Οικονομική ανασφάλεια: Πώς γίνεται δύναμη του λαϊκισμού

Ο φόβος για το μέλλον, η αίσθηση αδικίας και η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς επηρεάζουν την ψήφο – και θέτουν τη δημοκρατία μπροστά στην ανάγκη ουσιαστικών απαντήσεων.

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Διεθνείς έρευνες δείχνουν ότι η οικονομική ανασφάλεια αυξάνει την πιθανότητα ψήφου σε λαϊκιστικά κόμματα. Χαρακτηριστικό είναι ότι ένα μεγάλο ποσοστό των ευρωπαίων πολιτών που αξιολογούν αρνητικά την οικονομική τους κατάσταση επιλέγουν λαϊκιστικά/ακροδεξιά κόμματα.

Η οικονομική ανασφάλεια, ωστόσο, μπορεί να ενισχύσει τον λαϊκισμό, αλλά δεν καθορίζει από μόνη της την ψήφο. Το κρίσιμο είναι πότε ο φόβος για το εισόδημα, την εργασία και το μέλλον μετατρέπεται σε πεποίθηση ότι οι υπάρχοντες θεσμοί αδιαφορούν και ότι μόνο ένας ηγέτης που υπόσχεται ρήξη μπορεί να προστατεύσει τον πολίτη. Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί, επομένως, οικονομική προστασία, δίκαιους θεσμούς και ουσιαστική πολιτική εκπροσώπηση.

Χρειάζεται, όμως, μια αρχική διάκριση: λαϊκισμός, ακροδεξιά και προσωποπαγής πολιτική οργάνωση δεν είναι ταυτόσημες έννοιες.

Ο λαϊκισμός στηρίζεται στην αντιπαράθεση ενός υποτιθέμενου ενιαίου και ενάρετου «λαού» με μια συλλήβδην διεφθαρμένη «ελίτ». Η ακροδεξιά προσθέτει ιδιαίτερα στοιχεία εθνικισμού, αποκλεισμού και αυταρχισμού. Η προσωποπαγής οργάνωση αφορά την εξάρτηση ενός κόμματος από τον αρχηγό του και μπορεί να εμφανιστεί σε διαφορετικούς ιδεολογικούς χώρους.

Τι τεκμηριώνουν οι έρευνες

Μια σημαντική μετα-ανάλυση των Scheiring και συνεργατών, δημοσιευμένη το 2024 στο British Journal of Political Sciencei, συνέθεσε 36 μελέτες για την αιτιώδη σχέση οικονομικής ανασφάλειας και λαϊκισμού. Βρήκε ισχυρή ένδειξη ότι οι οικονομικές αναταράξεις συμβάλλουν στην ενίσχυσή του. Η σχέση παρέμενε σημαντική ακόμη και μετά τη διόρθωση για τη μεροληψία δημοσίευσης – την τάση να δημοσιεύονται ευκολότερα έρευνες με θετικά, στατιστικά σημαντικά αποτελέσματα. Η εκτίμηση ότι η οικονομική ανασφάλεια εξηγεί περίπου το ένα τρίτο ορισμένων πρόσφατων αυξήσεων του λαϊκισμού αποτελεί επαναλαμβανόμενο εύρημα των μελετών, όχι καθολικό ποσοστό για κάθε χώρα και εκλογή.

Υπάρχουν επίσης χαρακτηριστικά εκλογικά δεδομένα. Ανάλυση του Friedrich-Ebert-Stiftungii, βασισμένη στο exit poll της Infratest dimap για τις γερμανικές εκλογές του 2025, αναφέρει ότι η AfD συγκέντρωσε 39% μεταξύ όσων αξιολογούσαν την προσωπική οικονομική τους κατάσταση ως μάλλον κακή ή κακή, αυξάνοντας την υποστήριξή της στην ομάδα αυτή κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες. Πρόκειται για ισχυρή συσχέτιση, η οποία, από μόνη της, δεν αποδεικνύει ποιο ήταν το αποφασιστικό κίνητρο κάθε ψηφοφόρου.

