Μάνος Χατζιδάκις κι ο Μίκης Θεοδωράκης έχουν εκφρασθεί διθυραμβικά για τον “ένθεο” (όπως θα έλεγε κι ο Πλάτωνας στον “Ιωνά” του) χαρακτήρα της φωνής και της σκηνικής ερμηνείας της Καγιαλόγλου». Ο ίδιος συνέχισε ότι «η Αλίκη Καγιαλόγλου είναι απρόβλεπτη, επινοητική, αυτοσχεδιαστική, με βαθιά αγάπη και αφοσίωση για ό,τι κάνει. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι και η ίδια δεν έχει ένα όνομα, αλλά ούτε καν δύο που έχουν πολλοί, έχει τρία ονόματα: Αλίκη, Αλεξάνδρα και Ευανθία, που λες και συνθέτουν και κανοναρχούν τον πολυσύνθετο χαρακτήρα της. Αυτά τα τρία πρόσωπα αφηγούνται ένα παραμύθι, όπως το ακούσαμε και στην αρχή, “Μια φορά κι έναν καιρό”, ή μάλλον το παραμύθι παρουσιάζει το πρόσωπο».

Με ιδιαίτερα συγκινησιακό τρόπο κι ο Μίλτος Λογιάδης αναφέρθηκε στην ευεργετική πολυμορφία του χαρακτήρα της Καγιαλόγλου (Αλίκης, Αλεξάνδρας, Ευανθίας) και πέρα από το εύλογο εγκώμιο την αναμφισβήτητη αξία της φωνής και της ερμηνείας της, στάθηκε ιδιαίτερα «στο ταλέντο της στη φωτογραφία. Άλλωστε το εξώφυλλο του βιβλίου στολίζεται από μία δική της φωτογραφία, εκείνη της σκιάς της που η ίδια απαθανάτισε πάνω σε έναν τοίχο. Ενδεικτικό της ευαισθησίας και της φοβερής αισθητικής της: ό,τι κι αν καταπιάνεται, βρίσκει να το κάνει ποιοτικά, να το κάνει με έναν τρόπο ο οποίος προσεγγίζει την ομορφιά, προσεγγίζει την τελειότητα, παρά τις αδυναμίες και τις φοβίες της, αλλά γι’ αυτό την αγαπάμε». Ο εκλεκτός μαέστρος αναφέρθηκε στο τεράστιο καλλιτεχνικό ήθος της Καγιαλόγλου, «που φαίνεται στις επιλογές της, τις οποίες έκανε όχι για να κάνει καριέρα ή πρωτοσέλιδο. Απεναντίας επέλεγε κάτι γιατί πάντοτε ήθελε κάτι καινούργιο να πει, να απευθυνθεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια στο κοινό ή για να δοκιμασθεί η ίδια σε μία νέα πρόκληση».

Μέσα στο ίδιο συγκινησιακό κλίμα κι ο σημαντικός Έλληνας σκηνοθέτης Δήμος Αβδελιώδης αναφέρθηκε ιδιαίτερα στον τρόπο ερμηνείας της Καγιαλόγλου, ιδίως με τον τρόπο που εκφέρει τα φωνήεντα, προσδίδοντας μια σημασιολογική στίξη στα λόγια κι η οποία -όπως τόνισε- είναι πάρα πολύ σπάνια και οφείλεται σε μια ενορατικότητα. Και τούτο γιατί δεν υπερισχύει στα τραγούδια της η μελωδία, αλλά τραγουδάει με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να παράγει νόημα και να αποδίδει όλες τις πληροφορίες που κρύβονται στους στίχους, με τέτοια ταυτότητα που νομίζεις ότι σου μιλάει, δεν τραγουδάει. Όπως πρόσθεσε ο ίδιος ένα από τα αξιοθαύμαστα χαρακτηριστικά της Καγιαλόγλου είναι «πως η φωνή της κι η ερμηνεία της με τα χρόνια δεν τυποποιείται, αλλά εξελίσσεται, ωριμάζει, γίνεται όλο και καλύτερη».

Και πράγματι, η Αλίκη Καγιαλόγλου κατάφερε, καίτοι δε μίλησε για την ίδια ή το βιβλίο της να κλέψει και πάλι την παράσταση, μεταδίδοντας τέτοιον ενθουσιασμό, εμπνέοντας τέτοια συγκίνηση, που η παρουσίαση του βιβλίου «Μία φορά κι έναν καιρό» ήλθε απλά να επικυρώσει πως κι η ζωή που αφηγείται στις σελίδες του είναι μια παραμυθένια πραγματικότητα, μία μελωδική ιστορία, όπως αυτές που ζωντανεύουν κάθε φορά από τα τραγούδια που η ίδια με τόσο πάθος και φωνητική ευελιξία μπορεί κι ερμηνεύει.

Γιώργης -Βύρων Δάβος

ΠΗΓΗ ΑΠΕ-ΜΠΕ

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή