Όσο για τον Μπογκντάνοφ… όχι, δεν κάνουμε μαζί του χωριό! Διάβασα το βιβλίο του «Ο μηχανικός Μένι». Ο ίδιος πάντα μαχισμός=ιδεαλισμός, όμως τόσο καλά καμουφλαρισμένος που ούτε οι εργάτες, ούτε οι ανόητοι συντάκτες της «Πράβντα», δεν τον πήραν χαμπάρι. Όχι, αυτός ο μαχιστής δεν αφήνει καμιά ελπίδα… (Λένιν στον Μαξίμ Γκόρκι, Φεβρουάριος 1913, στα Άπαντα, εκδ. ΣΕ, τόμ. 48, σελ. 161.)
- Γράφει ο Χρήστος Κεφαλής*
Το 2014 κυκλοφόρησε από τη Σύγχρονη Εποχή, το επίσημο εκδοτικό του ΚΚΕ, το βιβλίο του Αλεξάντερ Μπογκντάνοφ Ο Μηχανικός Μένι. Δύο είναι τα πιο περίοπτα γνωρίσματα αυτής της έκδοσης. Το πρώτο, που δεν το συναντάμε συχνά σε εκδόσεις, είναι η λαθεμένη αναγραφή του ονόματος του συγγραφέα. Ο Μπογκντάνοφ, το πλήρες ρωσικό όνομα του οποίου ήταν Αλεξάντερ Αλεξάντροβιτς Μπογκντάνοφ, αναφέρεται στο εξώφυλλο, στη σελ. 3, στον κολοφώνα και στο οπισθόφυλλο ως «Αλεξάντροβιτς Μπογκντάνοφ». Παραλείπεται, δηλαδή το όνομά του και παρατίθεται αντί αυτού το όνομα του πατέρα του, το οποίο μπαίνει στα ρωσικά ονόματα ανάμεσα στο όνομα και το επώνυμο (Αλεξάντροβιτς σημαίνει «του Αλεξάντερ», όπως λέμε εμείς Παπαδόπουλος Γιώργος «του Νίκου»).

Ο Μπογκντάνοφ παίζει σκάκι με τον Λένιν
Αυτό από μόνο του αποτελεί τρανταχτό δείγμα αμάθειας και προχειροδουλειάς, αλλά όχι το πιο σημαντικό. Το δεύτερο και πιο σημαντικό είναι η ριζική, κάθετη διαφορά ανάμεσα στην τελείως αρνητική εκτίμηση του Λένιν για τον Μηχανικό Μένι και την επαινετική, εκθειαστική παρουσίασή του στην έκδοση και το Ριζοσπάστη, την εφημερίδα του ΚΚΕ.
Συγκεκριμένα, στο ίδιο το βιβλίο παρατίθεται ανεπιφύλακτα η αυτοβιογραφία του Μπογκντάνοφ, όπου ο ίδιος παρουσιάζει τον εαυτό του σαν εκπρόσωπο της επιστημονικής σοσιαλιστικής φιλοσοφίας και του μονισμού. Σε μια σημείωση δε στο τέλος, αφού επισημαίνεται αόριστα ότι ο Λένιν άσκησε κριτική στις φιλοσοφικές θέσεις του, προστίθεται ότι «ο Λένιν είχε στενή συνεργασία με τον Μπογκντάνοφ στα πλαίσια της δράσης του κόμματος των Μπολσεβίκων». Παρατίθεται δε αποσπασμένη από τα συμφραζόμενά της μια φράση από το Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός του Λένιν που δημιουργεί ευμενή εντύπωση για τον Μπογκντάνοφ –«προσωπικά ο Μπογκντάνοφ είναι ορκισμένος εχθρός κάθε αντίδρασης γενικά και ιδιαίτερα της αστικής» (σελ. 10)– ενώ, όπως θα δούμε, η συνολική κρίση του Λένιν στο συγκεκριμένο μέρος και σε όλο το βιβλίο είναι τελείως αντίθετη.
Σε σχετική βιβλιοκριτική στο Ριζοσπάστη, πέρα από μια φραστική επιφύλαξη, ο Μηχανικός Μένι παρουσιάζεται σαν μια ευσύνοπτη έκθεση των αρχών και των θέσεων του ιστορικού υλισμού των Μαρξ και Λένιν. «Ο αναγνώστης», διαβάζουμε, «στο πρώτο επίπεδο, παρακολουθεί τη σύγκρουση ανάμεσα στις δυνάμεις του χρηματιστικού κεφαλαίου, που αξιοποιούν τα μεγάλα κατασκευαστικά έργα για να πολλαπλασιάσουν τα κέρδη τους και τον Μένι, τον “καθαρό και υπεράνω ιδιοτέλειας” αστό επιστήμονα, που αγωνίζεται ειλικρινά για το “κοινό καλό” χωρίς να υπολογίζει πραγματικές και οδυνηρές προσωπικές απώλειες. Η σύγκρουση τελικά λύνεται με τον μοναδικά δυνατό τρόπο, αυτόν της εξάλειψης των αντιτιθέμενων πλευρών και του περάσματος σε μια ανώτερη μορφή οργάνωσης της κοινωνίας, με την απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής και την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη. Σύμβολο αυτού του αγώνα είναι ο Νέτι. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, “ο Μηχανικός Μένι” αποτελεί μια λογοτεχνική σύνοψη του ιστορικού υλισμού. Το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων αποτελεί τη βάση που πάνω της χτίζεται, εξελίσσεται και παρακμάζει η κοινωνική οργάνωση. Οι καπιταλιστικές σχέσεις, έχοντας αναδείξει και γενικεύσει, ως προϋπόθεσή τους, την ατομικότητα, δημιουργούν στην εξέλιξή τους την ανάγκη υπέρβασής της, με την εγκαθίδρυση μιας αταξικής κοινωνίας ελεύθερων προσωπικοτήτων. Αυτή η υπέρβαση θα πραγματοποιηθεί μόνο ως αποτέλεσμα της συνειδητής δράσης όσων υποφέρουν από τον αστικό ατομισμό, της συνειδητής πολιτικής δράσης των εργατών, με τη βοήθεια ειδικών, που κατέχουν τα μυστικά της αστικά διαστρεβλωμένης –και γι’ αυτό δυσπρόσιτης για το λαό– επιστήμης… “Ο μηχανικός Μένι” είναι ένα έργο που χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία, λεπτό χιούμορ, αυθεντικό ανθρωπισμό και την ακλόνητη βεβαιότητα για το κομμουνιστικό μέλλον της ανθρωπότητας. Οι φιλοσοφικές αντιλήψεις του συγγραφέα του, που έγιναν αντικείμενο κριτικής από τον Λένιν και από μεταγενέστερους διανοητές, δε μειώνουν την αξία των ιδανικών της κοινωνικής απελευθέρωσης, για τα οποία και ο ίδιος ο Μπογκντάνοφ αγωνίστηκε μαζί με τους μπολσεβίκους και έδωσε τη ζωή του» («“Ο μηχανικός Μένι” του Α. Μπογκντάνοφ», Ριζοσπάστης, 11.1.2015).
Στην πραγματικότητα, βέβαια –για να επικαλεστούμε μια προσφιλή ρήση του Λένιν– οι θέσεις του Μπογκντάνοφ είχαν τόσο σχέση με τον αγώνα για το σοσιαλισμό και τον ιστορικό υλισμό όση ο φάντης με το ρετσινόλαδο. Ότι αυτή είναι συγκεκριμένα η περίπτωση με τον Μηχανικό Μένι αλλά και με τους μπούφους του Περισσού που, όπως οι ανόητοι συντάκτες της Πράβντα, εκστασιάζονται με αυτό το ρετσινόλαδο και το καταπίνουν σαν μαρξιστικό νέκταρ και αμβροσία, θα καταδειχτεί στα επόμενα μέρη του παρόντος.
Ι. Δυο λόγια για τις πολιτικές και φιλοσοφικές θέσεις του Μπογκντάνοφ
Ο Μπογκντάνοφ σπούδασε γιατρός και συμμετείχε στο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα της Ρωσίας από το 1899. Εντάχθηκε στην ομάδα των Μπολσεβίκων το 1903, στη διάσπαση στο 2ο Συνέδριο του ΡΣΔΕΚ και ενώ πλησίαζε η επανάσταση του 1905. Όπως πολλοί ριζοσπαστικοποιημένοι διανοούμενοι της εποχής είχε αφομοιώσει ορισμένες θέσεις του Μαρξ, κυρίως για την ταξική πάλη ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Σε αυτή τη βάση άσκησε μια θετική κριτική στα δεξιά, ρεφορμιστικά στοιχεία των Μενσεβίκων.
Ο Μπογκντάνοφ, ωστόσο, δεν αφομοίωσε ποτέ τις φιλοσοφικές βάσεις του μαρξισμού, το διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό. Ξεκινώντας από τον πηγαίο υλισμό των φυσικών επιστημόνων, μετατοπίστηκε βαθμιαία σε ιδεαλιστικές θέσεις, που απέδιδαν προτεραιότητα στο υποκείμενο και στην εμπειρία απέναντι στον αντικειμενικό κόσμο. Αυτό ήταν το νόημα του «Εμπειριομονισμού» του, της υποκειμενικής ιδεαλιστικής φιλοσοφίας που άρχισε να επεξεργάζεται από το 1903. Με την ήττα της επανάστασης του 1905 και τη μαζική αποστασία της διανόησης, οι αντιμαρξιστικές πλευρές της θεώρησής του ήρθαν έντονα στο προσκήνιο. Εκδηλώθηκαν στη φιλοσοφία με μια ανοικτή επίθεση στο μαρξιστικό υλισμό, την οποία διεξήγαγε μαζί με άλλους μαχιστές (Μπαζάροφ, Λουνατσάρσκι, Μπέρμαν, κ.ά.) και στο πολιτικό πεδίο με την υποστήριξη μιας υπεραριστερής τακτικής που δεν ανταποκρινόταν στις συνθήκες της υποχώρησης του κινήματος μετά την ήττα.
Ο Λένιν αντιτάχτηκε αποφασιστικά στις πολιτικές και τις φιλοσοφικές θέσεις του Μπογκντάνοφ, απειλώντας πολλές φορές ότι αν αυτές γίνονταν δεκτές οι Μπολσεβίκοι θα ατιμάζονταν ως κόμμα και ο ίδιος θα αποχωρούσε από τις γραμμές τους.
Στο φιλοσοφικό πεδίο, ο Μπογκντάνοφ και οι άλλοι Ρώσοι μαχιστές αντέγραφαν τις μοντέρνες ιδεαλιστικές αστικές θεωρίες που ανθούσαν στις αρχές του 20ού αιώνα (νεοκαντιανισμός, νεομπεκρλεϊσμός, κοκ). Αντλώντας από στοχαστές όπως ο Μαχ και ο Αβενάριους υποστήριζαν ότι η τελική βάση της πραγματικότητας είναι το φαινόμενο και η εμπειρία και ότι δεν υπάρχει μια ανεξάρτητη από το υποκείμενο αντικειμενική πραγματικότητα, ένας υλικός κόσμος, που αντανακλάται στη συνείδηση. Η αντίληψη για την ύλη ως πηγή των αισθημάτων, σύμφωνα με τους ίδιους, ήταν ένας διπλασιασμός της πραγματικότητας, ένας δογματισμός που είχε την προέλευσή του στον Ένγκελς. Σε αυτή τη βάση εμφάνιζαν τις απόψεις τους ως συμβατές με τον Μαρξ αλλά και με τη σύγχρονη φυσική επιστήμη που είχε εξαλείψει τη «μεταφυσική υπόθεση» της αμετάβλητης ύλης.
Ο Λένιν έδειξε πειστικά στο Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός ότι αυτές οι φιλοσοφικές θέσεις είχαν την καταγωγή του στον Μπέρκλεϊ, τον Καντ, τον Χιουμ και τους άλλους ιδεαλιστές και αγνωστικιστές αστούς φιλοσόφους του 18ου και 19ου αιώνα. Παριστάνοντας ότι πολεμούσαν εξίσου τον υλισμό και τον ιδεαλισμό και ότι άνοιγαν ένα νέο δρόμο στη φιλοσοφία που τους ξεπερνούσε και τους δύο, οι μαχιστές στην πραγματικότητα αποκαθιστούσαν τον ιδεαλισμό, διαστρεβλώνοντας ιδεαλιστικά τις θέσεις της επιστήμης, που επιβεβαίωνε τη διαλεκτική της ύλης. Οι Ρώσοι μαχιστές έφερναν έτσι στο εργατικό κίνημα αστικές απόψεις, παραχαράσσοντας το μαρξισμό σε ιδεαλιστικό πνεύμα. Με αυτό τον τρόπο άνοιγαν το δρόμο στο μυστικισμό και στη θρησκεία, μια κατεύθυνση που έπαιρναν ανοικτά οι οπαδοί της θεοπλασίας στις γραμμές τους. Οι τελευταίοι, όπως ο Λουνατσάρσκι εκείνη την περίοδο, επίσης ο Γκόρκι, εν μέρει και ο Μπαζάροφ, υποστήριζαν ότι οι αγράμματοι χωρικοί δεν συγκινούνταν από τον επιστημονικό υλισμό και γι’ αυτό έπρεπε να κινητοποιηθούν με μια νέα μορφή θρησκείας.
Ο Μπογκντάνοφ ειδικά απέρριπτε αυτή την ιδέα και γι’ αυτό ο Λένιν εκτιμά στο Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός ότι ήταν υποκειμενικά πολέμιος της θρησκείας και της αντίδρασης γενικά, τονίζοντας όμως ταυτόχρονα ότι η οι φιλοσοφικές απόψεις του άνοιγαν το δρόμο στη θρησκεία και την αντίδραση. «Ο Μπογκντάνοφ προσωπικά είναι ορκισμένος εχθρός κάθε αντίδρασης γενικά και ιδιαίτερα της αστικής. Η “υποκατάσταση” του Μπογκντάνοφ και η θεωρία του της “ταυτότητας κοινωνικού είναι και κοινωνικής συνείδησης” εξυπηρετούν αυτή την αντίδραση», λέει ο Λένιν στο πλήρες απόσπασμα από το οποίο οι μπούφοι του Περισσού απομόνωσαν αυθαίρετα το πρώτο μέρος (υπογράμμιση του Λένιν, Άπαντα, τόμ. 18, σελ. 352 – στην έκδοση του ΚΚΕ η παραπομπή δίνεται λαθεμένα, στη σελ. 346). Με «υποκατάσταση» [του φυσικού για το ψυχικό] ο Μπογκντάνοφ είχε υπόψη την τοποθέτηση σε πρώτο πλάνο του ψυχικού ως θεμελιώδους, άμεσα οικείου, ενώ το φυσικό είναι κάτι υποθετικό και αμφίβολο, το οποίο συνάγεται έμμεσα στη βάση του ψυχικού, κοκ. Επαναλάμβανε έτσι τα σοφίσματα όλων των ιδεαλιστών που τοποθετούν το πνεύμα και τη διάνοια στην αφετηρία.