Πρέπει μάλιστα να προσέχουμε τη διατύπωση: άλλο είναι να λέμε ότι ένα κόμμα έχει αυξημένη υποστήριξη μεταξύ των οικονομικά ανασφαλών και άλλο ότι οι περισσότεροι ψηφοφόροι του είναι οικονομικά ανασφαλείς. Πρόκειται για διαφορετικές ερωτήσεις. Επίσης, μια έρευνα που καταγράφει ταυτόχρονα οικονομική απαισιοδοξία και κομματική προτίμηση δεν αποκλείει την αντίστροφη επίδραση: η ήδη διαμορφωμένη πολιτική ταυτότητα μπορεί να επηρεάζει το πόσο αρνητικά αξιολογεί κάποιος την οικονομία.

Η ανασφάλεια είναι ευρύτερη από τη φτώχεια

Η φτώχεια αφορά την ανεπάρκεια πόρων. Η ανασφάλεια αφορά επιπλέον την αδυναμία πρόβλεψης και ελέγχου της ζωής.

Ένας εργαζόμενος μπορεί να έχει σήμερα αξιοπρεπές εισόδημα, αλλά να φοβάται ότι η επιχείρησή του θα κλείσει. Ένας μικροεπαγγελματίας μπορεί να αντέχει οικονομικά, αλλά να αισθάνεται ότι μία ασθένεια ή μία αύξηση κόστους αρκεί για να καταρρεύσει. Ένας νέος μπορεί να εργάζεται και παρ’ όλα αυτά να μην μπορεί να αποκτήσει ανεξάρτητη κατοικία. Ένας γονιός μπορεί να βλέπει τα παιδιά του να έχουν λιγότερες δυνατότητες από όσες είχε ο ίδιος.

Στην έρευνα εμπιστοσύνης του ΟΟΣΑ του 2024iii, με στοιχεία του 2023, η εμπιστοσύνη στην εθνική κυβέρνηση ήταν 35% μεταξύ όσων ανησυχούσαν για το οικονομικό τους μέλλον, έναντι 52% μεταξύ όσων είχαν λιγότερες οικονομικές ανησυχίες. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει επίσης ότι, σε πολλές χώρες, η υποκειμενική οικονομική ευαλωτότητα συνδέεται ισχυρότερα με τη χαμηλή θεσμική εμπιστοσύνη από ό,τι το ίδιο το επίπεδο εισοδήματος. Πρόκειται για συσχετίσεις, όχι για απόδειξη ότι η ανασφάλεια εξηγεί κάθε περίπτωση δυσπιστίας.

Αυτό βοηθά να καταλάβουμε γιατί η ανακοίνωση καλών μακροοικονομικών αποτελεσμάτων μπορεί να έχει περιορισμένη πολιτική απήχηση. Η αύξηση του ΑΕΠ δεν απαντά αυτομάτως στην ερώτηση: «Μπορώ να πληρώσω το ενοίκιο, να αντιμετωπίσω μια ασθένεια και να σχεδιάσω τη ζωή μου;».

Η πολιτική αξιοπιστία δοκιμάζεται στη σύνδεση ανάμεσα στη συνολική πρόοδο και στην καθημερινή ασφάλεια.

Πώς ο οικονομικός φόβος γίνεται πολιτική δυσαρέσκεια

Ως ερμηνευτική σύνθεση των ευρημάτων, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις κρίσιμες μεταβολές.

Η πρώτη είναι η απώλεια εμπιστοσύνης στην αποτελεσματικότητα της πολιτικής. Όταν οι κυβερνήσεις αλλάζουν αλλά η επισφάλεια παραμένει, ο πολίτης μπορεί να συμπεράνει ότι οι διαφορές των κομμάτων έχουν μικρή σημασία. Η απογοήτευση παύει τότε να αφορά μια συγκεκριμένη απόφαση και επεκτείνεται στο σύστημα εκπροσώπησης.

