Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Η παιδεία προσφέρεται για μεγάλες πολιτικές δηλώσεις. Κάθε κόμμα μπορεί να περιγράψει το σχολείο που οραματίζεται· δυσκολότερο είναι να εξηγήσει πώς θα βοηθήσει ένα παιδί που τελειώνει το Δημοτικό χωρίς να κατανοεί καλά όσα διαβάζει, έναν εκπαιδευτικό που χρειάζεται ουσιαστική στήριξη ή μια οικογένεια που πληρώνει φροντιστήριο για να συμπληρώσει τη σχολική εκπαίδευση. Εκεί πρέπει να μεταφερθεί η δημόσια συζήτηση: από την απόδοση προθέσεων στην εξέταση των επιλογών και των συνεπειών τους.
Η άποψη ότι ο «νεοφιλελευθερισμός της Ν.Δ.» δεν της επιτρέπει να ασχοληθεί με το παιδαγωγικό και αξιακό πεδίο του σχολείου διατυπώνει μια πολιτική ερμηνεία. Δεν αποτελεί, όμως, από μόνη της απόδειξη. Το επιχείρημα ότι αυτό το πεδίο απουσιάζει πλήρως δεν συμβιβάζεται με την ύπαρξη του προγράμματος «Δράσεις Ενεργού Πολίτη», το οποίο προβλέφθηκε για όλες τις βαθμίδες της σχολικής εκπαίδευσης από το 2024–2025. Το πρόγραμμα δίνει χώρο σε ζητήματα συμμετοχής, συνεργασίας και σχέσης του σχολείου με την κοινότητα.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση έχει επιτύχει μια ουσιαστική ανθρωπιστική παιδεία. Ένα πρόγραμμα μπορεί να υπάρχει στα επίσημα κείμενα και να εφαρμόζεται άνισα ή επιφανειακά στις τάξεις. Η δίκαιη κριτική, λοιπόν, είναι πιο απαιτητική: Πόσο χρόνο έχει ο εκπαιδευτικός; Τι προετοιμασία και υποστήριξη λαμβάνει; Συμμετέχουν πράγματι οι μαθητές ή απλώς ολοκληρώνεται μια ακόμη υποχρεωτική δράση;
Τι μας λένε τα αποτελέσματα
Στην αξιολόγηση PISA του 2022, οι δεκαπεντάχρονοι μαθητές στην Ελλάδα είχαν επιδόσεις κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στα μαθηματικά, στην κατανόηση κειμένου και στις φυσικές επιστήμες. Πρόκειται για σοβαρή ένδειξη δυσκολιών στη μάθηση, όχι για πλήρη αποτίμηση της αξίας ενός σχολείου ή του έργου των εκπαιδευτικών του. Τα αποτελέσματα απαιτούν διερεύνηση και δράση, χωρίς να μετατρέπονται σε όπλο εναντίον μαθητών και δασκάλων.
Η κοινωνική διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του ΟΟΣΑ, το 2022 το ποσοστό των μαθητών με χαμηλές επιδόσεις στα μαθηματικά ήταν 64% μεταξύ των κοινωνικά μειονεκτούντων, έναντι 27% μεταξύ των ευνοημένων. Η προέλευση ενός παιδιού δεν καθορίζει τη μοίρα του. Αυτή η διαφορά, όμως, δείχνει πόση δουλειά έχει να κάνει το σχολείο για να προσφέρει ουσιαστικά ίσες ευκαιρίες.
Υπάρχει και το ζήτημα των πόρων. Στα στοιχεία της Eurostat για το 2023, η δημόσια δαπάνη για την εκπαίδευση αντιστοιχούσε στο 3,3% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 4,7% στην ΕΕ. Το ποσοστό, μόνο του, δεν μας λέει πού ξοδεύεται κάθε ευρώ ούτε εγγυάται ότι μια αύξηση θα βελτιώσει αυτομάτως τη διδασκαλία. Δεν επιτρέπει, πάντως, να συζητούμε για περισσότερες απαιτήσεις από το δημόσιο σχολείο χωρίς να συζητούμε και για τη χρηματοδότησή του.
Τι εννοούμε όταν λέμε «ανθρωπιστική παιδεία»;
Ο όρος χάνει τη δύναμή του όταν χρησιμοποιείται ως έπαινος για «το δικό μας» πρόγραμμα ή ως μομφή για το πρόγραμμα των άλλων. Ανθρωπιστική παιδεία σημαίνει να μπορεί ο μαθητής να διαβάζει προσεκτικά, να διατυπώνει ένα επιχείρημα, να αναγνωρίζει την αξία του άλλου και να διαφωνεί χωρίς να τον απαξιώνει. Σημαίνει επαφή με τη λογοτεχνία, την ιστορία, τις τέχνες και τη φιλοσοφική σκέψη, αλλά και εμπειρία δικαιοσύνης μέσα στην καθημερινή ζωή του σχολείου.
Γι’ αυτό δεν αρκεί να μετράμε τις ώρες ενός μαθήματος ή τις λέξεις ενός αναλυτικού προγράμματος. Ένα σχολείο που μιλά για δημοκρατία, ενώ δεν ακούει τους μαθητές του, διδάσκει κάτι διαφορετικό από αυτό που γράφει το βιβλίο. Ένα σχολείο που υπόσχεται ίσες ευκαιρίες, ενώ αφήνει συστηματικά πίσω όσους χρειάζονται περισσότερη βοήθεια, στέλνει επίσης ένα αξιακό μήνυμα. Η παιδαγωγική φυσιογνωμία του σχολείου φαίνεται στον τρόπο που λειτουργεί κάθε μέρα.
Ούτε η προετοιμασία για την εργασία είναι αντίπαλος της γενικής μόρφωσης. Οι νέοι χρειάζονται γνώσεις και ικανότητες για να σταθούν επαγγελματικά. Χρειάζονται, ταυτόχρονα, κρίση για να καταλαβαίνουν τον κόσμο στον οποίο θα εργαστούν και θα ζήσουν. Το ερώτημα είναι ποιο σχολείο μπορεί να καλλιεργήσει και τα δύο, χωρίς να περιορίζει το παιδί σε έναν μελλοντικό επαγγελματικό ρόλο.
Πού πρέπει να στραφεί η πολιτική συζήτηση
Πρώτη προτεραιότητα είναι να διαπιστώνεται έγκαιρα ποια παιδιά δυσκολεύονται στην ανάγνωση, στη γραφή και στα μαθηματικά και να προσφέρεται βοήθεια μέσα στο δημόσιο σχολείο. Αν η απάντηση εξαρτάται κυρίως από το εισόδημα και τον διαθέσιμο χρόνο της οικογένειας, οι διαφορές μεγαλώνουν πριν φτάσουν οι μαθητές στις τελικές εξετάσεις.
Δεύτερη είναι η στήριξη των εκπαιδευτικών. Καμία μεταρρύθμιση δεν ζωντανεύει στην τάξη με μια εγκύκλιο. Χρειάζονται χρόνος για συνεργασία, χρήσιμη επιμόρφωση, πρόσβαση σε ειδικούς και δυνατότητα προσαρμογής της διδασκαλίας στις ανάγκες των μαθητών. Η αξιολόγηση μπορεί να έχει νόημα όταν βοηθά να εντοπίζονται δυσκολίες και να βελτιώνεται η πράξη· για να κριθεί, πρέπει να εξετάζεται ο συγκεκριμένος σχεδιασμός και η εφαρμογή της.
Τρίτη είναι μια ειλικρινής συζήτηση για το Λύκειο. Όταν η σχολική ζωή οργανώνεται γύρω από την προετοιμασία για τις Πανελλαδικές, περιορίζεται ο χώρος για ανάγνωση, έρευνα, τέχνη και δημιουργικό διάλογο. Οι εξετάσεις επιτελούν έναν ρόλο στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η επιρροή τους, όμως, στο τι θεωρούν σημαντικό μαθητές, γονείς και σχολεία αξίζει διαρκή έλεγχο.
Τέταρτη είναι η συνέπεια. Κάθε κυβέρνηση δικαιούται να προτείνει αλλαγές και κάθε αντιπολίτευση οφείλει να τις ελέγχει αυστηρά. Το σχολείο, όμως, χρειάζεται στόχους που αντέχουν περισσότερο από έναν εκλογικό κύκλο. Θα ήταν χρήσιμο τα κόμματα να εξηγούν ποια μέτρα θα διατηρούσαν, ποια θα άλλαζαν, με τι κόστος και με ποιον τρόπο θα έκριναν την επιτυχία τους.
Η Ελλάδα δεν στερείται συζητήσεων για την παιδεία. Στερείται συχνά της υπομονής να παρακολουθήσει αν μια εξαγγελία άλλαξε τη ζωή στην τάξη. Αν θέλουμε να δούμε πού πηγαίνουμε, ας αρχίσουμε από εκεί: τι μαθαίνουν τα παιδιά, ποιοι μένουν πίσω, τι βοήθεια λαμβάνουν και τι είδους άνθρωποι μπορούν να γίνουν μέσα από την εμπειρία του σχολείου. Αυτά τα ερωτήματα είναι αρκετά σοβαρά ώστε να μη χωρούν σε ένα κομματικό σύνθημα.