Οι πολιτικές θέσεις του Μπογκντάνοφ, ιδιαίτερα μετά την ήττα της επανάστασης, συνδέονται στενά με τις ιδεαλιστικές του αυθαιρεσίες (παρότι ο Λένιν απέφυγε για ένα διάστημα να κάνει αυτή τη σύνδεση). Ο Μπογκντάνοφ, ήδη στη διάρκεια της επανάστασης και πολύ πιο ισχυρά μετά από αυτή, υποστήριζε μια σεκταριστική, αριστερίστικη γραμμή που έμεινε γνωστή ως τελεσιγραφισμός. Σύμφωνα με αυτή, τα Σοβιέτ, τα μαζικά όργανα που ανέδειξε η επανάσταση, έπρεπε να αποδεχτούν εκ των προτέρων την κομματική ηγεσία των Μπολσεβίκων, διαφορετικά οι τελευταίοι θα αρνούνταν να εργαστούν σε αυτά. Μετά την ήττα, η γραμμή αυτή εξελίχθηκε στην έκκληση για αποχή από εκλογές για τη Δούμα, την οποία ο Μπογκντάνοφ και οι άλλοι μαχιστές εμφάνιζαν σαν οπορτουνιστική, και την ανάκληση των σοσιαλδημοκρατών βουλευτών από τη Δούμα στη συνέχεια.
Ο Λένιν, σε μια σειρά αμείλικτες πολεμικές του, έδειξε ότι η γραμμή αυτή ήταν πολιτικά λαθεμένη, καθώς θα εμπόδιζε την αποκατάσταση των δεσμών του κόμματος με τις μάζες, οι οποίοι είχαν αδυνατίσει μετά τη νίκη της αντίδρασης. Για να εδραιωθούν εκ νέου ήταν αναγκαία η χρήση του κοινοβουλίου, η άρνηση της οποίας οδηγούσε από ένα αριστερίστικο, υπερεπαναστατικό δρόμο στο ίδιο αποτέλεσμα με τις απόψεις των λικβιταριστών, των πιο δεξιών Μενσεβίκων: τη διάλυση του κόμματος. Αυτή η σεκταριστική κατεύθυνση είναι και το στοιχείο του Μπογκντάνοφ που έλκει περισσότερο τους δογματιστές του ΚΚΕ, αφού ο σταλινισμός την αναπαρήγαγε αργότερα επαυξημένα στη γερμανική κρίση του 1929-33, όπως έκαναν και οι ίδιοι μετά το 1991 αποθεώνοντας τον Στάλιν, με τη δημιουργία του ΠΑΜΕ, την αναγνώριση ως κινηματικών μόνο των ενταγμένων σε αυτό δυνάμεων, την ουσιαστική αποχώρηση από τα επίσημα συνδικάτα, κοκ.
Ο Τρότσκι, στα κείμενά του για τη γερμανική κρίση στα 1930-33, όπου επέκρινε τα καταστροφικά σταλινικά σχήματα του «σοσιαλφασισμού», έδειξε σωστά αυτές τις σχέσεις:
«Ο σταλινικός μηχανισμός δεν κάνει άλλο από το να διατάζει. Η γλώσσα της διαταγής είναι η γλώσσα του τελεσιγραφισμού. Κάθε εργάτης πρέπει να αναγνωρίσει προκαταβολικά ότι όλες οι αποφάσεις, παλιές, τωρινές και μέλλουσες, της Κεντρικής Επιτροπής, είναι αλάνθαστες… Δεν είναι δύσκολο να βρει κανείς στην ιστορία του ρωσικού κόμματος τον πρόδρομο της σημερινής πολιτικής…: είναι ο μακαρίτης ο Μπογκντάνοφ, ο δημιουργός του τελεσιγραφισμού (οτζοβισμού). Από το 1905 κιόλας θεωρούσε αδύνατη τη συμμετοχή των Μπολσεβίκων στο Σοβιέτ της Πετρούπολης, αν το Σοβιέτ δεν αναγνώριζε προκαταβολικά τη σοσιαλδημοκρατική ηγεσία. Κάτω από την επιρροή του Μπογκντάνοφ, το πετρουπολίτικο γραφείο της ΚΕ των Μπολσεβίκων υιοθέτησε τον Οκτώβρη του 1905 αυτή την απόφαση: να προβάλει στο Σοβιέτ της Πετρούπολης το αίτημα να αναγνωρίσει την ηγεσία του κόμματος. Στην αντίθετη περίπτωση, θα έπρεπε να αποφασίσουν να εγκαταλείψουν το Σοβιέτ… Σε λίγο έφτασε ο Λένιν από το εξωτερικό και συγύρισε για καλά τους τελεσιγραφιστές: δεν μπορούμε, τους δίδαξε, να υποχρεώσουμε, με τη βοήθεια τελεσιγράφων, τη μάζα να πηδήξει πάνω από τις απαραίτητες φάσεις της ίδιας της πολιτικής της εξέλιξης. Ο Μπογκντάνοφ, ωστόσο, δεν απαρνήθηκε τη μεθοδολογία του και δημιούργησε μια ολόκληρη φράξια: τελεσιγραφιστές ή οτζοβιστές… Η πάλη του Λένιν ενάντια στον τελεσιγραφισμό ήταν πάλη για τις σωστές σχέσεις ανάμεσα στο κόμμα και την τάξη. Οι τελεσιγραφιστές μέσα στο παλιό Μπολσεβίκικο Κόμμα δεν έπαιξαν ποτέ έστω και ελάχιστα σπουδαίο ρόλο: αλλιώς η νίκη του μπολσεβικισμού θα ήταν αδύνατη» (Λ. Τρότσκι, Και Τώρα;, εκδ. Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, σελ. 43, 41-42).
Ανάμεσα σε εκείνους που έβλεπαν τότε με συμπάθεια τον Μπογκνάνοφ και τους τελεσιγραφιστές του ήταν ο Στάλιν, που είχε την ευθύνη της Πράβντα στη συγκεκριμένη περίοδο. Ο Στάλιν είχε χαρακτηρίσει τη φιλοσοφική διαμάχη του Λένιν με τους μαχιστές «τρικυμία μέσα σε ένα ποτήρι τσάι» και υπεράσπιζε εν γένει τους τελευταίους. Και αυτό φυσικά δεν ήταν τυχαίο, αφού συμμερίζονταν το ίδιο αντιμαρξιστικό πνεύμα. Απλά ο Μπογκντάνοφ ανέπτυσσε με διανοουμενίστικο τρόπο αυτά που ο Στάλιν και οι μετέπειτα ακόλουθοί του παρουσίαζαν με ένα εργατίστικο-γραφειοκρατικό στιλ.
Αμέσως μετά την ήττα της επανάστασης οι μαχιστές, συγκεκριμένα ο Μπαζάροφ, παρουσίασαν τη φόρμουλα «όχι ηγεμονία αλλά ταξικό κόμμα». Εννοούσαν με αυτό ότι η σοσιαλδημοκρατία είχε κάνει λάθος να τεθεί επικεφαλής του λαού στην επανάσταση και θα έπρεπε εφεξής να εστιάσει στα στενά εργατικά αιτήματα, αυξήσεις μισθών, εργατικές απεργίες, κοκ. Ο Λένιν χαρακτήρισε αυτή τη φόρμουλα των μαχιστών ως υποταγή του κινήματος στον αστικό φιλελευθερισμό. Παρόμοια ήταν και η θέση του Πλεχάνοφ, που πολέμησε τους μαχιστές τόσο στο φιλοσοφικό όσο και στο πολιτικό πεδίο, προσεγγίζοντας και συμμαχώντας σε αυτά τα θέματα με τον Λένιν, που τον επαίνεσε θερμά γι’ αυτό. Αυτή η ψευδοταξική δημαγωγία αναπτύχθηκε στη συνέχεια από το σταλινισμό και τα πρόσφατα χρόνια από τη νεοσταλινική ηγεσία του ΚΚΕ, οδηγώντας μεταξύ άλλων στην απόρριψη των κινημάτων των Πλατειών το 2011-12, με το επιχείρημα ότι δεν εστίαζαν στο εργοστάσιο και τους τόπους δουλειάς.
Στη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης και μετά τη νίκη της ο Μπογκντάνοφ έμεινε πιστός στις ιδεαλιστικές, αστικές θέσεις του. Ο ίδιος ο Λένιν επισημαίνει στον Πρόλογο του 1920 στο έργο ότι κάτω από το μανδύα της «προλεταριακής κουλτούρας», ο Μπογκντάνοφ, «σερβίρει απόψεις αστικές και αντιδραστικές» (Λένιν, ό.π., σελ. 12).
Όπως και στα προηγούμενα στάδια, ο Μπογκντάνοφ και μετά το 1917 υπεράσπισε μια ιδεαλιστική, ειδικά τεχνοκρατική ερμηνεία της ιστορίας, παραχαράσσοντας σε αυτό το πνεύμα τις ταξικές σχέσεις. Ο Μπογκντάνοφ απέρριψε ουσιαστικά την Οκτωβριανή Επανάσταση, με το επιχείρημα ότι οι καθυστερημένες μάζες της Ρωσίας δεν ήταν ακόμη ώριμες για το σοσιαλισμό (η μόνιμη επωδός όλων των Μενσεβίκων πολέμιων της επανάστασης). Υποστήριξε ότι ενώ το κόμμα των Μπολσεβίκων ήταν δημοκρατικό το 1905, από τον καιρό της συμμαχίας του Λένιν με τον Πλεχάνοφ είχε γίνει «αυταρχικό» (με «αυταρχισμό» ο Μπογκντάνοφ εννοούσε, όπως όλοι οι αποστάτες διανοούμενοι, τη δέσμευση στο μαρξισμό). Και εκτίμησε παραπέρα ότι το αποτέλεσμα της επανάστασης ήταν η εγκαθίδρυση μιας αυταρχικής εξουσίας που αντιπροσώπευε οικονομικά έναν κρατικό καπιταλισμό. Σε αυτό το τελευταίο σημείο προκατέλαβε τους μετέπειτα εχθρούς του μαρξισμού α λα Μπάρναμ, Καστοριάδη, κοκ, στην προσπάθειά τους να εμφανίσουν την ΕΣΣΔ σαν ένα νέο τύπο εκμεταλλευτικής κοινωνίας.
ΙΙ. Ο Μηχανικός Μένι: το λογοτεχνικό ισοδύναμο της φιλοσοφίας του Μπογκντάνοφ
Μήπως όμως στο Μηχανικό Μένι ο Μπογκντάνοφ λέει κάτι άλλο, πιο τρανό και πιο μεγάλο; Μήπως πρόκειται για κανένα αξιόλογο μυθιστόρημα που παραμερίζει σιωπηλά έστω ένα μέρος από τις ιδεαλιστικές ανοησίες και διατυπώνει μια έγκυρη λογοτεχνική προβληματική για την ιστορική εξέλιξη;
Στην πραγματικότητα, όχι μόνο δεν ισχύει κάτι τέτοιο αλλά, όπως εκτίμησε ο Λένιν, ο Μπογκντάνοφ εκθέτει εκεί καμουφλαρισμένα τις ιδεαλιστικές φιλοσοφικές του ιδέες. Κάτι περισσότερο: μεταφράζοντάς τις λογοτεχνικά, σε αυτό, όπως και στο άλλο μυθιστόρημά του, Ο Κόκκινος Πλανήτης (1908), υπογραμμίζει και αποκαλύπτει άθελά του την αυθαιρεσία τους. Θα αναφερθούμε εδώ στον Μηχανικό Μένι, ρίχνοντας στο τέλος μια ματιά στις φιλοσοφικές θέσεις του Κόκκινου Πλανήτη, σε σύνδεση με τη μαρξιστική κριτική τους από τον Ιλιένκοφ.
Η σπάνη ως σύμμαχος του σοσιαλισμού
Η υπόθεση του Μηχανικού Μένι ξετυλίγεται στον πλανήτη Άρη, στην περίοδο όπου η αρειανή κοινωνία πραγματοποιεί τη μετάβαση στο σοσιαλισμό. Αρχικά ο αδιάφθορος Μένι καθοδηγεί τα μεγάλα έργα που προωθούν οι καπιταλιστές, ενώ αργότερα ο Νέτι, ο γιος του, γίνεται οπαδός του σοσιαλισμού και οδηγεί τους εργάτες σε αυτόν. Βέβαια, ο Μένι και κυρίως ο Νέτι είναι η ενσάρκωση του ίδιου του Μπογκντάνοφ, οπότε αυτό που εκθέτει μέσω αυτών στους εργάτες είναι οι δικές του, αντιμαρξιστικές ιδέες για το σοσιαλισμό.
Η κοινωνία του Άρη παρουσιάζεται από τον Μπογκντάνοφ να γνωρίζει μια εξέλιξη παρόμοια με εκείνη της Γης. Οι καπιταλιστές διαδέχονται τη φεουδαρχία και την παλιά αριστοκρατία, οι εκπρόσωποι της οποίας διατηρούν μια υπολογίσιμη επιρροή όταν εμφανίζεται ο Μένι, και μαζί με την καπιταλιστική βιομηχανία και τις κατασκευές εμφανίζεται και η εργατική τάξη. Αλλά υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά: οι σκληρές συνθήκες στον Άρη, οι ανεπαρκείς υλικοί πόροι, κοκ, ενεργούν στην κατεύθυνση μιας πιο πολιτισμένης και ήπιας ιστορικής διαδοχής των πολιτισμών συγκριτικά με τη Γη:
«Η ιστορία των Αρειανών στις βασικές της γραμμές μοιάζει με την ιστορία της γήινης ανθρωπότητας: ίδιος ήταν ο δρόμος από τη φυλετική ζωή διαμέσου της φεουδαρχίας προς την κυριαρχία του κεφαλαίου και μέσα από αυτήν προς την ενοποίηση της εργασίας. Όμως αυτή η εξέλιξη προχώρησε με αργότερους ρυθμούς και ηπιότερους τόνους. Η φύση του Άρη δεν ήταν τόσο πλούσια και η ζωή δεν ήταν τόσο σπάταλη όσο η γήινη… Φυσικά και στον Άρη η βία, η καταστροφή, έπαιξαν το ρόλο τους, όμως ποτέ αυτός ο ρόλος δεν υπήρξε τόσο μεγάλος… Μέσα από τη βαρβαρότητα της εποχής άνοιγε δρόμο ένας κάποιος ενστικτώδης σεβασμός προς τη ζωή και την εργασία. Γιατί είχαν έτσι τα πράγματα; Η φύση του πλανήτη ήταν φτωχή και σκληρή και από την πείρα χιλιάδων γενεών συσσωρεύτηκε μια αμυδρή συνείδηση του πόσο δύσκολα αποκαθίσταται αυτό που καταστράφηκε» (σελ. 16-17).