Η δεύτερη είναι η αίσθηση άνισης μεταχείρισης. Η δυσκολία γίνεται πολιτικά οξύτερη όταν θεωρείται ότι οι θυσίες κατανέμονται άδικα: ότι κάποιοι προστατεύονται, φοροδιαφεύγουν ή απολαμβάνουν προνομιακή πρόσβαση, ενώ άλλοι επωμίζονται συνεχώς το κόστος. Σε αυτή την περίπτωση, το αίτημα αφορά και την αξιοπρέπεια: «Γιατί οι κανόνες ισχύουν διαφορετικά για εμένα;».

Η τρίτη είναι η αναζήτηση μιας κατανοητής εξήγησης και ενός προστάτη. Ο λαϊκιστικός λόγος προσφέρει συχνά μια απλή αφήγηση: υπάρχει ένας σαφής υπαίτιος, ένας ηγέτης που γνωρίζει την αλήθεια και μια αποφασιστική πράξη που θα αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη. Η ελκυστικότητά του βρίσκεται στην υπόσχεση ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει ξανά κατανοητός και ελέγξιμος.

Εδώ εμφανίζεται και ο κίνδυνος: ένα πραγματικό κοινωνικό πρόβλημα μπορεί να μετατραπεί σε συλλογική ενοχοποίηση μεταναστών, μειονοτήτων, πολιτικών αντιπάλων ή θεσμών. Η αναγνώριση της πραγματικής δυσκολίας δεν συνεπάγεται αποδοχή της εξήγησης που δίνεται γι’ αυτήν.

Γιατί η δυσαρέσκεια δεν οδηγεί όλους προς την ίδια κατεύθυνση

Η οικονομική ανασφάλεια μπορεί να οδηγήσει σε αίτημα αναδιανομής, εθνικής προστασίας, αλλαγής κυβέρνησης, σε αποχή ή σε διαφορετικές μορφές διαμαρτυρίας. Η κατεύθυνση εξαρτάται από τις προηγούμενες πεποιθήσεις, τις κοινωνικές σχέσεις και τις πολιτικές επιλογές που είναι διαθέσιμες.

Επομένως, η οικονομία και η πολιτική ταυτότητα αλληλεπιδρούν. Η ίδια απώλεια εργασίας μπορεί να ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα ανεπαρκούς κοινωνικής προστασίας, κακής κυβερνητικής πολιτικής, τεχνολογικής αλλαγής ή ανταγωνισμού από άλλες κοινωνικές ομάδες. Οι πολιτικές δυνάμεις ανταγωνίζονται και για το ποια ερμηνεία θα επικρατήσει.

Υπάρχει επιπλέον ένας λιγότερο εμφανής μηχανισμός: η αποχή. Οι Guiso, Herrera, Morelli και Sonno, σε μελέτη του 2024 στο Economicaiv, βρίσκουν ότι η οικονομική ανασφάλεια επηρεάζει τόσο την κομματική επιλογή όσο και τη συμμετοχή στις εκλογές. Στο δικό τους υπόδειγμα, σχεδόν 40% της εκτιμώμενης μεταβολής της λαϊκιστικής ψήφου μεταξύ όσων ψηφίζουν συνδέεται με τον μηχανισμό συμμετοχής. Οι ίδιοι αναγνωρίζουν περιορισμούς στην πλήρη αιτιώδη ταυτοποίηση της σχέσης.

Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση του ποσοστού ενός κόμματος μπορεί να προκύπτει και επειδή αποσύρονται απογοητευμένοι ψηφοφόροι άλλων κομμάτων. Η δημοκρατική αποδυνάμωση μπορεί να εκδηλώνεται τόσο με μια ψήφο ρήξης όσο και με την εγκατάλειψη της κάλπης.

