Τι συμβαίνει όταν σε μια χώρα αρχίζει να περιορίζεται ο χώρος δράσης της κοινωνίας των πολιτών και μαζί του τα ατομικά δικαιώματα; Μένεις και οργανώνεσαι; Επιλέγεις τη σύγκρουση ή αναζητάς συμβιβασμούς; Κατεβαίνεις στον δρόμο ή προσπαθείς να αντιδράσεις με άλλους τρόπους; Αυτά τα ερωτήματα βρέθηκαν στο επίκεντρο του «Reimagining Civic Space – An Interactive Political Simulation», στο πλαίσιο του Athens Democracy Forum, το οποίο διοργανώνεται από το Democracy & Culture Foundation σε συνεργασία με τους The New York Times στις 29 Σεπτεμβρίου – 1η Οκτωβρίου.
Η χώρα στην οποία εκτυλίχθηκε η προσομοίωση ήταν φανταστική και ονομαζόταν Φοντάνια. Το σενάριο, ωστόσο, ήταν σχεδιασμένο γύρω από ένα απολύτως αναγνωρίσιμο, δημοκρατικό δίλημμα: μια κυβέρνηση που έχει ήδη δεχθεί επικρίσεις για παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη και επιθέσεις εναντίον οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, εξετάζει έναν νέο νόμο περί «διαφάνειας», ο οποίος θα υποχρέωνε οργανώσεις που λαμβάνουν πάνω από το 20% της χρηματοδότησής τους από το εξωτερικό να καταγράφονται ως «οργανώσεις υπό ξένη επιρροή». Μεταξύ των πιθανών κυρώσεων προβλέπονταν πρόστιμα, πάγωμα τραπεζικών λογαριασμών και ακόμη και αναστολή λειτουργίας.
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε διαφορετικές ομάδες της κοινωνίας των πολιτών και κλήθηκαν να αποφασίσουν πώς θα αντιδρούσαν. Πανεπιστημιακοί, οργανώσεις πολιτικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μέσα ενημέρωσης, καλλιτέχνες, πάροχοι κοινωνικών υπηρεσιών και δωρητές συνεδρίασαν αρχικά χωριστά. Στη συνέχεια, δύο εκπρόσωποι από κάθε ομάδα κάθισαν στο κοινό τραπέζι προκειμένου να αναζητήσουν μια ενιαία στρατηγική.
Και εκεί άρχισαν οι πραγματικές δυσκολίες. Η πανεπιστημιακή κοινότητα και οι εκπρόσωποι των πολιτικών δικαιωμάτων υποστήριξαν την προοπτική κοινών κινητοποιήσεων. Άλλες ομάδες εμφανίστηκαν περισσότερο επιφυλακτικές, εξετάζοντας το κόστος και τα πιθανά οφέλη μιας μετωπικής αντίδρασης. Οι εκπρόσωποι του καλλιτεχνικού χώρου δήλωσαν ότι υποστηρίζουν με πάθος τις αντιδράσεις της κοινωνίας των πολιτών, ζήτησαν όμως ιδιαίτερη προσοχή στη διατύπωση ενός κοινού ανακοινωθέντος. Οι εκπρόσωποι των ΜΜΕ, από την πλευρά τους, δεν θέλησαν να βάλουν το όνομά τους σε μια κοινή ανακοίνωση, δήλωσαν ωστόσο πρόθυμοι να συνδράμουν με άλλους τρόπους.
Ακόμη μεγαλύτερη απόσταση κράτησαν όσοι είχαν αναλάβει τον ρόλο των δωρητών. Εξήγησαν γιατί δεν θα συμμετείχαν σε διαδηλώσεις και στη συνέχεια αρνήθηκαν να συνυπογράψουν το κοινό ανακοινωθέν, δεσμευόμενοι όμως να ενισχύσουν τις σχετικές καμπάνιες με νομικές συμβουλές.
Η ένταση κάποια στιγμή έγινε εμφανής. Οι εκπρόσωποι των πολιτικών δικαιωμάτων συγκρούστηκαν με τους δωρητές και τους κάλεσαν ακόμη και να εγκαταλείψουν το τραπέζι, υποστηρίζοντας ότι δεν είχαν πρόθεση να συμμετέχουν στις κοινές πρωτοβουλίες. Το αποτέλεσμα της πρώτης ψηφοφορίας ήταν ενδεικτικό της δυσκολίας συγκρότησης ενός κοινού μετώπου: όταν τέθηκε το ερώτημα εάν θα έπρεπε να οργανωθούν μαζικές διαδηλώσεις, μόλις το 10% των συμμετεχόντων απάντησε θετικά.
Ακολούθησε νέος γύρος διαπραγμάτευσης, αυτή τη φορά γύρω από τη σύνταξη ενός κοινού ανακοινωθέντος. Και πάλι οι διαφωνίες ήταν σημαντικές. Ορισμένοι ζητούσαν να συμπεριληφθούν λεπτομερείς αποδείξεις για όσα καταγγέλλονταν, άλλοι επέμεναν στην ανάγκη άμεσης κινητοποίησης, προειδοποιώντας ότι η δημοκρατία κλυδωνίζεται. Στο τραπέζι τέθηκαν η γλώσσα που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί, το εύρος της αντίδρασης και το πόσο μακριά ήταν διατεθειμένη να φτάσει κάθε πλευρά.
Τελικά επήλθε συμβιβασμός. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, όλες οι πλευρές, πλην των δωρητών, συμφώνησαν να συνυπογράψουν το κοινό ανακοινωθέν. Η προσομοίωση ανέδειξε έτσι ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνία των πολιτών σε περιόδους δημοκρατικής οπισθοδρόμησης: η συμφωνία ότι «πρέπει να γίνει κάτι» δεν συνεπάγεται αυτομάτως συμφωνία ούτε για το τι πρέπει να γίνει ούτε για το ρίσκο που είναι έτοιμος να αναλάβει κάθε κοινωνικός δρων.
Μια επιπλέον διάσταση έδωσε το γεγονός ότι οι συμμετέχοντες προέρχονταν από διαφορετικές χώρες, μεταφέροντας αναπόφευκτα στη διαπραγμάτευση διαφορετικές πολιτικές εμπειρίες και αντιλήψεις για τα όρια και τις δυνατότητες της αντίδρασης.
Μετά την ολοκλήρωση της προσομοίωσης ακολούθησε συζήτηση με τους Simon Raiser, Co-Founder και Co-Director της Planpolitik, Rémy Bonny, Executive Director της Forbidden Colours, Esther Martínez, Co-Founder και Director της RECLAIM, Hajnalka Somogyi, Director και Co-Curator της OFF-Biennale Budapest, και Björn Warkalla, Co-Founder και Co-Director της Planpolitik.
Η συζήτηση μετέφερε το υποθετικό σενάριο στο πεδίο της πραγματικής πολιτικής εμπειρίας. Συμμετέχοντες με εμπειρία από την Ουγγαρία επισήμαναν ότι πολλά από όσα είχαν μόλις συμβεί στη φανταστική Φοντάνια ήταν εξαιρετικά ρεαλιστικά και θα μπορούσαν να συναντηθούν σε πραγματικές συνθήκες. Αναφέρθηκαν στην εμπειρία των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών κατά τη μακρά περίοδο διακυβέρνησης του Βίκτορ Όρμπαν, χρησιμοποιώντας οι ίδιοι τον όρο «καθεστώς Όρμπαν», αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν όσοι επιχείρησαν να αντιδράσουν.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν επίσης οι στενές σχέσεις της προηγούμενης ουγγρικής κυβέρνησης με τη Μόσχα, η επιδίωξη εγκαθίδρυσης, όπως ειπώθηκε, μιας νοοτροπίας του «ρωσικού κόσμου», καθώς και οι πολιτικές και η ρητορική εις βάρος των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. Οι σχέσεις της κυβέρνησης Όρμπαν με τη Ρωσία είχαν αποτελέσει χαρακτηριστικό της εξωτερικής πολιτικής της, ενώ η κυβέρνηση Μαγιάρ έχει κινηθεί προς διαφορετική κατεύθυνση τους τελευταίους μήνες.
Τo πάνελ συντόνισε ο Steven Erlanger, Chief Diplomatic Correspondent, Europe, των The New York Times, ο οποίος σχολίασε αστειευόμενος ότι ο Βίκτορ Όρμπαν δεν βρισκόταν στην αίθουσα, καθώς το υποθετικό σενάριο της Φοντάνια παρέπεμπε σε αρκετά σημεία στην ουγγρική εμπειρία.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδα: https://www.