Και μόνο αυτές οι γραμμές αρκούν για να πεταχτεί το μυθιστόρημα του Μπογκντάνοφ στον κάλαθο των αχρήστων σαν μια ιδεαλιστική ανοησία. Ο Μπογκντάνοφ γενικεύει ξεκάθαρα εδώ και παραπέρα τις συνθήκες της τσαρικής Ρωσίας, εμφανίζοντας στον Άρη μια κατάσταση όπου η οπισθοδρομικότητα και η σπάνη κυριαρχούν καθολικά. Η ιστορική πείρα όμως δείχνει ότι ακριβώς υπό αυτές τις συνθήκες, στην τσαρική Ρωσία και όπου αλλού εμφανίστηκαν, η εξέλιξη ήταν όχι λιγότερο, όπως βεβαιώνει ο Μπογκντάνοφ, αλλά περισσότερο καταστροφική και βάρβαρη. Αυτή ήταν και η κύρια αιτία που είχαμε στην τσαρική Ρωσία στις αρχές του 20ού αιώνα δυο μεγάλες επαναστάσεις, ενώ στην καπιταλιστικά πιο προηγμένη Δύση αυτό δεν συνέβηκε.
Για να δώσουμε ένα ακόμη παράδειγμα, η Κίνα σε όλη την πορεία της ως τον 20ό αιώνα ήταν μια κοινωνία σπάνης, στην οποία η αγροτική παραγωγή ίσα-ίσα επαρκούσε για να τρέφεται ο αγροτικός πληθυσμός και η κρατική γραφειοκρατία. Ακριβώς γι’ αυτό εκεί οι καταστροφές και οι ερημώσεις από τους πολέμους ήταν πολύ μεγαλύτερες από τα αντίστοιχα γεγονότα στην Ευρώπη και αλλού. Για να μην πάμε μακριά, στην εξέγερση των Ταϊπίνγκ στα 1850-64 στην Κίνα ο αριθμός των θυμάτων υπολογίζεται σε 20 με 30 εκατομμύρια, από μαζικές σφαγές, αρρώστιες και έλλειψη τροφής –περισσότερο από τα θύματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αν και ο τελευταίος διεξάχθηκε με ασύγκριτα πιο προηγμένα όπλα– ενώ κάποιες πηγές τον ανεβάζουν σε 50 ή και 100 εκατομμύρια.
Ουσιαστικά, με το σχήμα του της αρειανής εξέλιξης ο Μπογκντάνοφ εμφανίζεται σαν ένας ανεστραμμένος Μπερνστάιν.
Ο Μπερνστάιν, ο εισηγητής του ρεφορμιστικού σοσιαλισμού που πολεμήθηκε επίμονα από τους μαρξιστές κλασικούς, έλεγε: «Ο καπιταλισμός δημιουργεί αφθονία αγαθών. Η εργατική τάξη μέσα από μεταρρυθμίσεις θα κερδίζει ένα αυξανόμενο μερίδιο σε αυτό τον πλούτο. Έτσι βαθμιαία θα φτάσουμε στο σοσιαλισμό ή έστω σε μια δίκαιη διανομή».
Ο Μπογκντάνοφ του αντιτείνει: «Όχι ο καπιταλισμός δεν δημιουργεί αφθονία αλλά σπάνη. Η σπάνη αυτή διδάσκει τη μετριοπάθεια σε όλους, ακόμη και στις κυρίαρχες τάξεις, και έτσι από αυτό το δρόμο θα φτάσουμε τελικά σε μια δίκαιη κοινωνία».
Και οι δυο απόψεις είναι ανόητες, αλλά εκείνη του Μπερνστάιν έχει τουλάχιστον έναν κόκκο αλήθειας. Σε περιόδους αφθονίας οι κυρίαρχες τάξεις έκαναν όντως κάποιες παραχωρήσεις, δίνοντας ένα μικρό κομμάτι της πίτας στους υποτελείς (π.χ. Νιου Ντιλ, κεϊνσιανισμός) για να αποφύγουν τα χειρότερα. Η εκτράχυνση αντίθετα ήταν και είναι ίδιο των κακών εποχών, τις οποίες ο Μπογκντάνοφ εμφανίζει ως δασκάλες στη μετριοπάθεια.
Αυτό φυσικά είναι μια μπαρούφα ολκής. Αν αναγνωρίσουμε σε μια τέτοια αντίληψη την «ακλόνητη βεβαιότητα για το κομμουνιστικό μέλλον της ανθρωπότητας», όπως οι συντάκτες του Ριζοσπάστη, γιατί να μην την αναγνωρίσουμε και στον Μπερνστάιν, που επίσης μιλούσε στο όνομα του σοσιαλισμού.
Ο μηχανικός Μένι αναλαμβάνει τα ηνία…
Η εντελώς εξωπραγματική παρουσίαση των συνεπειών της σπάνης σε μια καπιταλιστική κοινωνία από τον Μπογκντάνοφ δεν είναι, βέβαια, τυχαία. Του χρειάζεται για να βάλει τους καπιταλιστές να αναθέτουν όλη την εξουσία στον Μένι, όταν εμφανίζεται στο προσκήνιο. Βλέπετε, ο Μένι έχει τη γνώση και το όραμα να αναδιοργανώσει τον Άρη οικοδομώντας τα μεγάλα κανάλια που θα τον κάνουν οικονομικά βιώσιμο, καθώς και μια πελώρια φιλοδοξία να εκπληρώσει τα μεγαλόπνοα σχέδιά του. Στη συνέλευση των παραγόντων της κυβέρνησης, της βιομηχανίας και των τραπεζών που αποφασίζει για τα έργα, οι φιλελεύθεροι αστοί εκπρόσωποι της κεντρικής κυβέρνησης συζητούν μεταξύ τους για τη μεταβίβαση της εξουσίας, εκτιμώντας ότι η υπέρμετρη φιλοδοξία του Μένι δεν εγκυμονεί τον κίνδυνο μιας δικτατορίας: «Τώρα είναι φυσικά ευκολότερο στην κυβέρνηση να μεταβιβάσει τα πάντα στον Μένι… Γνωρίζω τον Μένι, για μας δεν είναι αντίπαλος, ακριβώς επειδή η φιλοδοξία του είναι υπερβολική… Το να γίνει υπουργός ή πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν τον ενδιαφέρει… Έχει τη φιλοδοξία των θεών» (σελ. 34).
Αν η σκιαγράφηση των υλικών συνθηκών ζωής στον Άρη και των συνεπειών τους είναι απίθανη, η οικειοθελής παράδοση της εξουσίας από μια κυρίαρχη αστική τάξη στον Μένι, με το αιτιολογικό ότι είναι ακίνδυνος γιατί είναι υπερβολικά φιλόδοξος, είναι διπλά και τριπλά απίθανη. Ο μαρξισμός μας διδάσκει ότι η αστική τάξη και γενικά οι κυρίαρχες τάξεις υπερασπίζουν με όλη τους τη δύναμη και την αποφασιστικότητα την εξουσία και τα προνόμιά τους, τα οποία ποτέ δεν παραδίδουν οικειοθελώς. Αυτό μπορεί να το έκανε η ηγεσία του ΚΚΕ, παραδίδοντας το εαμικό κίνημα με το Λίβανο και τη Βάρκιζα, οι κυρίαρχες τάξεις όμως γενικά δεν το κάνουν, εξαιρώντας, βέβαια, την αρειανή αστική τάξη.
Επιπλέον, η αστική κυβέρνηση του Άρη στηρίζει τον Μένι σε όλες τις επιλογές του. Όταν ο Μένι προτείνει την εθνικοποίηση της γης, ώστε να χρηματοδοτηθούν με τη γαιοπρόσοδο τα μεγάλα έργα, η αστική τάξη υιοθετεί το σχέδιο και δημιουργείται «ένα ισχυρό κοινωνικό κίνημα… από διαφορετικές τάξεις… Το σχέδιο της καθαρά αστικής “κρατικοποίησης” της γης το προωθούσαν ορισμένοι ριζοσπάστες δημοκράτες. Το ενστερνιζόταν μεγάλο μέρος των καπιταλιστών» – και ο Μένι, φαίνεται, εμφανίζεται την κατάλληλη στιγμή στο προσκήνιο για να το κάνει πράξη (σελ. 44, 46).
Η εθνικοποίηση ή δήμευση της γης, όπως είχαν δείξει ο Μαρξ και ο Λένιν, είναι δυνατή υπό τον καπιταλισμό. Σημαίνει μάλιστα την πιο ελεύθερη, προοδευτική ανάπτυξη του καπιταλισμού στη γεωργία, μέσω της εξάλειψης των φεουδαλικών γαιοκτημόνων. Η εμπειρία των ρωσικών επαναστάσεων όμως και όλη η σύγχρονη εμπειρία δείχνει ότι οι καπιταλιστές δεν στηρίζουν μια τέτοια ανατροπή, που ιστορικά αποτέλεσε ένα αίτημα της μικρής αγροτιάς (οι ναρόντνικοι στη Ρωσία καλούσαν σε εθνικοποίηση της γης) – και δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε το γιατί. Η εθνικοποίηση της γης συνιστά επίθεση σε μια παρωχημένη μορφή της ιδιοκτησίας, τη μεγάλη, φεουδαλικού τύπου γαιοκτησία, δημιουργώντας έτσι ένα κακό προηγούμενο για μια μελλοντική επίθεση στο ίδιο το κεφάλαιο, την αστική ιδιοκτησία.
Οι καπιταλιστές του Άρη όμως, σε αντίθεση με τους συναδέλφους τους στη Γη, δεν κωλώνουν. Συντάσσονται με την εθνικοποίηση, γιατί τα μεγάλα ενοίκια στη γη και οι υψηλοί χρηματικοί μισθοί «μειώνουν τα κέρδη των επιχειρήσεων» (σελ. 45). Μετά συμβαίνει κάτι παράξενο. Ο Μένι αποφασίζει να περάσει το θαυμασιατικό κανάλι από μια δύσβατη και επικίνδυνη περιοχή, γνωστή ως «Σάπιοι Βάλτοι», αντί για μια πολύ πιο βατή μερικές δεκάδες χιλιόμετρα πιο πέρα. Η αιτία; Η πιο βατή περιοχή είχε γνωρίσει στο μακρινό παρελθόν μεγάλους, καταστροφικούς σεισμούς, ώστε με την επανάληψή τους μετά από 100 ή 200 χρόνια τα κανάλια, αν περάσουν από εκεί, και οι νέες πόλεις που θα χτιστούν θα ισοπεδωθούν. Και, ω του θαύματος! Οι καπιταλιστές, που κοιτάζουν πάντα το κέρδος τους, δεν παρεμβαίνουν εξαρχής για να εμποδίσουν αυτό το ξεκάθαρα ασύμφορο γι’ αυτούς σχέδιο (για να μη μιλήσουμε για επιπλοκές όπως οι εξεγέρσεις από τους εργάτες που πεθαίνουν μαζικά στα έργα). Μόνο εκ των υστέρων, αφού το πράγμα έχει προχωρήσει, ένας από τους αστούς, ο φιλελεύθερος Ράο, μαζί με τον μηχανικό Μάρο, δημιουργούν ένα κίνημα διαμαρτυρίας μεταξύ των εργατών, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι οι εργάτες δεν ξέρουν να διαβάζουν τις πολυσύνθετες μελέτες του Μένι. Ο Μένι σκοτώνει τον Μάρο, και έτσι συλλαμβάνεται και απομακρύνεται από τη διεύθυνση των έργων.
Αν οι προηγούμενες υποθέσεις του Μπογκντάνοφ είναι απλά και διπλά αυθαίρετες, αυτή είναι τρίδιπλα αυθαίρετη. Όλη η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι καπιταλιστές, στα μεγάλα εγχειρήματά τους, επιλέγουν τις εύκολες και λιγότερο δαπανηρές λύσεις, αδιαφορώντας αν αυτό θα έχει μακροχρόνια αρνητικές συνέπειες. Μόνο εκ των υστέρων, όταν φανούν αυτές οι συνέπειες, παίρνουν κάποια ημίμετρα για να τις αντιμετωπίσουν. Γιατί, λοιπόν, οι καπιταλιστές του Άρη δεν προσπαθούν εξαρχής να εμποδίσουν το σχέδιο του Μένι, όταν ολοφάνερα σημαίνει μια τεράστια δαπάνη πόρων και αντίστοιχη συρρίκνωση των κερδών τους; Αυτοί που δείχνουν τόσο θάρρος σε μια επικίνδυνη επίθεση στην ιδιοκτησία, γίνονται δειλοί ή αδιάφοροι εκεί που θίγεται η τσέπη τους;
Αργότερα ο ίδιος ο Μένι, στο κελί της φυλακής του, θα συνειδητοποιήσει ότι η δικτατορία και η παντοδυναμία του ήταν φαινομενική. Οι καπιταλιστές εξαρχής λεηλατούσαν τους πόρους που διέθετε η κυβέρνηση για τα έργα, κάνοντας περιουσίες, κοκ. Αλλά ο Μένι, όταν εισάγει το σχέδιό του για την εθνικοποίηση της γης ούτε που το υποψιάζεται αυτό και επιχειρηματολογεί ότι όλα θα πάνε ρολόι με το άνοιγμα των καναλιών. «Ο ίδιος ο Μένι, φυσικά, δε συνειδητοποιούσε πόσο απατηλά ήταν αυτά τα επιχειρήματα. Από τη στιγμή που το κεφάλαιο, μέσω του κράτους, πάρει στα χέρια του την εκμετάλλευση της γης, είναι πολύ δυσκολότερο να του αφαιρεθεί, σε σχέση με τους προηγούμενους γαιοκτήμονες, που δεν είχαν στήριγμα στην κοινωνία» (σελ. 48).
Ας αφήσουμε κατά μέρος το γεγονός ότι, όπως το έδειξε και η πείρα του τσαρισμού, οι γαιοκτήμονες είχαν στηρίγματα στην κοινωνία: πέρα από την ίδια τη γαιοκτησία, η κρατική γραφειοκρατία, η Εκκλησία, κοκ. Στο διήγημα του Μπογκντάνοφ η εφαρμογή του σχεδίου του Μένι για τα κανάλια ακολουθεί την εθνικοποίηση της γης, το μέρος για την οποία ολοκληρώνεται με το ως άνω συμπέρασμα. Αν, λοιπόν, οι καπιταλιστές είχαν ήδη την κύρια δύναμη, δεν είναι φανερό ότι θα τη χρησιμοποιούσαν εξαρχής για να ματαιώσουν το μέρος του σχεδίου του Μένι που αντιστρατευόταν τα συμφέροντά τους; Στην πραγματική ζωή, ξεκάθαρα αυτό θα συνέβαινε. Στο μυθιστόρημα του Μπογκντάνοφ όμως δεν μπορεί να συμβεί, γιατί τότε θα γινόταν φανερό ότι, εκτός από τον Μένι, ο ίδιος ο Μπογκντάνοφ δεν καταλάβαινε τι είναι και πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός…
… ώσπου εμφανίζεται ο «σοσιαλιστής» Νέτι
Ο Μένι, όπως παρουσιάζεται στο μυθιστόρημα, είναι μια αυτοαντιφατική φυσιογνωμία. Αφενός, το σχέδιό του για την εθνικοποίηση της γης δείχνει ότι «ήξερε να είναι επαναστάτης όχι μόνο στον τομέα της ειδικότητάς του» (σελ. 44). Αφετέρου, ο ίδιος δεν είναι μόνο απόγονος μιας φεουδαρχικής οικογένειας, αλλά τηρεί μια γνήσια φεουδαρχική στάση απέναντι στους εργάτες, αρνούμενος ακόμη και να μιλήσει με τις ενώσεις τους (με τις οποίες μιλούν οι άλλοι μηχανικοί, ακόμη και οι καπιταλιστές), με το τυπικά απεργοσπαστικό επιχείρημα ότι δεν είναι γραμμένη σε αυτές η πλειοψηφία των εργατών (σελ. 50-53). Τέλος, αν και μηχανικός, ο Μένι είναι οπαδός της καθαρής λογικής και της καθαρής ιδέας, πράγμα που θα μπορούσε να περιμένει κανείς από έναν χεγκελιανό φιλόσοφο, αλλά όχι από κάποιον που καταπιάνεται καθημερινά με την ύλη και την τεχνική. Κοντολογίς ένα σύμφυρμα από αντιφάσεις και ασυνέπειες, που δύσκολα μπορεί να συνυπάρξουν σε ένα πρόσωπο – πόσω μάλλον σε κάποιον που ασκεί αποφασιστική επιρροή στις εξελίξεις.
Ευτυχώς, όταν ο Μένι φυλακίζεται για πολλά χρόνια, καταφτάνει ο «σοσιαλιστής» Νέτι για να βάλει τέρμα στη σύγχυση. Ο Νέτι, μηχανικός και ο ίδιος, είναι γιος του Μένι, χωρίς να το γνωρίζει αρχικά. Έχει όμως μεγαλώσει σε εργατικά περιβάλλοντα –η Νέλα, η μητέρα του, ήταν εργάτρια– και έχει ασπαστεί το σοσιαλισμό. Μόνο που αν ρίξουμε μια ματιά σε αυτό το «σοσιαλισμό» θα διαπιστώσουμε ότι απουσιάζει από αυτόν κάθε ίχνος από τον Μαρξ. Αντί για το μαρξισμό, ο Νέτι είναι ένα φερέφωνο της τεχνοκρατικής «οργανωτικής θεωρίας» (της λεγόμενης «τεκτολογίας») και της «καθολικής επιστήμης» του Μπογκντάνοφ.
Ο Μαρξ ανέλυσε επιστημονικά τον καπιταλισμό, φώτισε την εκμετάλλευση των εργατών από τους καπιταλιστές και εξήγησε ότι η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι δυνατή μόνο με τη σοσιαλιστική επανάσταση, την ανατροπή του καπιταλισμού και τη μετατροπή των μέσων παραγωγής σε κοινωνική ιδιοκτησία. Πρόσφερε δε μια ευρύτερη ανάλυση των δυναμικών της ταξικής πάλης στις εκμεταλλευτικές κοινωνίες, που είναι ο ιστορικός υλισμός. Τίποτε από αυτά δεν θα βρεθεί στον Νέτι, ο οποίος φέρνει στην εργατική τάξη τα υπέροχα νέα της απελευθέρωσής της χωρίς επανάσταση και χωρίς απαλλοτρίωση του κεφαλαίου, απλά ακολουθώντας τις αρχές της «οργανωτικής επιστήμης» του, όπως τις εξειδίκευσε στην ΕΣΣΔ μετά το 1917 το Προλετκούλτ, το κίνημα του ίδιου του Μπογκντάνοφ. Οι τελευταίες γραμμές του μυθιστορήματος είναι διαφωτιστικές:
«Έχοντας τελειώσει το επάγγελμα του μηχανικού, ο Νέτι κατεύθυνε όλη την επιστημονική του δουλειά στην εκτέλεση του παλιού σχεδίου – να μετασχηματίσει την επιστήμη έτσι που να είναι προσιτή στην εργατική τάξη. Γύρω από τον Νέτι δημιουργήθηκε μια ολόκληρη πολιτιστική-επαναστατική σχολή… Προχωρώντας σε αυτό το δρόμο, ο Νέτι έφτασε στην τεράστια ανακάλυψή του. Δημιούργησε την αρχή της γενικής οργανωτικής επιστήμης. Αναζητούσε απλοποιήσεις και εξηγήσεις των επιστημονικών μεθόδων και γι’ αυτό μελετούσε και συνέκρινε τις πιο διάφορες προσεγγίσεις που ακολούθησε η ανθρωπότητα στη γνώση και την εργασία. Αποδείχτηκε… ότι όλες μπορούσε να αναχθούν σε μερικά απλά σχήματα… Ο Νέτι κατάφερε να ορίσει με σαφήνεια τρεις από τις “καθολικές οργανωτικές μεθόδους”. Οι μαθητές του προχώρησαν κι άλλο, ανέπτυξαν και ερεύνησαν με περισσότερη ακρίβεια τα συμπεράσματα που είχαν εξαχθεί. Έτσι εμφανίστηκε η καθολική επιστήμη που κάλυψε γρήγορα όλη την οργανωτική εμπειρία της ανθρωπότητας. Η προηγούμενη φιλοσοφία δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά ένα θολό προείκασμα αυτής της επιστήμης και οι νόμοι της φύσης, της κοινωνικής ζωής και της σκέψης, που ανακαλύφθηκαν από τις διάφορες ειδικές επιστήμες, αποδείχτηκαν επιμέρους εκφράσεις των αρχών της, στους ξεχωριστούς κλάδους. Από τότε η επίλυση των δυσκολότερων οργανωτικών καθηκόντων έγινε υπόθεση όχι του ατομικού ταλέντου ή της ιδιοφυίας αλλά της επιστημονικής ανάλυσης, όπως συμβαίνει με τους μαθηματικούς υπολογισμούς στα προβλήματα της πρακτικής μηχανικής. Χάρη σε αυτό το γεγονός, όταν έφτασε η εποχή της ριζικής αναμόρφωσης όλου του κοινωνικού συστήματος, έγινε δυνατό να ξεπεραστούν σχετικά εύκολα και εντελώς σχεδιασμένα οι μεγαλύτερες δυσκολίες της καινούργιας οργάνωσης. Όπως παλιότερα η φυσική επιστήμη είχε γίνει εργαλείο της επιστημονικής τεχνικής, έτσι τώρα η καθολική επιστήμη ήταν το εργαλείο της επιστημονικής οικοδόμησης της κοινωνικής ζωής στο σύνολό της» (σελ. 154-155).
Συνάγεται ότι όλη η προηγούμενη φιλοσοφία, συμπεριλαμβανόμενου του Μαρξ και του Χέγκελ, που δεν γνώριζαν τίποτα από τούτη την «καθολική επιστήμη», όπως και όλη η εργασία του Αϊνστάιν και των διαδόχων του που συνεχίζεται ως τις μέρες μας, δεν ήταν παρά ένα προείκασμα, μια προπαρασκευή για να διαπιστωθούν οι τρεις «καθολικές οργανωτικές μέθοδοι» και τα «απλά σχήματα» του Νέτι και του Μπογκντάνοφ! Αυτό πραγματικά ξεπερνά ακόμη και τη φιλοδοξία των θεών, που καταλόγιζε ο υπουργός στον Μένι. Υψώνεται ως τη δυσθεώρητη φιλοδοξία των μπούφων, που περνούν τους εαυτούς τους για θεούς…
Είναι αλήθεια ότι αμέσως μετά από αυτές τις γραμμές ο Μπογκντάνοφ κάνει και μια αόριστη αναφορά στην προετοιμασία της εργατικής τάξης «για την τελική, την αποφασιστική μάχη… που συνεχίστηκε για μισό αιώνα» μετά το θάνατο του Νέτι (σελ. 155-156). Αλλά αυτό ακριβώς είναι η «επιδέξια μεταμφίεση», για την οποία κάνει λόγο ο Λένιν. Αυτή η «μάχη», για την οποία δεν λέγεται τίποτα παραπάνω, δεν είναι καθόλου η σοσιαλιστική επανάσταση, που πρόβλεψε ο Μαρξ. Συνειδητοποιείται και διεξάγεται με βάση την «οργανωτική επιστήμη» του Νέτι και του Μπογκντάνοφ.
Εμπειρία εναντίον ιδέας
Αναφέραμε ήδη ότι ο Μένι εμφανίζεται στο μυθιστόρημα ως ένας αφηρημένος ιδεαλιστής: στέκει στο έδαφος της ιδέας και της λογικής, που υπάρχουν καθεαυτές έξω από τη ζωή, όπως το συνέλαβαν οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι ανά τους αιώνες. Ο ίδιος ο Μένι διαφωτίζει σχετικά τον Νέτι:
«Νομίζω ότι ξέρω τι είναι ιδέα και τι είναι προσπάθεια, δουλειά… Υπηρετούσα πάντα την ιδέα και αυτή κυριαρχούσε πάντα στις προσπάθειές μου. Η προσπάθεια είναι απλά το μέσο, η ιδέα είναι ο ανώτατος στόχος. Η ιδέα είναι μεγαλύτερη από τους ίδιους τους ανθρώπους και από όλα όσα τους ανήκουν, δεν εξαρτάται από αυτούς. Εκείνοι υποτάσσονται σε αυτήν… Η ανώτερη ουσία της ιδέας συνίσταται στη λογική της φύση. Δεν είναι αυτό σαφές στον καθένα που ζει μια ζωή ιδεών; Ή αυτό δεν σας αρκεί και θέλετε κάτι άλλο περισσότερο;» (σελ. 103).
Αυτό φυσικά είναι ιδεαλισμός και είναι γνωστή η μαρξιστική κριτική του, η αναίρεση της «πρωταρχικότητας της ιδέας» από τον Μαρξ και τους συνεχιστές του. Η ιδέα δεν είναι κάτι αυθύπαρκτο, μια αφηρημένη, υπερφυσική ιδέα που υπάρχει έξω από τον κόσμο και τον άνθρωπο. Μια τέτοια ιδέα είναι μια σχολαστική κατασκευή του Χέγκελ και των άλλων ιδεαλιστών, το φιλοσοφικό ισοδύναμο του Θεού. Αυτό που υπάρχει πραγματικά, ανεξάρτητα από την ανθρώπινη συνείδηση, είναι ο υλικός κόσμος, τον οποίο αντανακλούν οι σωστές ανθρώπινες ιδέες. Και η αντανάκλαση και η γνώση του γίνεται ολοένα πιο ακριβής καθώς μέσα από την εργασία και την επιστήμη ο άνθρωπος κυριαρχεί και κατανοεί τις διαδικασίες της φύσης, τους φυσικούς νόμους και τα αποτελέσματά τους.
Αποφασιστικό στοιχείο σε αυτή τη μαρξιστική κριτική είναι η αναγνώριση της ανεξαρτησίας του υλικού κόσμου, καθώς και της αντανάκλασής του στην ανθρώπινη νόηση. Αλλά αυτό ακριβώς το στοιχείο διαγράφει ο Μπογκντάνοφ και συνολικά ο μαχισμός. Έτσι, η αναίρεσή του του ιδεαλισμού είναι μια απάτη που παραμένει μέσα στη σφαίρα του, απλά δίνοντας μια διαφορετική έμφαση. Ο Μπογκντάνοφ δεν αντιτάσσει στην ιδεαλιστική πρωταρχικότητα της ιδέας την πρωταρχικότητα του αντικειμενικού κόσμου, αλλά την πρωταρχικότητα της εμπειρίας και της προσπάθειας, δηλαδή κάτι που κινείται επίσης στη σφαίρα του υποκειμενικού. Σε αυτό το πνεύμα ο Νέτι αντιλέγει στον Μένι:
«Θα πρέπει να εγκαταλείψετε προσωρινά το λογικό βασίλειο της αφαίρεσης και να πάρετε την ιδέα μέσα στην ίδια τη ζωή. Οι πρόγονοί μας πάλευαν χίλια χρόνια για την ιδέα της ελευθερίας. Αυτή είναι αναμφίβολα μια από τις μεγαλύτερες ιδέες της ανθρωπότητας… Εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν μέσα σε όρια, που γινόντουσαν όλο και πιο στενά γι’ αυτούς… Από τον πόνο γεννήθηκαν νέες προσπάθειες, συγκεχυμένες αλλά εντονότερες και περισσότερες. Σιγά σιγά άρχισαν να συνενώνονται και να αποκτούν κοινή κατεύθυνση. Συγκλίνοντας δημιουργούσαν ένα όλο και δυνατότερο ρεύμα που ρίχτηκε πάνω στα παλιά εμπόδια. Αυτό υπήρξε η ιδέα της ελευθερίας – ενότητα των ανθρώπινων προσπαθειών στην πάλη για τη ζωή… Εάν αφαιρέσετε αυτές τις προσπάθειες από την ιδέα δεν θα μείνει τίποτα. Και έτσι συμβαίνει με κάθε άλλη ιδέα. Όσο μεγαλύτερο είναι το ρεύμα των ενωμένων προσπαθειών, τόσο μεγαλύτερη και υψηλότερη η ιδέα, τόσο πιο αδύνατος και ασήμαντος μπροστά της ο ξεχωριστός άνθρωπος, τόσο φυσικότερο του είναι να την υπηρετεί και να υποτάσσεται σ’ αυτήν» (σελ. 104-105).
Έχουμε εδώ ένα κλασικό δείγμα της υποκριτικής κριτικής του ιδεαλισμού από τους μαχιστές, την οποία στηλίτευσε έξοχα στο Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός ο Λένιν. Και στους δύο, στον Μένι (στον κλασικό ιδεαλισμό, ιδιαίτερα α λα Μπέρκλεϊ) και τον Νέτι (τους μαχιστές) ο αντικειμενικός υλικός κόσμος λάμπει δια της απουσίας του, εξαφανίζεται. Και στους δύο έχουμε μόνο προσπάθειες και ιδέες. Και η μεταξύ τους διαφορά έγκειται στο αν θα δοθεί το βάρος στις ιδέες ή τις προσπάθειες, καταλήγοντας μάλιστα στο ίδιο αποτέλεσμα, ότι η ιδέα κυριαρχεί τον άνθρωπο, που ατομικά είναι ασήμαντος. Είναι αδύνατο να μη δει κανείς ότι αυτό που παρουσιάζει σαν ξεπέρασμα του ιδεαλισμού ο Νέτι είναι στην πραγματικότητα μια παραλλαγή του ιδεαλισμού. Και είναι μάλιστα –ένα σημείο στο οποίο θα επανέλθουμε– μια κατώτερη παραλλαγή, αφού στη θέση του εύτακτου λογικού, που προέκριναν οι κλασικοί ιδεαλιστές, βάζει τις εμπειρίες και τα αισθήματα, δηλαδή κάτι χαοτικό και άναρχο.
Σε κάποιο σημείο ο Μένι, επισημαίνοντας αυτό το πρόβλημα, ρωτά εύλογα για το κριτήριο της αλήθειας και της πλάνης σε μια «προσπάθεια»: «Αν κάθε ιδέα ανάγεται στην ένωση των προσπαθειών, πού βρίσκεται η διαφορά μεταξύ αλήθειας και πλάνης;» Σε αυτό ο Νέτι απαντά: «Αυτή η διαφορά βρίσκεται στα αποτελέσματά τους. Η ένωση των προσπαθειών μπορεί να είναι τέτοια που να οδηγεί σε επίτευξη των στόχων τους, τότε είναι αλήθεια, και μπορεί να τέτοια που οδηγεί στην απώλειά τους, την καταστροφή, τότε είναι σύγχυση. Η ιδέα της ελευθερίας είναι αληθινή επειδή οδήγησε την ανθρωπότητα στη νίκη, στην άνθηση της ζωής, που αποτελεί τον τελικό σκοπό κάθε εργασίας. Οι μαθηματικοί τύποι είναι αληθινοί, επειδή δίνουν ένα αξιόπιστο εργαλείο επιτυχίας στην πάλη με τα στοιχεία της φύσης» (σελ. 108-109).
Ας αφήσουμε κατά μέρος την αναφορά στη φύση, που δεν είναι μόνο εκλεκτική (η φύση εισάγεται αυθαίρετα σε μια υποκειμενιστική φιλοσοφία που γενικά την παρακάμπτει) αλλά και αποκαλυπτική του αντιρεαλιστικού-αντιυλιστικού πνεύματος του μαχισμού (η φύση θεωρείται ως κάτι παθητικό, μια πηγή αντίστασης στο υποκείμενο, αντί για υλικό σώμα του ανθρώπου, όπως την έβλεπε ο νεαρός Μαρξ). Το όλο επιχείρημα διακρίνεται από έναν απροκάλυπτο πραγματισμό, τυπικό για τα παρακμιακά αστικά ρεύματα: η επιτυχία είναι κριτήριο της αλήθειας μιας θεωρίας, μιας προσπάθειας, κοκ. Παρά την επίκληση της πράξης, αυτό στρέφεται ενάντια στον υλισμό, γιατί η επιτυχία εδώ δεν προκύπτει από την αντιστοιχία της θεωρίας στην πραγματικότητα ούτε την επιβεβαιώνει, αλλά νοείται σαν ένα αυθύπαρκτο και μη αναγώγιμο δεδομένο της εμπειρίας. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, κάθε προσπάθεια μπορεί να θεωρηθεί σαν αληθινή και έγκυρη αν οδηγεί στην επίτευξη του στόχου που τέθηκε: μια σπείρα δολοφόνων ή ληστών που ενώνει τις προσπάθειές της για να οργανώσει ένα έγκλημα, οι ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις που αιματοκυλούν τους λαούς, οι νεοφασίστες που διεκδικούν σήμερα όπως και οι προκάτοχοί τους του Μεσοπολέμου την εξουσία, θα μπορούσε όλοι να επικαλεστούν την επιτυχία τους σαν απόδειξη ότι το εγχείρημά τους, συνενώνοντας ένα ευρύ φάσμα προσπαθειών, είχε αλήθεια.
Ο Μπογκντάνοφ αντιστρέφει στο επιχείρημά του την πραγματική σχέση. Όπως συνήθιζε να λέει γι’ αυτό το θέμα και ο Γιώργος Μανιάτης, οι θεωρίες δεν είναι αληθινές επειδή έχουν επιτυχία, αλλά έχουν επιτυχία επειδή και εφόσον είναι αληθινές. Και η αλήθεια τους, που διασφαλίζει την επιτυχία τους, συνίσταται στην ανταπόκρισή τους στην πραγματικότητα, στα γνωρίσματα του υλικού κόσμου και τις εξελικτικές διαδικασίες του.
Έχοντας εξαλείψει αυτό το κριτήριο, ο Μπογκντάνοφ όχι μόνο καταδικάζει τον εαυτό του σε πλήρη αδυναμία να διαχωρίσει τις αληθινές θεωρίες από τις ψεύτικες, αλλά καταλήγει αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι η αλήθεια, όντας κάτι υποκειμενικό, εξαφανίζεται μετά την επίτευξή της. Σε ένα σημείο βάζει τον Μένι να ρωτά τον Νέτι: «Όμως, εάν ο στόχος επιτευχθεί ολοκληρωτικά, τι γίνεται παραπέρα με την αλήθεια; Φτάνει το τέλος των προσπαθειών που ένωσε η αλήθεια…» Και ο Νέτι απαντά: «Και το δικό της επίσης. Η ανθρωπότητα προχωρά, βάζει νέους στόχους, και αυτή [η αλήθεια] πεθαίνει. Όταν εξαφανιστούν ολοκληρωτικά τα εγκλήματα, θα πεθάνει και η ιδέα της δικαιοσύνης. Όταν η ζωή και η ανάπτυξη των ανθρώπων δεν θα παρεμποδίζονται από μια καταπίεση, τότε θα χαθεί η ιδέα της ελευθερίας» (σελ. 109).
Μόνο ένας τυφλός δεν θα δει την πλήρη αντίθεση ανάμεσα στις ιδέες του Μαρξ και σε αυτή την ασυναρτησία του Μπογκντάνοφ. Ο Μαρξ αναφέρεται στον κομμουνισμό ως την κοινωνία στην οποία η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός θα είναι προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων. Ο Μπογκντάνοφ, αντίθετα, μας λέει, ότι στον κομμουνισμό, μαζί με την εξάλειψη της καταπίεσης θα χαθεί και η ιδέα της ελευθερίας. Αυτή η διαφορά δεν είναι τυχαία. Ακριβώς επειδή από τη φιλοσοφία του λείπει το θετικό περιεχόμενο, λείπει η πραγματικότητα, ο Μπογκντάνοφ είναι υποχρεωμένος να ορίζει την ελευθερία (και όλες τις αξίες) αρνητικά, μόνο ως εναντίωση σε κάτι άλλο, ώστε η εξάλειψη αυτού του άλλου πρέπει να οδηγεί στην εξάλειψη και της ίδιας της ελευθερίας.
Η θετικιστική-ιδεαλιστική προσέγγιση δεν διέκρινε όμως μόνο τον Μπογκντάνοφ και τους μαχιστές. Σε αυτήν συναντιούνται με τη σταλινική ιδεολογία και με τους τσαρλατάνους τύπου Λισένκο που προώθησε ο Στάλιν.
Η σταλινική λογική έδινε μια πραγματιστική έμφαση στις τρέχουσες πρακτικές επιτυχίες, αδιαφορώντας αν είχαν πραγματικά θεμέλια. Από αυτή την άποψη, ο Λούκατς επέκρινε εύστοχα μετά το 1956 τα σταλινικά δόγματα και τις χειραγωγικές πρακτικές ως αντανακλάσεις της θετικιστικής ιδεολογίας στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος. Όσο για τον Λισένκο, η θέση του για την κληρονομικότητα των επίκτητων χαρακτηριστικών, με όσες «υλιστικές» φανφάρες κι αν προσφερόταν, ξεκινά σιωπηλά από την αποδοχή ότι ο έμβιος οργανισμός συνίσταται στο σύνολο των εμπειριών και των προσαρμογών του, στερούμενος υποστατικά γνωρίσματα. Εξ ου και ο Λισένκο απέρριψε την ιδέα ότι η κληρονομικότητα έχει ένα υλικό φορέα στα χρωματοσώματα, τα οποία είχε ήδη ανακαλύψει η επιστήμη. Η κληρονομικότητα των επίκτητων χαρακτηριστικών σημαίνει ότι ποιότητες και συμπεριφορές όπως το χαμένο χέρι σε ένα δυστύχημα, η υιοθέτηση μιας στρέιτ, γκέι ή τρανς ταυτότητας, το να διαβάζει κανείς Ριζοσπάστη για να ανεβάζει το μαρξιστικό-λενινιστικό επίπεδο του, κοκ, θα μεταβιβάζονται στους απογόνους. Για να συμβεί αυτό πρέπει να υπάρχει μια άμεση αντιστοιχία ανάμεσα στα εξωτερικά ερεθίσματα και τις μετατροπές του οργανισμού. Αν, αντίθετα, η κληρονομικότητα έχει ένα υλικό θεμέλιο στο DNA, όπως δέχεται η επιστήμη, η μεταβίβαση των επίκτητων χαρακτηριστικών μετατρέπεται σε μαγεία, γιατί μια επίκτητη μεταβολή μπορεί να μην επιδρά καθόλου στο γενετικό υλικό ή να επιδρά κατά τυχαίο τρόπο.
Εδώ αποκαλύπτεται τελείως συγκεκριμένα η εσωτερική συγγένεια του σταλινισμού και του μαχισμού με τα θεολογικά πρότυπα σκέψης. Οι θεολογικές ψευδοεπιστημονικές θεωρίες όπως ο Ευφυής Σχεδιασμός δέχονται ακριβώς μια τέτοια εσωτερική σκοπιμότητα της εξέλιξης όπως αυτή που υπόκειται των τσαρλατάνικων κατασκευών του Λισένκο, αποδίδοντάς τη στη Θεία Πρόνοια. Στο σταλινισμό απλά τις εντολές του Θεού αντικαθιστούν οι ντιρεκτίβες του μεγάλου Στάλιν, που κόστισαν στο δοσμένο θέμα την καταστροφή της γενετικής στην ΕΣΣΔ και την εξόντωση του παγκόσμιας φήμης γενετιστή Νικολάι Βαβίλοφ. Με τους μαχιστές, τουλάχιστον, το διανοουμενίστικο εγώ με τη φιλοδοξία των θεών είναι κάπως πιο άκακο…
Στο Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός ο Λένιν δείχνει ότι οι μαχιστές, παριστάνοντας ότι επέκριναν τον κλασικό ιδεαλισμό, φλερτάριζαν με τις πιο αντιδραστικές σύγχρονες εκδοχές του ιδεαλισμού, όπως η βουλησιαρχία α λα Σοπενχάουερ. Παραθέτοντας κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τον Μαχ για την αναλογία ανάμεσα στα φυσικά φαινόμενα και τη βούληση σχολιάζει: «Δεν υπάρχει λοιπόν ανάγκη για τον υλισμό…, δεν υπάρχει ανάγκη για έναν ιδεαλισμό που θα αναγνώριζε τον κόσμο ως “την άλλη ύπαρξη” της ιδέας· αλλά είναι δυνατός ένας ιδεαλισμός που αναγνωρίζει τον κόσμο σαν βούληση. Είμαστε ανώτεροι όχι μόνο από τον υλισμό, αλλά και από τον ιδεαλισμό ενός Χέγκελ· αλλά δεν είμαστε αντίθετοι να ερωτοτροπούμε με έναν ιδεαλισμό όπως του Σοπενχάουερ» (Λένιν, Materialism and Empririo-criticism, Progress Publishers, Μόσχα 1977, σελ. 175).
Αυτή η σύγκλιση του μαχισμού με τον παρακμιακό-αντιδραστικό ανορθολογισμό γίνεται έκδηλη κυρίως στο παράρτημα στην έκδοση του Μηχανικού Μένι, «Η γιορτή της αθανασίας», όπου ο Μπογκντάνοφ, μέσω του χημικού Φρίντε, εκφέρει την κρίση του για την κοινωνία που έχει προκύψει χίλια χρόνια μετά τη «νίκη της εργασίας» (την οποία επεδίωκε όχι μόνο ο Νέτι αλλά –όχι αστεία!– και ο ίδιος ο Μπογκντάνοφ). Σε αυτή την κοινωνία, χάρη σε μια εφεύρεση του Φρίντε, ο άνθρωπος έχει κατακτήσει την αιώνια νεότητα και έχει μετατραπεί σε θεό, αλλά κατά τα άλλα πλήττει μέσα στην άνοια. Σε μια γιορτή οι συνάδελφοι του Φρίντε ψάλλουν τον ύμνο του που έχει στη σημαία της η νέα κοινωνία: «Ευλογημένη η ενιαία ψυχή του σύμπαντος, που βρίσκεται διασκορπισμένη στους κόκκους της άμμου και στα αστέρια. Ευλογημένη η παντογνωσία, γιατί είναι η πηγή της αιώνιας ζωής. Ευλογημένη η αθανασία που έκανε τους ανθρώπους να μοιάζουν με τους Θεούς!» (σελ. 169).
Και ο Φρίντε αντιτάσσει σε αυτή την παρωδία του μέλλοντος, μια νιτσεϊκή παρωδία της αιώνιας επανάληψης του ίδιου και της ματαιότητας των πάντων, απέναντι στην οποία η αυτοκτονία και ο θάνατος εμφανίζονται ως λύτρωση:
«Αυτός ο ύμνος είναι μια μέγιστη σύγχυση του μυαλού μου… Η αιώνια ζωή είναι ένα αβάσταχτο βάσανο… Όλα στον κόσμο επαναλαμβάνονται, αυτός είναι ο σκληρός νόμος της φύσης… Επαναλαμβάνονται οι σκέψεις, οι επιθυμίες, οι πράξεις, ακόμα και η ίδια η σκέψη ότι όλα επαναλαμβάνονται, έρχεται στο μυαλό για χιλιοστή φορά… Τι μεγάλη τραγωδία της ανθρώπινης ζωής να αποκτήσει τη δύναμη του Θεού και να μετατραπεί σε αυτόματο, που με την ακρίβεια ωρολογιακού μηχανισμού επαναλαμβάνει τον εαυτό του… Έτσι κι αλλιώς μόνο ο θάνατος μπορεί να βάλει τέλος στα βάσανα του πνεύματος» (σελ. 169-171).
Στο τέλος ο Φρίντε αποφασίζει να αυτοκτονήσει αλλά δυσκολεύεται να αποφασίσει τον τρόπο. Τελικά επιλέγει την αυτοπυρπόληση σαν τον πιο όμορφο θάνατο. Διαπιστώνει ότι «το πνεύμα απονεκρώθηκε» και πριν αυτοκτονήσει θυμάται τον Προμηθέα: «Ο θείος Προμηθέας βρήκε κάποτε τη φωτιά και οδήγησε τους ανθρώπους στην αθανασία. Αυτή η φωτιά ας δώσει στους αθάνατους ανθρώπους αυτό που τους προορίζεται από τη σοφή φύση: το θάνατο και την ανανέωση του πνεύματος μέσα στην αιώνια ύλη». Και οι φλόγες γύρω του του σφυρίζουν «Όλα επαναλαμβάνονται» (σελ. 172-173).
Προφανώς, αυτό το «Όλα επαναλαμβάνονται» δεν είναι Μαρξ αλλά Νίτσε. Και ο Μπογκντάνοφ καταλήγει μοιραία σε αυτό: αφού έχει εξοβελίσει από τη φιλοσοφία του την αιώνια ύλη, την οποία θυμάται μόνο την τελευταία στιγμή, του απομένει ένα νεκρό πνεύμα, ένα πνεύμα χωρίς αντικείμενο, που παρανοεί το μέλλον κατ’ εικόνα και ομοίωσή του.
Περιττό να πούμε, ακόμη και αυτά τα φληναφήματα του Μπογκντάνοφ ενθουσιάζουν τους νεοσταλινικούς δογματιστές, που τα συγκρίνουν με το μαρξιστικό όραμα για την εναρμόνιση του ανθρώπου με τη φύση. Σε αυτό το πνεύμα ο Θ. Διαμάντης, αφού εκτιμά τον Μηχανικό Μένι ως ένα «εξαιρετικό βιβλίο» και εκστασιάζεται με τις βαθιές διακρίσεις του Νέτι (και του Μπογκντάνοφ) για την αλήθεια και τη σύγχυση, φτάνει στο σημείο να γράψει:
«Ο Μπογκντάνοφ επιχειρεί μια ενδιαφέρουσα “ψηλάφηση” του κομμουνιστικού μέλλοντος της ανθρωπότητας, η οποία πια έχει κατοικήσει σε μεγάλο μέρος του γαλαξία. Προφανώς, η πάλη των τάξεων έχει ολοκληρωτικά εξαλειφθεί, όμως ποιοι μπορεί να είναι οι παράγοντες εξέλιξης αυτής της κοινωνίας; Βασισμένος στη θέση του Μαρξ για την επίλυση της αντίθεσης ανθρώπου και φύσης, ο Μπογκντάνοφ δίνει μια δική του προσέγγιση στο ζήτημα. Στην κομμουνιστική κοινωνία της ανθρωπότητας του γαλαξία, που το όριο της ανθρώπινης ζωής έχει διαρρηχθεί, ο Φρίντε, ένας πραγματικός uomo universale, φιλόσοφος, γλύπτης, ζωγράφος και λογοτέχνης αναρωτιέται εάν ο περιορισμένος αριθμός νευρώνων του ανθρώπινου εγκεφάλου δημιουργεί ένα πεπερασμένο πλήθος ιδεών και σκέψεων που ο άνθρωπος μπορεί να κάνει. Με άλλα λόγια, αν η ίδια η υλική αντικειμενικότητα του ανθρώπου περιορίζει την πνευματική του εξέλιξη. Μήπως η υλικότητα του ανθρώπου και η αιώνια ζωή του, τον καθιστούν σταδιακά όλο και πιο μόνο; Μήπως τώρα που ο άνθρωπος έγινε τελικά θεός, θα ζήσει την αέναη μοναξιά του κυρίαρχου όντος του σύμπαντος;» (Θ. Διαμάντης, «“Ο Μηχανικός Μένι” – Φιλοσοφία και επιστημονική φαντασία, σε ένα εξαιρετικό βιβλίο», katiousa.gr, 22.7.2019).
Να προσθέσουμε μόνο ότι ενώ στο Ριζοσπάστη αρθρογραφούν οι μετριότητες που έχουν βρει μια θέση στον κομματικό μηχανισμό, στην «Κατιούσα», ένα ημιεπίσημο σάιτ του ΚΚΕ, αρθρογραφούν οι μετριότητες που προσπαθούν να βρουν μια τέτοια θέση. Γι’ αυτό, και δεδομένου ότι στο χώρο η βλακεία αποτελεί προσόν, υπερακοντίζουν κατά κανόνα τις βλακείες του Ριζοσπάστη, με την ελπίδα αν αδειάσει καμιά θεσούλα να προτιμηθούν…
Οι μαρξιστές για τους Ρώσους μαχιστές και τον Μαχ
Η κλασική μαρξιστική κριτική της μαχιστικής φιλοσοφίας δόθηκε από τον Λένιν στο έργο του Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη, ενώ σημαντική ήταν η συμβολή και του Πλεχάνοφ. Εδώ θα σταθούμε συνοπτικά σε δυο άλλες κριτικές, εκείνες του Ιλιένκοφ και του Τρότσκι.
Ο Ιλιένκοφ κριτικάρισε το μαχισμό στο έργο του Η Διαλεκτική του Λένιν και η Μεταφυσική του Θετικισμού, στο οποίο δίνει έμφαση στο άλλο μυθιστόρημα του Μπογκντάνοφ, Ο Κόκκινος Πλανήτης, παραθέτοντας και σχολιάζοντας τις κύριες θέσεις του. Με αυτή την αφορμή, υπερασπίζει την εκτίμηση του μαχισμού από τον Λένιν ως μιας ιδεαλιστικής φιλοσοφίας, αναδεικνύοντας τις συνδέσεις του με το θετικισμό. Ο Ιλιένκοφ χαρακτηρίζει το μαχισμό γενικά και τις θέσεις του Μπογκντάνοφ ειδικότερα ως «φιλοσοφία της νεκρής αντίδρασης». Προβαίνει σε αυτό το χαρακτηρισμό έχοντας ακριβώς υπόψη την κεντρική θέση που έχει στο σύστημα του Μπογκντάνοφ η ισορροπία, ως φυσική κατάσταση κάθε όντος στην οποία καταπαύει η κίνηση και η αντιθετικότητα, καθώς και την «οικονομία της σκέψης», μαζί με τα «απλά σχήματα» που οικοδομούνται στη βάση της:
«Η έννοια της ισορροπίας που οι μαχιστές θέλουν να αντιπαραθέσουν στην αντίθεση, στην ύπαρξη των δύο αντίθετων δυνάμεων είναι μια κατάσταση όπου οι δύο αντίθετες δυνάμεις έχουν εξαντληθεί… Η ισορροπία αυτή, η στατική, η πλήρης, η αδιατάρακτη, η ισορροπία της ηρεμίας, η ισορροπία της ακινησίας… είναι το ιδανικό μοντέλο της μαχιστικής και μπογκντανοφικής αντίληψης για την ισορροπία. Αυτό είναι το πρώτο “κήτος”, ο πρώτος ογκόλιθος του ρωσικού μαχισμού. Ο δεύτερος ογκόλιθος, η δεύτερη λογική του θεμελίωση, είναι η οικονομία σαν η ανώτατη αρχή του σύμπαντος και της νόησης… Και αν η ισορροπία είναι η κύρια μαχιστική αντιέννοια της κατηγορίας της αντίθεσης, τότε η οικονομία [της σκέψης] αντιπαρατίθεται με τον πιο άμεσο τρόπο στη διαλεκτική αντίληψη για την αλήθεια. Η οικονομία, που έχει μετατραπεί σε αρχή επιστημονικής σκέψης, σε γνωσιολογική αρχή, αποκαλείται αρχή της “ελάχιστης σπατάλης δυνάμεων”, και καμιά φορά αρχή της “απλότητας”» (Ε. Ιλιένκοφ, ό.α., εκδ. ΣΕ, Αθήνα 1988, σελ. 66-67).
Ο Ιλιένκοφ παραθέτει μια τυπική διατύπωση του Μπογκντάνοφ πάνω στο θέμα της ισορροπίας: «Η πέρα για πέρα αρμονική, η απαλλαγμένη από εσωτερικές αντιθέσεις ανάπτυξη, αποτελεί για μας μόνο την οριακή έννοια, που εκφράζει τη γνωστή από την πείρα μας τάση για αποδέσμευση των προτσές ανάπτυξης από τις συνδεόμενες με αυτά αντιθέσεις». Και ίδιος εξηγεί παραπέρα γιατί ο «σοσιαλισμός» που μπορούσε να αναπτυχθεί στη βάση της ως άνω αρχής είναι ένας ψευδοσοσιαλισμός, εντελώς ξένος με τις ιδέες του Μαρξ. «Είναι αυτονόητο ότι η λογική αυτή είναι ακατάλληλη για να μελετηθεί η πραγματική πορεία ανάπτυξης (είτε στη φύση, είτε στην κοινωνία, ή έστω στη σφαίρα της ιδεολογίας), που πραγματοποιείται παντού και πάντα μέσα από αντιθέσεις, μέσα από τη γέννησή τους και τη συγκεκριμένη επίλυσή τους που ακολουθεί. “Απαλλαγμένη από εσωτερικές αντιθέσεις ανάπτυξη”: Ο Μπογκντάνοφ ούτε καν φαντάζεται ότι αυτό είναι ένας μη πραγματοποιήσιμος, γι’ αυτό αδιανόητος παραλογισμός, όπως “ένα κυκλικό τετράγωνο”. Παρ’ όλα αυτά αποτελεί ακριβώς το θεμέλιο των θεωρητικών του κατασκευών… Συνεπώς και το σοσιαλισμό τον αντιλαμβάνεται όχι σαν έναν ιστορικά ώριμο τρόπο επίλυσης των πραγματικών ταξικών αντιθέσεων, όχι σαν επαναστατικό τρόπο επίλυσης των υλικών, αντικειμενικών αντιθέσεων ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, αλλά σαν κάποιο μαθηματικά μη αντιφατικό σχήμα που επιβάλλεται από τα έξω (δηλαδή από μια ισχυρή βούληση) στο χάος των πραγματικών σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στους ανθρώπους. Είναι αυτονόητο ότι, από την άποψη αυτής της αντίληψης για το σοσιαλισμό και για τους δρόμους προς το σοσιαλισμό, ήταν εντελώς αδύνατο να ερμηνευτούν σωστά τα γεγονότα του 1917» (στο ίδιο, σελ. 84-86).
Η μεθοδολογική συγγένεια αυτής της θεώρησης με το θετικισμό συνίσταται στο γεγονός ότι στη βάση της μπορεί να διαπιστώνει κανείς μόνο τα «καθαρά γεγονότα», το ότι η τάδε «προσπάθεια», κοκ, πέτυχε ή απέτυχε, ενώ η συστηματοποίηση των γεγονότων επαφίεται σε κάποιες α πριόρι νοητικές αρχές, δηλαδή στην πραγματικότητα τις στατικές, απολογητικές αστικές έννοιες που για να στηρίξουν την αιωνιότητα του καπιταλισμού εμφανίζουν την ακινησία ως πιο θεμελιώδη από την κίνηση. Και ο Ιλιένκοφ δείχνει παραπέρα ότι αυτό που πρόσφεραν οι μαχιστές, μαζί με τους άλλους θετικιστές της εποχής, ως «σύγχρονη φιλοσοφία», μια «γενική θεωρία του είναι», κοκ, δεν ήταν κάτι άλλο παρά «μια εκ των υστέρων πραγματοποιούμενη, γενικευμένη άθροιση των όσων έχουν επιτύχει με κόπο οι άλλες επιστήμες, ένα σύνολο συναθροισμένων αποτελεσμάτων». Παραμέριζαν έτσι ως ξεπερασμένα τα ερωτήματα για την αντικειμενικότητα του υλικού κόσμου, τον υλισμό και τη διαλεκτική μέθοδο, προς όφελος ενός συγχυσμένου ιδεαλισμού. «Η “φιλοσοφία” στη μαχιστική και μπογκντανοφική της εκδοχή», καταλήγει ο Ιλιένκοφ, «προσανατολίζει τη σκέψη του ανθρώπου στη σύνθεση “ακραίων αφαιρέσεων”, στους “ουδέτερους” κόλπους των οποίων χάνονται όλες οι διαφορές, όλες οι αντιθέσεις και όλες οι αντιφάσεις. Αυτό είναι άμεση συνέπεια του ιδεαλισμού, των γνωσιολογικών του αξιωμάτων» (σελ. 107, 112).
Η νιρβάνα της αυτοπυρπόλησης και της επιστροφής στην αιώνια και αιώνια επαναλαμβανόμενη ύλη, στην οποία όπως είδαμε οδηγείται ο Φρίντε, αποτελεί την τελική κατάληξη αυτών των κατευθύνσεων.
Ο Ιλιένκοφ τονίζει εύστοχα την ασυμβατότητα των μαχιστικών απόψεων με τη σοσιαλιστική θεώρηση και τον αγώνα για το σοσιαλισμό. Αυτή την ασυμβατότητα την αναδεικνύει επίσης ένα θλιβερό περιστατικό που συνδέεται με τον Τρότσκι. Ο Τρότσκι τον Αύγουστο 1912, όταν εναντιωνόταν στη λενινιστική θεωρία του κόμματος, είχε σχηματίσει ένα μπλοκ, το λεγόμενο «Μπλοκ του Αυγούστου», που συνένωσε τις κύριες αντικομματικές ομάδες στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία. Σε αυτό το μπλοκ, πέρα από τους λικβιταριστές (την πιο οπορτουνιστική πτέρυγα των Μενσεβίκων), συμμετείχε και η ομάδα του Μπογκντάνοφ, οι οτζοβιστές (από το οτζοβάτ, ανακαλώ, στα ρωσικά) ή Βπεριοντικοί (από το όνομα της εφημερίδας τους). Ο ίδιος ο Τρότσκι αναγνώρισε αργότερο το λάθος του και αναφέρθηκε χωρίς μισόλογα σε αυτή την πιο μελανή ίσως στιγμή της επαναστατικής σταδιοδρομίας του:
«Στο νου μου έχω το λεγόμενο Μπλοκ του Αυγούστου του 1912. Εγώ συμμετείχα δραστήρια σε αυτό το μπλοκ. Με μια ορισμένη έννοια το δημιούργησα εγώ. Πολιτικά διαφωνούσα με τους Μενσεβίκους πάνω σ’ όλα τα θεμελιώδη ζητήματα. Διαφωνούσα επίσης με τους υπεραριστερούς μπολσεβίκους, τους Βπεριοντικούς. Αλλά ήμουνα ενάντια στο λενινιστικό καθεστώς… και έτσι σχημάτισα το επεισοδιακό αυτό μπλοκ που το αποτελούσαν διάφορα ετερογενή στοιχεία και που κατευθυνόταν ενάντια στην προλεταριακή πτέρυγα του κόμματος… Εγώ έγραψα τα περισσότερα ντοκουμέντα… Το μπλοκ του Αυγούστου υποβλήθηκε σε ανελέητη κριτική από τον Λένιν και τα πιο σκληρά χτυπήματα ήταν εναντίον μου. Ο Λένιν απόδειξε ότι εφόσον δεν συμφωνούσα πολιτικά ούτε με τους μενσεβίκους ούτε με τους Βπεριοντικούς η πολιτική μου ήταν τυχοδιωκτική. Αυτό ήταν βαρύ αλλά ήταν αληθινό» (Λ. Τρότσκι, Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού, εκδ. Αλλαγή, Αθήνα 1980, σελ. 201-202).
Ο Τρότσκι ασφαλώς δεν θα μπορούσε να έχει την παραμικρή συμβολή στην Οκτωβριανή Επανάσταση αν έμενε δέσμιος στο συνασπισμό με τους μαχιστές, που σύναψε στο Μπλοκ του Αυγούστου. Όπως φυσικά δεν μπορεί να έχουν την παραμικρή συμβολή όσοι βγάζουν σήμερα βιβλία όπως Ο Μηχανικός Μένι, εμφανίζοντάς τα ότι εκφράζουν τις απόψεις του Μαρξ και τον ιστορικό υλισμό. Η «συμβολή» τους είναι καθαρά αρνητική, να αποσυνθέτουν και να δυσφημούν το σοσιαλισμό.
Οι φυσικοί επιστήμονες για τους Ρώσους μαχιστές και τον Μαχ
Μήπως όμως οι μαρξιστές, και ο γράφων ανάμεσά τους, είναι προκατειλημμένοι απέναντι στους μαχιστές και ιδιαίτερα στον Μπογκντάνοφ; Μήπως δίνουν μονόπλευρά έμφαση σε κάποια υπαρκτά λάθη τους, τα μεγεθύνουν και αγνοούν άλλες πλευρές της σκέψης τους που ήταν δημιουργικές;
Αντί άλλης απάντησης θα σταθούμε σε ένα-δυο αξιολογήσεις επιφανών φυσικών για τις φιλοσοφικές θέσεις των μαχιστών και τη διαμάχη τους με τον Λένιν. Βέβαια, ενώ είναι από τη φύση τους διαλεκτικοί, οι περισσότεροι σύγχρονοι μεγάλοι φυσικοί δεν γνωρίζουν τη μαρξιστική φιλοσοφία γενικά και το έργο του Λένιν ειδικότερα, καθώς το αστικό περιβάλλον τους τους κρατά μακριά από το μαρξισμό. Στις λίγες όμως εξαιρέσεις από τον κανόνα διαπιστώνουν αδιάλειπτα τη στειρότητα της μαχιστικής φιλοσοφίας και τη φιλοσοφική και επιστημονική ορθότητα της κριτικής του Λένιν. Διαφωτιστικές και εξαιρετικά σημαντικές από αυτή την άποψη είναι οι κρίσεις του διαπρεπούς φυσικού Μίτσιο Κάκου, ενός από τους πρωτεργάτες της θεωρίας των χορδών και εξαίρετου εκλαϊκευτή της φυσικής επιστήμης:
«Αφού ο Τσάρος σύντριψε κτηνώδικα την επανάσταση του 1905, μια φράξια αποκαλούμενη οτζοβιστές ή “Θεοκτίστες” αναπτύχθηκε στο κόμμα των Μπολσεβίκων. Επιχειρηματολογούσαν ότι οι αγρότες δεν ήταν έτοιμοι για το σοσιαλισμό· για να τους ετοιμάσουν οι Μπολσεβίκοι θα έπρεπε να απευθύνονται σε αυτούς μέσα από τη θρησκεία και τον πνευματισμό. Για να στηρίξουν τις αιρετικές απόψεις τους, οι Θεοκτίστες παρέθεταν από το έργο του Γερμανού φυσικού και φιλοσόφου Ερνστ Μαχ, που είχε γράψει εύγλωττα για την τέταρτη διάσταση και την πρόσφατη ανακάλυψη μιας νέας, υπερκόσμιας ιδιότητας της ύλης που αποκαλούνταν ραδιενέργεια…
Αναμφισβήτητα, τα νέα πειράματα για την ακτινοβολία έδειχναν ότι τα θεμέλια της νευτώνειας μηχανικής κατέρρεαν. Η ύλη, που νομιζόταν από τους Έλληνες να είναι αιώνια και αμετάβλητη, τώρα αποσυνθέτονταν μπροστά στα μάτια μας. Το ουράνιο και το ράδιο, αναστατώνοντας την αποδεκτή πίστη, μετασχηματίζονταν στο εργαστήριο. Για μερικούς ο Μαχ ήταν ο προφήτης που θα τους οδηγούσε έξω από την έρημο. Ωστόσο, έδειχνε προς τη λάθος κατεύθυνση, απορρίπτοντας τον υλισμό και διακηρύσσοντας ότι ο χώρος και ο χρόνος ήταν προϊόντα των αισθήσεών μας. Μάταια έγραφε, “Ελπίζω ότι κανείς δεν θα υπερασπίσει ιστορίες φαντασμάτων με τη βοήθεια όσων έχω πει και γράψει σε αυτό το θέμα”.
Μια διάσπαση αναπτύχθηκε στους Μπολσεβίκους. Ο ηγέτης τους, ο Βλαδίμηρος Λένιν, ήταν τρομοκρατημένος. Είναι τα φαντάσματα και οι δαίμονες συμβατά με το σοσιαλισμό; Στην εξορία στη Γενεύη το 1908, έγραψε ένα τεράστιο φιλοσοφικό τόμο, Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, υπερασπίζοντας το διαλεκτικό υλισμό από την επίθεση του μυστικισμού και της μεταφυσικής. Για τον Λένιν, η μυστηριώδης εξαφάνιση της ύλης και της ενέργειας δεν απέδειχνε την ύπαρξη των πνευμάτων. Επιχειρηματολόγησε ότι αυτό σήμαινε αντίθετα ότι μια νέα διαλεκτική αναδυόταν, που θα αγκάλιαζε το ίδιο την ύλη και την ενέργεια. Δεν μπορούσε πια να θεωρούνται ως χωριστές οντότητες, όπως είχε κάνει ο Νεύτων. Πρέπει τώρα να θεωρούνται ως δυο πόλοι μια διαλεκτικής ενότητας. Μια νέα αρχή διατήρησης χρειαζόταν (χωρίς να το ξέρει ο Λένιν, ο Αϊνστάιν είχε προτείνει τη σωστή αρχή τρία χρόνια νωρίτερα, το 1905). Παραπέρα, ο Λένιν αμφισβητούσε τον εύκολο εναγκαλισμό της τέταρτης διάστασης από τον Μαχ. Πρώτα, ο Λένιν επαινούσε τον Μαχ ο οποίος “έχει εγείρει το πολύ σημαντικό και χρήσιμο ερώτημα ενός χώρου ν διαστάσεων ως ενός νοητού χώρου”. Και κατόπιν επέκρινε τον Μαχ γιατί απέτυχε να υπογραμμίσει ότι μόνο οι τρεις διαστάσεις του χώρου μπορούσε να επιβεβαιωθούν πειραματικά. Τα μαθηματικά μπορεί να εξερευνούν την τέταρτη διάσταση και τον κόσμο αυτού που είναι πιθανό, και αυτό είναι καλό, έγραφε ο Λένιν, αλλά ο Τσάρος μπορεί να ανατραπεί μόνο στην τρίτη διάσταση!
Πολεμώντας στο πεδίο μάχης της τέταρτης διάστασης και της νέας θεωρίας της ακτινοβολίας, ο Λένιν χρειάστηκε χρόνια για να εξαλείψει τον οτζοβισμό από το κόμμα των Μπολσεβίκων. Παρ’ όλα αυτά, κέρδισε τη μάχη λίγο πριν από το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917» (Μ. Κάκου, Hyperspace. A Scientific Odyssey Through the 10th Dimension, Oxford University Press, Νέα Υόρκη 1994, σελ. 67-68).
Ο Κάκου δίνει εδώ κυρίως έμφαση στις επιστημονικές όψεις της διαμάχης. Πέρα όμως από την πολύτιμη αναγνώριση της ταύτισης της ερμηνείας της επανάστασης στις φυσικές επιστήμες από τον Λένιν με τις υποθέσεις της σχετικότητας που επεξεργαζόταν τότε ο Αϊνστάιν, εκθέτει έξοχα το σκοταδισμό των μαχιστών και την ασυμβατότητα της φιλοσοφίας τους με τις θέσεις της επιστήμης. Όπως και ο Λένιν, ο Κάκου τρομάζει από την εξάπλωση του μυστικισμού και τη σύνδεση των προοδευτικών σκοπών με τον πνευματισμό, ιδιαίτερα σε επικίνδυνες εποχές αντίδρασης όπως η τωρινή. Οι μόνοι που δεν τρομάζουν, ούτε όταν εκδίδουν τις ιδεαλιστικές ασυναρτησίες ενός Μπογκντάνοφ α λα Μηχανικός Μένι, ούτε όταν άγονται και φέρονται από σκοταδίστριες όπως η Κανέλλη, είναι οι νεοσταλινικοί δογματιστές του ΚΚΕ…
Ο Στίβεν Γουάινμπεργκ επίσης –ένας μαχόμενος υλιστής και αθεϊστής όπως η πλειονότητα των μεγάλων φυσικών στην εποχή μας– εκθέτει τη στειρότητα του θετικισμού εντοπίζοντας την αφετηρία του στις φιλοσοφικές απόψεις του Μαχ. Βέβαια, σε αντίθεση με τον Κάκου, ο Γουάινμπεργκ δεν έχει διαβάσει το Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός και εκφέρει μια από δεύτερο χέρι αρνητική κρίση γι’ αυτό. Αυτό προσδίδει ακόμη μεγαλύτερο βάρος στις κρίσεις του για τον Μαχ, που απηχούν εκείνες του Λένιν. Αφού αναφέρει ότι ο θετικισμός έδωσε αρχικά μια ώθηση στον Αϊνστάιν και τον Χάιζενμπεργκ με την έμφασή του στην παρατήρηση, συνεχίζει:
«Η μορφή που συνδέεται συχνότερα με την εισαγωγή του θετικισμού στη φυσική είναι ο Ερνστ Μαχ, φυσικός και φιλόσοφος που δίδαξε στη Βιέννη… Ο θετικισμός βρισκόταν στην καρδιά της αντίδρασης που συνάντησε η ατομική θεωρία στις αρχές του 20ού αιώνα. Κατά τον 19ο αιώνα συντελέστηκε μια θαυμάσια ανάπτυξη της παλιάς ιδέας του Δημόκριτου και του Λεύκιππου, ότι δηλαδή η ύλη αποτελείται από άτομα… Εντούτοις, οι θετικιστές διάδοχοι του Μαχ θεωρούσαν αυτή την αντίληψη ως μια απόκλιση από την προσήκουσα διαδικασία της επιστήμης, αφού τα άτομα δεν είναι παρατηρήσιμα, με οποιαδήποτε τεχνική θα μπορούσε να φανταστεί κανείς εκείνη την εποχή. Οι θετικιστές πρέσβευαν ότι οι επιστήμονες θα έπρεπε απλά να αναφέρουν τα αποτελέσματα των παρατηρήσεών τους, όπως, λόγου χάρη, ότι χρειάζονται δύο όγκοι υδρογόνου και ένα όγκος οξυγόνου για το σχηματισμό νερού· δεν έπρεπε, όμως, να ασχολούνται με υποθέσεις μεταφυσικού χαρακτήρα, θεωρώντας πως αυτό οφείλεται στο ότι το μόριο του νερού αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου, επειδή αδυνατούσαν να παρατηρήσουν αυτά τα άτομα ή τα μόρια. Ο ίδιος ο Μαχ ποτέ δεν συμφιλιώθηκε με την ύπαρξη των ατόμων» (Στ. Γουάινμπεργκ, Όνειρα για μια Τελική Θεωρία, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1995, σελ. 190-192).
Ο Γουάινμπεργκ παραθέτει και μια ενδιαφέρουσα συζήτηση ανάμεσα στον Αϊνστάιν και τον Χάιζενμπεργκ, την οποία διέσωσε ο τελευταίος, όπου οι δυο φυσικοί αναγνώρισαν και ξεπέρασαν αργότερα αυτή τη θεμελιώδη αυθαιρεσία του θετικισμού. Ο Αϊνστάιν είχε πει στον Χάιζενμπεργκ σχετικά με την παρατηρησιμότητα: «Ίσως χρησιμοποίησα αυτή τη φιλοσοφία στο παρελθόν και την έγραψα μάλιστα, όμως είναι ανοησία παρ’ όλα αυτά» (σελ. 196). Ο ίδιος ο Αϊνστάιν χαρακτήρισε το 1922 τον Μαχ «έναν καλό μηχανικό αλλά αξιοθρήνητο φιλόσοφο» (σελ. 196), επαναλαμβάνοντας εν αγνοία του κατά γράμμα το χαρακτηρισμό του Μαχ από τον Λένιν.
Αυτές οι κρίσεις των μεγάλων φυσικών απαντούν έμμεσα και στο ερώτημα αν ο Μπογκντάνοφ είχε κάποιες ουσιώδεις συνεισφορές, όπως του αποδίδεται π.χ. αναφορικά με τη «θεωρία συστημάτων» της οποίας θεωρείται εισηγητής ή πρόδρομος. Ο Μπογκντάνοφ έθεσε πράγματι το ζήτημα των δομικών αναλογιών ανάμεσα σε διαφορετικά επίπεδα της πραγματικότητας, συστήματα, πεδία, κοκ. Επειδή όμως προέκρινε την ενότητα έναντι της αντίθεσης και μάλιστα ως την ουσιαστική εξάλειψη της τελευταίας, το έθεσε σε τελείως λαθεμένη βάση, από την οποία δεν μπορεί παρά να εξαχθούν παρά μόνο ταυτολογίες, όπως ότι όλα τα συστήματα μοιάζουν μεταξύ τους κατά το ότι παρουσιάζουν ισορροπίες και ανισορροπίες, κοκ. Η κβαντική φυσική, αντίθετα, η οποία όπως και η υλιστική διαλεκτική θέτει στο επίκεντρο την αντίφαση (ο κυματοσωματιδιακός δυϊσμός) και την ασυνέχεια (τα κβαντικά άλματα) διερευνά επιστημονικά τις μεταβάσεις από τη συνέχεια στην ασυνέχεια, το πέρασμα από την κβαντική απροσδιοριστία στην προσδιοριστικότητα του μακρόκοσμου (η λεγόμενη αποσυνοχή) κλπ. Όπως το ίδιο ισχύει και για μαθηματικές θεωρίες που θέτουν στο επίκεντρο την ασυνέχεια, όπως η θεωρία καταστροφών και η θεωρία διχασμού.
Βέβαια, απέναντι στα «απλά σχήματα» και την «οικονομία σκέψης» της «οργανωτικής επιστήμης» του Μπογκντάνοφ, αυτές οι αυθεντικά επιστημονικές θεωρίες έχουν ένα μειονέκτημα. Παρουσιάζουν μια πολύ μεγαλύτερη συνθετότητα, απαιτώντας πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια στην κατανόησή τους (με την έννοια της σοβαρής μελέτης της επιστήμης και ότι τη μαχιστική έννοια του «ρεύματος των προσπαθειών»). Οι διαμαρτυρίες του Μπογκντάνοφ εναντίον της «αστικά διαστρεβλωμένης –και γι’ αυτό δυσπρόσιτης για το λαό– επιστήμης» απηχούν το πνεύμα των ερασιτεχνών και των τσαρλατάνων, που θέλουν να κατακτήσουν τη γνώση χωρίς αντίστοιχη προσπάθεια και διανοητική ικανότητα. Κοντολογίς, σε αντίθεση με τον Μαχ, ο Μπογκντάνοφ και οι οπαδοί του δεν ήταν μόνο κακοί φιλόσοφοι αλλά και κακοί επιστήμονες.
ΙΙΙ. Καταληκτικά: Οι μπούφοι του Περισσού και ο μαρξισμός
Στην αρχή του άρθρου μας παραθέσαμε τις κρίσεις του Λένιν, που χαρακτήριζε ανόητους τους συντάκτες της Πράβντα, επειδή δεν είχαν αντιληφθεί τον ιδεαλισμό του Μηχανικού Μένι. Αν αυτό ίσχυε πράγματι, μπορεί να τους αναγνωριστεί τουλάχιστον το ελαφρυντικό ότι λάθεψαν στιγμιαία, λίγο καιρό μετά την κυκλοφορία του έργου. Με τους νεοσταλινικούς δογματιστές, τους συντάκτες του Ριζοσπάστη και το εκδοτικό του ΚΚΕ, που κάνουν το ίδιο λάθος 110 χρόνια μετά, αυτό το ελαφρυντικό δεν ισχύει. Η ποσότητα εδώ έχει μετατραπεί σε ποιότητα: δεν είναι πλέον ανόητοι αλλά μπούφοι – ανόητοι όχι στιγμιαία αλλά κατ’ εξακολούθηση.
Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί, η έκδοση του Μηχανικού Μένι από το εκδοτικό του ΚΚΕ δεν είναι τυχαία. Ή, ακριβέστερα, αν έχει κάτι τυχαίο, έχει ταυτόχρονα και ένα στοιχείο αναγκαιότητας: αποτελεί την άλλη όψη της πλήρους περιφρόνησης και απάρνησης από μέρους τους όλης της εξέλιξης του μαρξισμού μετά το θάνατο του Λένιν, αλλά και πιο πριν, στο πεδίο της φιλοσοφίας. Σε αυτές τις καταληκτικές παρατηρήσεις θα αναδείξουμε κυρίως το τελευταίο σημείο.
Ο Λένιν, ως γνωστόν, όχι μόνο εκτιμούσε υψηλά τις κριτικές του Πλεχάνοφ στους μαχιστές, αλλά τόνιζε την ανάγκη να μελετούν εξαντλητικά οι κομμουνιστές τα φιλοσοφικά έργα του. «Δεν μπορεί να γίνει κανείς», έλεγε, «συνειδητός, πραγματικός κομμουνιστής, χωρίς να μελετάει –κυριολεκτικά να μελετάει– όλα όσα έχει γράψει ο Πλεχάνοφ σχετικά με τη φιλοσοφία, γιατί αυτό είναι το καλύτερο που υπάρχει σε όλη την παγκόσμια φιλολογία του μαρξισμού» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 42, σελ. 290 – ο Ένγκελς επίσης είχε επαινέσει θερμά τα πρώτα φιλοσοφικά δοκίμια του Πλεχάνοφ για τον Χέγκελ).
Στο ΚΚΕ αντίθετα μετά το 1974 δεν εξέδωσαν ούτε ένα έργο του Πλεχάνοφ. Απεναντίας, στα ελάχιστα άρθρα που τον αναφέρουν, τον λοιδορούν για τα πολιτικά του λάθη και μαθαίνουν τον κομμουνισμό… από τον Μηχανικό Μένι του Μπογκντάνοφ.
Ο Λένιν, στο Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, εξαίρει επίσης τις πολεμικές του Λαφάργκ στους ιδεαλιστές και την ευρύτερη συμβολή του μαρξιστική φιλοσοφία, περιλαμβάνοντάς τον στις μαρξιστικές αυθεντίες του πεδίου.
Στο ΚΚΕ μετά το 1974 δεν εξέδωσαν ούτε ένα έργο του Λαφάργκ, ούτε θα βρει κανείς κάποιο άρθρο στα κομματικά έντυπα που να αναφέρεται στη συμβολή του.
Ο Λένιν στη Διαθήκη του, ασκώντας κριτική στις αδυναμίες του Μπουχάριν, τον χαρακτηρίζει, ωστόσο, «έναν από τους μεγαλύτερους και πολυτιμότερους θεωρητικούς του κόμματος» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 45, σελ. 345).
Στο ΚΚΕ δεν εξέδωσαν μετά το 1974 ούτε ένα έργο του Μπουχάριν, ενώ μετά το 1991, με την επικράτηση του νεοσταλινισμού, τον λοιδορούν συστηματικά ως οπορτουνιστή, δικαιώνοντας την εξόντωσή του από τον Στάλιν. Σε ένα λεύκωμα 290 σελίδων για την Οκτωβριανή Επανάσταση που εξέδωσαν το 2017, στα 100 χρόνια του Οκτώβρη, 1917. Η Πορεία προς την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο Μπουχάριν δεν αναφέρεται καν.
Ο Λένιν στη συζήτηση για τα συνδικάτα το 1920, επικρίνοντας τα τότε λάθη του Τρότσκι (όπως και του Μπουχάριν) σημείωνε ότι «με τη δουλειά του σαν ρήτορας και λόγιος… θα πρόσφερε αναμφισβήτητα (και αναμφισβήτητα θα προσφέρει) όχι μικρό όφελος στη δουλειά» (Άπαντα, τόμ. 42, σελ. 293).
Στο ΚΚΕ μετά το 1974 όχι μόνο δεν εξέδωσαν κανένα έργο του Τρότσκι, αλλά τον εμφανίζουν ως το μεγαλύτερο εχθρό του λενινισμού. Το ότι ο Τρότσκι αναγνώρισε έντιμα τη λάθος στάση του απέναντι στους μαχιστές το 1912, ενώ οι ίδιοι αποβλακώνουν τους άλλους και τον εαυτό τους με τον Μηχανικό Μένι δεν τους πτοεί φυσικά στο ελάχιστο.
Ο Λένιν το 1922, επικρίνοντας τα λάθη της Ρόζας Λούξεμπουργκ, τόνιζε την ανάγκη να εκδοθεί «η βιογραφία της και η πλήρης συλλογή των έργων της» γιατί «θα είναι ένα διδακτικότατο μάθημα που θα διαπαιδαγωγεί πολλές γενιές κομμουνιστών σε όλο τον κόσμο» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 44, σελ. 422).
Στο ΚΚΕ εξέδωσαν το 1991 το Κοινωνική Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση και από κει και πέρα, μετά την επικράτηση του νεοσταλινισμού, τίποτα.
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, περιφρονούν πλήρως τον Γκράμσι (για τον οποίο ο Λένιν είχε εκτιμήσει στα συνέδρια της Κομιντέρν ότι εξέφραζε το μπολσεβίκικο ρεύμα στην Ιταλία) και τον Λούκατς (τον κορυφαίο μαρξιστή φιλόσοφο μετά το θάνατο του Λένιν, που ερεύνησε συνολικά το ιδεολογικό εποικοδόμημα του καπιταλισμού). Για τον Γκράμσι δεν έγινε ούτε μια έκδοση έργου του μετά το 1974, ούτε θα βρούμε κάποιο άρθρο στα κομματικά έντυπα που να εξηγεί αν είχε και ποια συμβολή, πέρα από 1-2 κειμενάκια των 10 σειρών. Από τον Λούκατς δημοσίευσαν το 1990 την μπροσούρα του για τον Λένιν. Έκτοτε, στα 35 χρόνια που πέρασαν, δεν τον αναφέρουν καν, παρεκτός για να τον καταδικάσουν σαν οπορτουνιστή, σε δυο συκοφαντικά σχόλια 10 γραμμών της υπεύθυνης του Ιδεολογικού Τμήματος της ΚΚΕ του ΚΚΕ Ε. Μηλιαρονικολάκη στο Ριζοσπάστη.
Φυσικά το ίδιο ισχύει και για άλλους σημαίνοντες μαρξιστές, του Μεσοπολέμου στην ΕΣΣΔ, όπως οι Πασουκάνις, Χέσεν, Ρούμπιν, Ντεμπόριν, Βιγκότσκι, κ.ά., πολλοί από τους οποίους έπεσαν θύματα του Στάλιν, καθώς και τους μαθητές και διαδόχους τους, που συνέχισαν το έργο τους μεταπολεμικά: Όιζερμαν και Μπογκομόλοφ στην ιστορία της φιλοσοφίας, Ομελιανόφσκι στα θέματα των φυσικών επιστημών, Λεκτόρσκι στη θεωρία της γνώσης, Βιτάλι Βιγκότσκι στην πολιτική οικονομία, Σεπτούλιν και Ιλιένκοφ στη διαλεκτική – το βιβλίο του Ιλιένκοφ για τους μαχιστές εκδόθηκε επίσης πριν το 1990, κοκ. Και το ίδιο ισχύει επίσης για τους αξιόλογους μαρξιστές στη Δύση όπως οι Κόντγουελ, Ράφαελ, Ερνστ Φίσερ, Χάβεμαν, Νόβακ, Μαντέλ, κ.ά., τους οποίους είτε αγνοούν πλήρως είτε λοιδορούν.
Περιττό να το πούμε, με τον τρόπο αυτό οι νεοσταλινικοί δογματιστές περιφρονούν τους ίδιους τους κλασικούς του μαρξισμού, τον Μαρξ, τον Ένγκελς και τον Λένιν, που μπορεί να τους ανεμίζουν σαν σημαία, αλλά στην πράξη αρνούνται και δυσφημούν τις διδασκαλίες τους. Και από την άλλη μεριά, ενώ τα κάνουν όλα αυτά, εκστασιάζονται με τα μαζικά εγκλήματα και τη θεωρητική γύμνια του Στάλιν και με σκοταδίστριες όπως η Λιάνα Κανέλλη. Η προσφυγή τους στο μαχισμό, με την έκδοση του Μηχανικού Μένι, δεν αποτελεί κάτι άλλο από μια προσπάθεια να καλύψουν τη γύμνια τους, που η ίδιοι έχουν δημιουργήσει παραμερίζοντας το μαρξισμό, βάζοντας από πάνω της έναν κορσέ ψευδοκουλτούρας. Αλλά μπορεί να περιμένει κανείς κάτι άλλο από δογματιστές που έχουν διαπλαστεί επί δεκαετίες από φανατικούς όπως ο Θ. Παπαρήγας και ο Μ. Μαΐλης; Ο λαός δεν λέει άδικα ότι με οποίο δάσκαλο καθίσεις τέτοια γράμματα θα μάθεις.
Επιμείναμε στα παραπάνω σημεία, γιατί απαντούν σε μια επιπόλαιη ένσταση που μπορεί να προβληθεί, ότι ακόμη και αν Ο Μηχανικός Μένι είναι μια ανοησία, με τη δημοσίευσή του το εκδοτικό το ΚΚΕ κάνει ένα μικρό βήμα εμπρός από το να δημοσιεύουν μόνο τα Άπαντα του Στάλιν. Πραγματικό βήμα εμπρός θα ήταν αν δημοσίευαν κανένα έργο του Πλεχάνοφ ή του Λαφάργκ. Τον Μηχανικό Μένι τον δημοσίευσαν ακριβώς γιατί είναι μπαρούφα, και μάλιστα εκείνο το είδος της μπαρούφας που συμβαδίζει με τις σταλινικές λογικές και τις προάγει. Γι’ αυτό η δημοσίευσή του συνιστά οπισθοδρόμηση, μια εγγύηση ότι δεν θα γίνει κανένα πραγματικό βήμα εμπρός. Είναι δε αποκαλυπτικό εδώ το γεγονός ότι, ενώ δεν βρίσκουν τίποτα καλό σε έναν Πλεχάνοφ, Λούκατς ή Γκράμσι, ούτε φυσικά σε «εχθρούς του κομμουνισμού» όπως ο Τρότσκι και ο Μπουχάριν, οι νεοσταλινικοί δογματιστές του ΚΚΕ, πέρα από τον Μπογκντάνοφ, εκστασιάζονται ακόμη και με τον τσαρλατάνο Λισένκο. Για τον τελευταίο εκτιμούν –στη μοναδική τοποθέτησή τους για το θέμα σε άρθρο στην ΚΟΜΕΠ, το θεωρητικό όργανο του ΚΚΕ– ότι υπήρξε ένας «συνεπής μπολσεβίκος», εξαίροντας τη συμβολή του στον κομμουνισμό και ιδίως τις θεωρίες του για τη σταδιακή ανάπτυξη των φυτών και την κληρονομικότητα, ως ευρισκόμενες «πολύ πιο μπροστά σε σχέση με τα επικρατούντα επιστημονικά πρότυπα της εποχής του»:
«Ο Τρόφιμ Ντενίσοβιτς Λυσένκο (1898-1965)», διαβάζουμε [σε πολλά «αστικά σάιτ» στο Διαδίκτυο αναφέρεται ότι ο Λισένκο πέθανε το 1976, αλλά προφανώς πρόκειται για ψεύδη των ιμπεριαλιστών και στην ΚΟΜΕΠ ξέρουν καλύτερα πώς έχει το θέμα, Χ.Κ.], «υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς βιολόγους-αγρονόμους ερευνητές της εποχής, με σημαντικές ανακαλύψεις στη φυσιολογία των καλλιεργούμενων φυτών και τη δημιουργία νέων ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτών προσαρμοσμένων στις δύσκολες εδαφοκλιματικές συνθήκες τις ΕΣΣΔ. Ήρωας της σοσιαλιστικής εργασίας (1945) και βουλευτής του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ σε πέντε συνόδους. Ανακάλυψε και διατύπωσε τη θεωρία για την “ανάπτυξη των φυτών κατά στάδια ή φάσεις”, μία από τις οποίες είναι το στάδιο της “εαρινοποίησης”. Το πιο σημαντικό όμως ήταν ότι υπήρξε ένας συνεπής μπολσεβίκος και αφοσιωμένος επιστήμονας στην υπόθεση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην πατρίδα του… Διεθνώς όμως έγινε περισσότερο γνωστός για τις απόψεις σχετικά με τη θεωρία της κληρονομικότητας και την καθοδήγηση της ανειρήνευτης πάλης των μπολσεβίκων ενάντια στις επιρροές της αστικής ιδεολογίας στις επιστημονικές θεωρίες και ιδιαίτερα στη γενετική ως επιστήμη. Γι’ αυτό και υπήρξε αντικείμενο σφοδρών επιθέσεων στην προπαγάνδα του αστικού κόσμου αλλά και μέσα στην ΕΣΣΔ, ιδιαίτερα από μενσεβίκους και εσέρους, για μια μεγάλη περίοδο. Θεωρούμε ότι οι απόψεις του ήταν πολύ πιο μπροστά σε σχέση με τα επικρατούντα επιστημονικά πρότυπα της εποχής του» (Κ. Αγγελόπουλος, «Η ιδεολογική αντιπαράθεση για τη βιολογική καλλιέργεια στην ΕΣΣΔ», ΚΟΜΕΠ, τεύχος 1, 2003).
Αν αυτά αποδεικνύουν κάτι είναι ότι όχι μόνο η ανάπτυξη των φυτών στην ΕΣΣΔ, αλλά και η ανάπτυξη των πτηνών, συγκεκριμένα των μπούφων, στον Περισσό προχωρά κατά στάδια, έχοντας φτάσει πλέον στο τελικό της στάδιο, της πλήρους αφασίας και αποχαύνωσης. Σε αυτό το τελικό στάδιο, πέρα από τον εαυτό τους, οι μπούφοι περνούν τα πάντα σαν κομμουνισμό – τα πάντα, εκτός από τον ίδιο τον κομμουνισμό…
*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.