Τι μπορεί να αντιμετωπίσει το φαινόμενο

Από τα δεδομένα προκύπτουν ορισμένες κατευθύνσεις. Δεν αποτελούν εγγυημένη συνταγή εκλογικών αποτελεσμάτων· αποτελούν πολιτικές προτάσεις που απαντούν στους μηχανισμούς της ανασφάλειας και της δυσπιστίας.

1. Σταθερή προστασία απέναντι σε συγκεκριμένους κινδύνους.

Η κοινωνική πολιτική χρειάζεται να επιτρέπει στον πολίτη να γνωρίζει εκ των προτέρων τι θα συμβεί αν χάσει τη δουλειά του, αρρωστήσει ή αδυνατεί να καλύψει βασικές ανάγκες. Προβλέψιμη ασφάλιση ανεργίας, λειτουργική δημόσια υγεία και αποτελεσματική στήριξη στην επανένταξη στην εργασία έχουν διαφορετική σημασία από μια περιστασιακή παροχή.

Μελέτη των Foster και Friedenv, δημοσιευμένη το 2026 για 16 δυτικοευρωπαϊκές χώρες, βρίσκει ότι η γενναιότερη προστασία εισοδήματος στην ανεργία συνδέεται με χαμηλότερη υποστήριξη λαϊκιστικών κομμάτων. Οι συγγραφείς τονίζουν ότι η ανάλυσή τους είναι συσχετιστική και δεν επιτρέπει ισχυρούς αιτιώδεις ισχυρισμούς. Σημαντικό είναι επίσης ότι δεν βρίσκουν αντίστοιχη προστατευτική σχέση για τις συνολικές κοινωνικές δαπάνες γενικά. Άρα, έχει σημασία ποιος κίνδυνος καλύπτεται και με ποιον τρόπο, όχι μόνο πόσα χρήματα δαπανώνται.

2. Βελτίωση της πραγματικής δυνατότητας να σχεδιάζει κάποιος τη ζωή του.

Η εργασία πρέπει να εξετάζεται ως προς τον μισθό, τη σταθερότητα, το ωράριο και την προοπτική της. Αντίστοιχα, η αντιμετώπιση της στεγαστικής πίεσης χρειάζεται να συνδυάζει άμεση προστασία με αύξηση της προσφοράς κατάλληλης κατοικίας. Η κατάρτιση αποκτά αξία όταν συνδέεται με πραγματικές θέσεις εργασίας.

Οι παρεμβάσεις αυτές χρειάζονται χρηματοδότηση, προτεραιότητες και αξιολόγηση. Μια πολιτική που υπόσχεται τα πάντα χωρίς να εξηγεί το κόστος της μπορεί να δημιουργήσει τον επόμενο κύκλο απογοήτευσης.

3. Δικαιοσύνη που γίνεται αντιληπτή στην πράξη.

Η καταπολέμηση της διαφθοράς, οι διαφανείς δημόσιες συμβάσεις, η συνεπής φορολογική εφαρμογή και η λογοδοσία έχουν άμεση σχέση με την αξιοπιστία της κοινωνικής πολιτικής.

Όταν ο πολίτης βλέπει προνομιακές εξαιρέσεις, δυσπιστεί και απέναντι σε εύλογες μεταρρυθμίσεις. Αντίθετα, η ισότιμη εφαρμογή των κανόνων κάνει πιο πειστική μια δύσκολη απόφαση. Η επίκληση της «αναγκαιότητας» δεν αρκεί χωρίς εξήγηση της κατανομής του κόστους.

4. Πολιτική φωνή με ορατό αποτέλεσμα.

Στην έρευνα του ΟΟΣΑ του 2024, 69% όσων αισθάνονταν ότι έχουν λόγο στις κυβερνητικές αποφάσεις εξέφραζαν υψηλή ή σχετικά υψηλή εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση, έναντι 22% όσων θεωρούσαν ότι δεν έχουν λόγο. Η συσχέτιση δεν αποδεικνύει ότι μια διαδικασία συμμετοχής θα αυξήσει αυτομάτως την εμπιστοσύνη· δείχνει, όμως, πόσο κεντρικό είναι το αίσθημα πολιτικής επιρροής.

