- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Η ελευθεροτυπία είναι όρος της δημοκρατίας. Για να κρίνει ο πολίτης όσους κυβερνούν, πρέπει να μπορεί να μαθαίνει τι αποφασίζουν, ποιοι επηρεάζουν τις αποφάσεις τους και ποιες συνέπειες έχουν αυτές στη ζωή του. Όταν η πολιτεία φιμώνει τον Τύπο, περιορίζει αυτή τη δυνατότητα. Το ίδιο όμως συμβαίνει, με λιγότερο εμφανή τρόπο, όταν μια είδηση αποσιωπάται επειδή ενοχλεί έναν ιδιοκτήτη, έναν διαφημιζόμενο ή έναν πολιτικό σύμμαχο.
Έτσι τίθεται το δύσκολο ερώτημα: αρκεί να είναι ένα μέσο ελεύθερο από κρατικές απαγορεύσεις για να είναι πραγματικά ανεξάρτητο;
Η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων δεν αποτελεί από μόνη της πρόβλημα. Μια εφημερίδα ή ένας ενημερωτικός ιστότοπος χρειάζεται πόρους, προσωπικό και αναγνώστες για να επιβιώσει. Ο επιχειρηματίας, επίσης, έχει δικαίωμα να εκδίδει ένα μέσο και να εκφράζει άποψη. Η δυσκολία αρχίζει όταν η ενημέρωση αντιμετωπίζεται κυρίως ως μέσο άσκησης επιρροής ή όταν η δημοσιογραφική κρίση υποχωρεί μπροστά στις άλλες οικονομικές δραστηριότητες του ιδιοκτήτη.
Δεν χρειάζεται πάντοτε να δοθεί ρητή εντολή σε έναν δημοσιογράφο. Αρκεί να γνωρίζει ότι ορισμένα θέματα προκαλούν δυσφορία στη διοίκηση, ότι μια έρευνα μπορεί να θέσει σε κίνδυνο μια διαφημιστική σχέση ή ότι η εξέλιξή του εξαρτάται από την πολιτική «ευθυγράμμισή» του. Η αυτολογοκρισία είναι αποτελεσματική ακριβώς επειδή δεν αφήνει πίσω της απαγορευτικά έγγραφα.
Στην Ελλάδα, αυτή η ανησυχία έχει μετρήσιμη βάση. Το Media Pluralism Monitor 2026 κατατάσσει τη χώρα σε επίπεδο μεσαίου προς υψηλού κινδύνου για την πολυφωνία των μέσων, με συνολική βαθμολογία κινδύνου 64%. Επισημαίνει συγκέντρωση της ιδιοκτησίας, εμπορικές πιέσεις στις συντακτικές ομάδες και εύθραυστη πολιτική ανεξαρτησία. Η βαθμολογία είναι εκτίμηση κινδύνων· δεν σημαίνει ότι όλα τα ελληνικά μέσα λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο ούτε ακυρώνει τη δουλειά των δημοσιογράφων που ερευνούν με επιμονή. Δείχνει όμως ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο σε μεμονωμένες κακές πρακτικές.
Υπάρχει και μια δεύτερη πίεση, πιο ορατή στον αναγνώστη: ο αγώνας για την προσοχή του. Η είδηση που εξηγεί ένα σύνθετο κοινωνικό ζήτημα απαιτεί χρόνο, έρευνα και υπομονή. Ο εξοργιστικός τίτλος, ο φόβος, το σκάνδαλο και η προσωπική σύγκρουση μπορούν να αποφέρουν γρήγορα επισκέψεις και αναπαραγωγές. Όταν η επιβίωση ενός μέσου εξαρτάται έντονα από αυτούς τους αριθμούς, ο πειρασμός είναι διαρκής.
Θα ήταν, ωστόσο, άδικο να κατηγορήσουμε απλώς «τα ένστικτα του πλήθους». Οι πολίτες ενδιαφέρονται και για σοβαρή ενημέρωση, αρκεί να τους προσφέρεται με καθαρότητα και αξιοπιστία. Η ευθύνη της σύνταξης είναι να μη μετατρέπει κάθε ανθρώπινο δράμα σε θέαμα και κάθε πολιτική διαφωνία σε αγώνα κραυγών. Η ευθύνη της πολιτείας είναι να διαμορφώνει συνθήκες όπου η ποιοτική δημοσιογραφία μπορεί να επιβιώσει χωρίς να ζητά προστασία από την εκάστοτε κυβέρνηση.
Εδώ βρίσκεται ο κρίσιμος πολιτικός ρόλος. Κάθε κυβέρνηση έχει λόγο να επιθυμεί ευνοϊκή κάλυψη· κάθε αντιπολίτευση έχει λόγο να καταγγέλλει τα μέσα που τη δυσκολεύουν και να επικαλείται εκείνα που ενισχύουν τις θέσεις της. Η δημοκρατική δοκιμασία και για τις δύο πλευρές είναι αν υπερασπίζονται την ανεξαρτησία των μέσων ακόμη και όταν η δημοσιογραφία τις ενοχλεί. Μια πολιτική δύναμη που απαιτεί «ελεύθερο Τύπο» μόνο για τους δικούς της δεν υπερασπίζεται την ελευθεροτυπία· διεκδικεί ευνοϊκή μεταχείριση.
Η πολιτική επιρροή των μέσων δεν ασκείται μόνο υπέρ της εξουσίας. Ένας ισχυρός ιδιοκτήτης μπορεί να στρέψει τα μέσα του εναντίον μιας κυβέρνησης, επιδιώκοντας την επικράτηση του κόμματος που υποστηρίζει. Η σκληρή αντιπολίτευση αποτελεί θεμιτό μέρος της δημοκρατίας, ακόμη και όταν ενοχλεί ή χρησιμοποιεί οξύ λόγο. Εκείνο που οφείλουμε να εξετάζουμε είναι αν τα γεγονότα παρουσιάζονται με ακρίβεια, αν ακούγεται η αντίθετη πλευρά και αν η πολιτική επιδίωξη δηλώνεται καθαρά αντί να κρύβεται πίσω από τον μανδύα της ουδέτερης είδησης. Όταν η κριτική μετατρέπεται σε συστηματική διαστρέβλωση ή σε προσωπική σπίλωση, το μέσο παύει να ελέγχει την εξουσία προς όφελος των πολιτών και επιχειρεί να κατευθύνει την κρίση τους προς όφελος μιας άλλης εξουσίας. Η απάντηση είναι περισσότερη διαφάνεια, τεκμηρίωση και λογοδοσία – ποτέ η φίμωση της κριτικής από την κυβέρνηση.
Η πολιτεία οφείλει, λοιπόν, να αντιμετωπίζει τις στρεβλώσεις με κανόνες που ισχύουν για όλους: διαφάνεια για τους πραγματικούς ιδιοκτήτες, έλεγχο της συγκέντρωσης, δημόσια και ελέγξιμα κριτήρια για την κρατική διαφήμιση, προστασία των δημοσιογραφικών πηγών, ανεξάρτητη εποπτεία και ουσιαστική προστασία από καταχρηστικές αγωγές που αποθαρρύνουν την έρευνα. Χρειάζονται επίσης δημόσια μέσα με σταθερή χρηματοδότηση και διοίκηση που δεν εξαρτά τη συντακτική τους γραμμή από την κυβέρνηση.
Αυτή είναι και η κατεύθυνση του ευρωπαϊκού Κανονισμού για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης, του οποίου οι περισσότερες διατάξεις εφαρμόζονται από τον Αύγουστο του 2025. Περιλαμβάνει προβλέψεις για τη συντακτική ανεξαρτησία, τη διαφάνεια της ιδιοκτησίας και της κρατικής διαφήμισης, την προστασία των πηγών και την εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η συγκέντρωση μέσων στην πολυφωνία. Η αξία αυτών των κανόνων θα κριθεί στην εφαρμογή τους.
Καμία από αυτές τις παρεμβάσεις δεν δίνει στο κράτος δικαίωμα να αποφασίζει ποια άποψη είναι «σωστή» ή ποιο μέσο είναι αρκετά «ποιοτικό» για να μιλά. Ο κακός τίτλος, η μεροληπτική γνώμη, ακόμη και η δημοσιογραφική αστοχία αντιμετωπίζονται με κριτική, επανόρθωση, επαγγελματική ευθύνη και δημόσιο αντίλογο. Η κρατική φίμωση ανοίγει έναν πολύ πιο επικίνδυνο δρόμο: παραδίδει στην εξουσία την κρίση για όσα επιτρέπεται να γνωρίζει η κοινωνία.
Γι’ αυτό έχει βάρος η θέση ότι η ελευθεροτυπία, ακόμη και με τις αθλιότητές της, είναι προτιμότερη από τη λογοκρισία. Δεν μας υποχρεώνει όμως να αποδεχθούμε τις αθλιότητες ως αναπόφευκτο τίμημα. Μπορούμε να απαιτήσουμε καλύτερη δημοσιογραφία, πραγματική πολυφωνία και καθαρούς κανόνες για τις σχέσεις πολιτικής, επιχειρήσεων και μέσων.
Πού πάμε, τελικά; Προς μια δημόσια ζωή όπου λίγοι θα ελέγχουν τι φτάνει στους πολλούς, αν επιτρέψουμε στην οικονομική εξάρτηση και στην πολιτική εύνοια να γίνουν ο φυσικός τρόπος λειτουργίας της ενημέρωσης. Υπάρχει όμως και άλλη πορεία. Αρχίζει όταν η πολιτεία αποδέχεται τον έλεγχο αντί να επιζητεί την υποταγή, όταν οι ιδιοκτήτες αφήνουν χώρο στη συντακτική ανεξαρτησία και όταν τα ίδια τα μέσα θυμούνται ότι η εμπιστοσύνη του κοινού χτίζεται με αλήθεια, τεκμηρίωση και σεβασμό.
