- Της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου
Ο κόσμος αλλάζει. Μόνο οι πολιτικοί , που εμφορούνται από την οίηση. είναι στάσιμοι, τουλάχιστον εδώ.
Δεν αλλάζει και η πολιτική ποίηση . Είναι βαθιά ριζωμένη από παλιά με σπουδαίους ποιητές να κατακρίνουν δριμύτατα την αδιαφορία, την υποκρισία και την απόσταση των πολιτικών από τα προβλήματα του λαού. Κι ο λαός, τι κάνει; Διεκδικεί τα δικαιώματά του και την επιβίωσή του; Σύμφωνα με το γνωστό ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, «σωπαίνει, ακούει, κι όσα του λες τα δένει κομπολόγια». Αυτή τη θεματική αποτυπώνουν μερικά αποσπάσματα από τα πιο εμβληματικά ποιήματα., που εκμαιεύσαμε από τα γραπτά τους.
Ο Κωστής Παλαμάς εξέφρασε έντονη και δριμεία κριτική εναντίον του πολιτικού κατεστημένου, των πολιτικάντηδων και της πνευματικής ηγεσίας της εποχής του. Μέσα από το έργο του κατηγορεί τους πολιτικούς ,ότι εκμεταλλεύονται την «αστόχαστη πλέμπα» για να κρατούνται στην εξουσία.
Στο περίφημο ποίημά του «Πολεμάς να στυλώσης, κυβερνήτη…», απευθύνεται στον εκάστοτε ηγέτη και του τονίζει ότι προσπαθεί μάταια να σώσει το «σαλεμένο σπίτι» (Σ.Σ:το κράτος) με στρατό και καράβια, αν δεν επενδύσει πρώτα στην παιδεία και στο «αλφαβητάρι»
Πολεμάς να στυλώσεις, κυβερνήτη, με τα καράβια και με τα φουσάτα της Πολιτείας το σαλεμένο σπίτι.
Του κάκου ιδρώνεις, έμπα σ’ άλλη στράτα, το νου μας πρώτα στύλωσε και χτίσε, και πρώτ’ απ’ όλα αλφαβητάρι κράτα.
Δάσκαλος γίνε, αλήθεια αν ήρωας είσαι. Σε μια Βαβέλ δεμένους μάς κρατάνε κακά στοιχειά· το μάγεμά τους λύσε
και στα χείλια οι καρδιές μας πάλε ας πάνε. Σύμμετρα υψώσου, πύργε της ζωής. Τρανοί κι αν είναι οι τάφοι, τάφοι θα ’ναι.
Στον ήλιο τόπο θέλουμε κι εμείς.
Συγκλονιστικό και το ποίημα «Γύριζε» του Παλαμά, που γράφτηκε το 1908 για την κατάντια της χώρας και στο οποίο δεν δίστασε να κατακεραυνώσει τη διαφθορά, την υποκρισία και την ανικανότητα των πολιτικών που οδηγούσαν τη χώρα στην παρακμή.
Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι
στη λάσπη. Στάβλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.
Από θαμπούς δερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους,
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους Αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.
Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.
Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι
και Μαμωνάδες βάρβαροι και χαύνοι λεβαντίνοι
λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
και οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!
Ο καυστικός σατιρικός μας ποιητή Γεώργιος Σουρής, μέσα από την εφημερίδα του «Ο Ρωμηός», σατίριζε αμείλικτα τους πολιτικούς της εποχής του για την αδιαφορία τους προς την πατρίδα και τον λαό.
Οι πολιτικοί ενδιαφέρονται, ‘έλεγε, μόνο για τις καρέκλες, τους μισθούς και τους λόγους στη Βουλή. Χαρακτηριστικός στίχος: «Ποιος είδε κράτος λιγοστό / σ’ όλη τη γη παντού / να χάνει τόσα λεφτά / και να ’χει τόση φτώχεια…»
Ποιός είδε κράτος λιγοστό
σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά’ χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
νά’ χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
νά’ χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
Κλέφτες φτωχοί και άρχοντες με άμαξες και άτια,
κλέφτες χωρίς μια πήχυ γη και κλέφτες με παλάτια,
ο ένας κλέβει όρνιθες και σκάφες για ψωμί
…ο άλλος το έθνος σύσσωμο για πλούτη και τιμή.