Χρειάζονται, επομένως, διαβουλεύσεις στις οποίες οι προτάσεις λαμβάνουν τεκμηριωμένη απάντηση, ουσιαστική τοπική εκπροσώπηση και κόμματα με λειτουργική εσωτερική δημοκρατία. Η συμμετοχή χάνει την αξία της όταν καλείται ο πολίτης να μιλήσει για αποφάσεις που έχουν ήδη οριστικοποιηθεί.

5. Συγκεκριμένος δημόσιος έλεγχος των υποσχέσεων.

Ο χαρακτηρισμός «λαϊκιστής» έχει περιορισμένη αναλυτική αξία όταν χρησιμοποιείται ως γενική αποδοκιμασία. Πολύ αποτελεσματικότερος είναι ο έλεγχος μιας πρότασης: τι προβλέπει, ποιος ωφελείται, ποιος πληρώνει, πώς εφαρμόζεται και τι συνέπειες έχει για τα δικαιώματα και τους θεσμούς.

Αυτός ο έλεγχος πρέπει να εφαρμόζεται και στην κυβέρνηση. Αν η αυστηρότητα αφορά μόνο την αντιπολίτευση, η κριτική χάνει την αξιοπιστία της. Αντίστοιχα, η ατεκμηρίωτη καταστροφολογία της αντιπολίτευσης χρειάζεται έλεγχο με στοιχεία και συγκεκριμένα αντεπιχειρήματα.

Η ελληνική διάσταση και το ουσιαστικό ζητούμενο

Για την Ελλάδα, θα είχε ιδιαίτερη αξία μια έρευνα που θα συνδύαζε εισόδημα, στεγαστική επιβάρυνση, εργασιακή επισφάλεια, φόβο οικονομικής επιδείνωσης, θεσμική εμπιστοσύνη, προηγούμενη ψήφο και πρόθεση συμμετοχής. Μόνο έτσι θα μπορούσαμε να διακρίνουμε αν η υποστήριξη ενός προσώπου ή κόμματος εκφράζει κοινωνικό αίτημα, ιδεολογική συμφωνία, προσωπική εμπιστοσύνη ή κυρίως τιμωρητική διάθεση.

Ο δημοκρατικός στόχος, πάντως, δεν μπορεί να είναι να αποτραπεί η ψήφος σε συγκεκριμένα κόμματα ούτε να εξασφαλιστεί η παραμονή μιας κυβέρνησης. Είναι να μπορούν οι πολίτες να επιλέγουν με πραγματικές εναλλακτικές, αξιόπιστη πληροφόρηση και μικρότερη εξάρτηση από τον φόβο και τις υποσχέσεις προσωπικής σωτηρίας.

Η πιο ουσιαστική απάντηση στον λαϊκισμό είναι μια δημοκρατία που προσφέρει προστασία, εφαρμόζει δίκαιους κανόνες και επιτρέπει αποτελεσματικό έλεγχο της εξουσίας. Ακόμη και μια τέτοια δημοκρατία θα έχει συγκρούσεις, δυσαρέσκεια και έντονη αντιπολίτευση. Η διαφορά είναι ότι ο πολίτης θα μπορεί να διεκδικεί αλλαγές χωρίς να αισθάνεται πως πρέπει πρώτα να απαξιώσει ολόκληρο το σύστημα για να ακουστεί.

Αναφορές

iThe Populist Backlash Against Globalization: A Meta-Analysis of the Causal Evidence

iihttps://collections.fes.de/publikationen/content/pagetext/1597870?utm_source=chatgpt.com

iiiOECD Survey on Drivers of Trust in Public Institutions – 2024 Results

iv Economic insecurity and the demand for populism in Europe

v Compensation, austerity and populism: Labor market spending and voting in 16 Western European countries

 

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή