Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Προκαταβολικά σημειώνω ότι το αποτέλεσμα θα κριθεί κυρίως από το ποιος θα πείσει ότι μπορεί να βελτιώσει την καθημερινότητα και να κυβερνήσει αξιόπιστα. Η δυσαρέσκεια προς μια κυβέρνηση έχει εκλογική σημασία, αλλά για να οδηγήσει σε αλλαγή χρειάζεται να συναντήσει μια πειστική εναλλακτική πρόταση.
Μιλώ για τις επόμενες βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα, τις οποίες ο πρωθυπουργός έχει τοποθετήσει την άνοιξη του 2027. Τα πρόσφατα δημοσιεύματα καταγράφουν προβάδισμα της ΝΔ, μαζί με φθορά που συνδέεται με το κόστος ζωής και υποθέσεις διαφθοράς. Αυτή είναι η σημερινή εικόνα, όχι πρόβλεψη του αποτελέσματος.
Θεωρώ ότι θα μετρήσουν περισσότερο τέσσερις παράγοντες:
- Η πραγματική αγοραστική δύναμη. Ο πολίτης αξιολογεί τι του μένει αφού πληρώσει τρόφιμα, στέγη, ενέργεια και άλλες βασικές ανάγκες. Η ανάπτυξη αποκτά πολιτικό αντίκρισμα όταν γίνεται αισθητή στη ζωή του.
- Η εμπιστοσύνη στο κράτος. Η λειτουργία της υγείας, της δικαιοσύνης, των μεταφορών και της διοίκησης επηρεάζει την αίσθηση ασφάλειας και δικαιοσύνης. Έχει σημασία αν ο πολίτης πιστεύει ότι οι κανόνες εφαρμόζονται για όλους και ότι οι ευθύνες αποδίδονται.
- Η αξιοπιστία της αντιπολίτευσης. Η κριτική χρειάζεται να συνοδεύεται από εφαρμόσιμο πρόγραμμα, πρόσωπα που εμπνέουν εμπιστοσύνη και καθαρή απάντηση στο ερώτημα πώς θα σχηματιστεί κυβέρνηση.
- Η συμμετοχή και η τελική κινητοποίηση. Η αποχή, η συσπείρωση και οι αποφάσεις των αναποφάσιστων μπορούν να αλλάξουν σημαντικά τις ισορροπίες. Η δυσαρέσκεια μπορεί να εκφραστεί με διαφορετικές ψήφους ή με απομάκρυνση από την κάλπη.
Για το αν αυτές οι εκλογές καθορίζουν τη «βασική στρατηγική της χώρας», όπως διάβασα σ’ ένα άρθρο, νομίζω ότι μπορούν να την επηρεάσουν ουσιαστικά, αλλά η διατύπωση χρειάζεται συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Αν με τον όρο εννοούμε το παραγωγικό μοντέλο, τη θέση του δημόσιου τομέα, τη φορολογία, την κατανομή των πόρων, την ενεργειακή πολιτική και τη λειτουργία των θεσμών, τότε πράγματι οι εκλογές έχουν στρατηγική σημασία. Οι αποφάσεις μιας τετραετίας μπορούν να δημιουργήσουν συνέπειες πολύ μεγαλύτερης διάρκειας. Για παράδειγμα, το πού κατευθύνονται οι επενδύσεις και τι προτεραιότητα δίνεται στην εκπαίδευση επηρεάζουν τις δυνατότητες της επόμενης γενιάς.
Αν όμως υπονοείται ότι από μια συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση εξαρτάται συνολικά η εθνική επιβίωση ή ότι υπάρχει μόνο μία θεμιτή επιλογή για το μέλλον, τότε πρόκειται για πολιτικό ισχυρισμό που χρειάζεται ισχυρή τεκμηρίωση. Ο χαρακτηρισμός «στρατηγικές εκλογές» από μόνος του δεν αποδεικνύει τίποτε. Χρειάζεται να δούμε ποιες συγκεκριμένες επιλογές διακυβεύονται και πόσο διαφορετικές είναι οι προτάσεις των κομμάτων.
Υπάρχει, επίσης, μια κρίσιμη διάκριση: άλλο τι θα καθορίσει την ψήφο και άλλο τι θα καθορίσει η ψήφος. Ένας πολίτης μπορεί να ψηφίσει κυρίως λόγω ακρίβειας ή δυσπιστίας, αλλά με την επιλογή του να επηρεάσει παράλληλα την οικονομική και θεσμική κατεύθυνση της χώρας.
Η δική μου εκτίμηση είναι ότι το καθοριστικό ερώτημα θα είναι: ποιος μπορεί να προσφέρει μια καλύτερη ζωή με σχέδιο που αντέχει στον έλεγχο; Εκεί θα συναντηθούν η ανάγκη για αλλαγή, η επιθυμία για σταθερότητα και η εμπιστοσύνη στα διαθέσιμα πολιτικά πρόσωπα.