Σε αυτή την θεματική ανήκουν και τα ποιήματα του Κώστα Βάρναλη – «Οι Μοιραίοι» και «Η μπαλάντα του κυρ-Μέντιου» με την οποία συνεχίζουμε…
Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Κούτσα μια και κούτσα δυο
της ζωής το ρημαδιό!
Μεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ’ αφήναν νηστικό.
Ο Βάρναλης υπήρξε ο κατεξοχήν ποιητής του λαού, στηλιτεύοντας την εξουσία που εκμεταλλεύεται την απάθεια των πολιτών. Η ηγεσία αδιαφορεί και ο λαός υπομένει παθητικά τη μοίρα του.
Χαρακτηριστικοί στίχοι: «Φταίει το ζαβό το ριζικό μας; / Φταίει ο Θεός που μας μισεί; / Φταίει ο κυβερνήτης ο λιγούρης; / Ποιος φταίει; Ποιος φταίει;»
Ταρακούνημα και δέος προκαλεί το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη «Φοβάμαι». Ένα συγκινητικό ποίημα για την πολιτική αλλοίωση, την υποκρισία των πολιτικών και την κοινωνική απάθεια.
Ο ποιητής εκφράζει την ανησυχία του για τους πολιτικούς που εμφανίζονται ως σωτήρες, ενώ στην πραγματικότητα κοιτούν μόνο το συμφέρον τους.
Χαρακτηριστικοί στίχοι:
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου ‘κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Ένα μανιφέστο κατά κάθε μορφής εξουσίας και πολιτικής καταπίεσης είναι το «Κατά Σαδδουκαίων» του Μιχάλη Κατσαρού.
Μια κραυγή αντίστασης ενάντια στους πολιτικούς που ζητούν την υποταγή του λαού…
«Μην αμελήσετε. / Πάρτε μαζί σας νερό. / Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία.» Το «Κατά Σαδδουκαίων» κυκλοφόρησε το 1953, και αργότερα μελοποιήθηκε ως καντάτα από τον Μίκη Θεοδωράκη. Ο ποιητής στρέφεται εναντίον της εξουσίας, της υποκρισίας, της τυφλής εποχής και των συμβιβασμών, χρησιμοποιώντας εικόνες με Ρωμαίους υπαλλήλους, μάντεις και αστρονόμους γύρω από τον αυτοκράτορα.
Τώρα κι εγώ υποψιάζομαι
όλο το πλήθος των αυλοκολάκων
όλους τους ταπεινούς γραμματικούς
τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα
λεγεωνάριους και στρατηλάτες
υποψιάζομαι τις αυλητρίδες τη γιορτή
όλους τους λόγους και προπόσεις
αυτούς που παριστάνουνε τους εθνικούς
τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκηπος
τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς
υποψιάζομαι συνωμοσία
νύκτα θα ρεύσει πολύ αίμα
νύχτα θα εγκαταστήσουν τη βασιλεία τους
νέοι πρίγκιπες με νέους στέφανους
οι πονηροί ρωμαίοι υπάλληλοι
του Αυτοκράτορος
ʽτοιμάζουνε κρυφά να παραδώσουν
να παραδώσουν τα κλειδιά και την
υπόκλιση τους.
Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι
η θέληση μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου
για την καινούργια μακρινή μου ανάσταση
μαζεύω.
Αν και ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε κυρίως για τους αγώνες του λαού, συχνά αντιπαρέβαλλε την αγνότητα των απλών ανθρώπων με την ψυχρότητα των γραφειοκρατών και των πολιτικών, όπως με «Το Εμβατήριο του Ωκεανού» :
Έξω στο λιακωτό σιμά στη θάλασσα
το βραδινό τραπέζι μας λιτό.
Μούσκευε στο κρασί ψωμί σταρένιο η Άνοιξη
και το φεγγάρι μυστικά ζωγράφιζε
στα ελληνικά χωμάτινα λαγήνια
σκηνές από την Τροία.
