Ο μεγάλος Βρετανός συγγραφέας Ίαν Μακ Γιούαν (Ian McEwan), ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους, επιδραστικούς και καταξιωμένους μυθιστοριογράφους της εποχής μας, βρέθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών την Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου, σε μία ξεχωριστή εκδήλωση στο πλαίσιο της γόνιμης συνεργασίας του Megaron Plus με το Ελληνικό Ίδρυμα Βιβλίου και Πολιτισμού (ΕΛΙΒΙΠ). Η παρουσία του στην αθηναϊκή σκηνή αποτέλεσε έναν κορυφαίο σταθμό για τα ελληνικά γράμματα και το αναγνωστικό κοινό, προσφέροντας μία σπάνια ευκαιρία να γνωρίσουν μέσα από τον δικό του λόγο και ματιά το πολυσύνθετο λογοτεχνικό του σύμπαν και τις θεμελιώδεις αναζητήσεις που διατρέχουν το έργο του.
Σε μία κατάμεστη αίθουσα, αλλά και στην ειδικά διαμορφωμένη με καθίσματα και οθόνες είσοδο της αίθουσας Δ. Μητρόπουλος του Μεγάρου -ενδεικτικό του σημαντικού ενδιαφέροντος του κοινού-, οι τυχεροί που βρέθηκαν σε τούτη τη συζήτηση του Μακ Γιούαν με τον δημοσιογράφο Ηλία Μαγκλίνη, είχαν την ευκαιρία να θαυμάσουν έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους μίας γενιάς που σημάδεψε το βρετανικό μυθιστόρημα. Ο Μακ Γιούαν, με 18 βιβλία στο ενεργητικό του και πολλές διακρίσεις, αναδείχθηκε -και τούτο το απέδειξε με τη γλαφυρή του παρουσία στο Μέγαρο- ως ο μετρ του «ψυχολογικού μυθιστορήματος», καθώς τα έργα του κινούνται πάντοτε στην αιχμή της διπλής όψης του ανθρώπου και της κοινωνίας, στον ορθολογισμό της τεχνολογίας και της έλλογης σκέψης απέναντι στην τύφλωση του πάθους και του ανθρώπινου ψυχισμού, στη ρωγμή ανάμεσα στον ντετερμινισμό της κρίσης και του στοχασμού και στο τυχαίο, καθώς και στην αναπότρεπτη για το μεμονωμένο άτομο πορεία της Ιστορίας σε αντιπαράθεση με τις υποκειμενικές του αποβλέψεις και εμμονές.
Με το άψογο βρετανικό φλέγμα και χιούμορ του, ο Μακ Γιούαν τιμημένος με το διακεκριμένο βραβείο Booker Prize, αναφέρθηκε στο τελευταίο μυθιστόρημά του (με τίτλο «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε», το οποίο κυκλοφόρησε το 2016 από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά), το οποίο έχει κι ελληνικό ενδιαφέρον. Ένα τμήμα της πλοκής του εκτυλίσσεται στην Αμοργό, με αναφορές στον Νίκο Γκάτσο -μολονότι με χιούμορ ο ίδιος απεκάλυψε πως δεν γνώριζε ούτε το νησί, ούτε και τον μεγάλο Έλληνα ποιητή. Επίσης απεκάλυψε πως το επόμενο βιβλίο του δεν θα είναι μυθιστόρημα, αλλά μία συλλογή από ομιλίες, εισηγήσεις κ.λπ., κάποια εκ των οποίων χρονολογούνται προ Ίντερνετ κι άρα με κόπο μπόρεσε να συγκεντρώσει. Όπως δε απεκάλυψε, ως ιδέα για ένα επόμενο μυθιστόρημά του, τον απασχολεί η εισβολή του Ίντερνετ στην παιδική ηλικία.
Επίσης, ο Βρετανός συγγραφέας ανέπτυξε με μία συναρπαστική διήγηση κι άψογο ανεκδοτολογικό ύφος κι άλλες πτυχές του δικού του τρόπου δημιουργείν, της προσωπικής του ζωής, των λογοτεχνικών προτιμήσεών του και των μοναδικών απόψεών του για την ΤΝ και την (θετική πλευρά που έχει η) τεχνολογία και για τον θάνατο, ως τη μόνη άφευκτη «δυνατότητα του ανθρώπου», όπως θα έλεγε ο Χάιντεγκερ ή «ως το μόνο που θα γίνει», όταν όλα τα άλλα είναι αβέβαιο ότι θα γίνουν, όπως έλεγε ο σημαντικός ποιητής Φίλιπ Λάρκιν.
Ιδιαίτερες ήταν οι αναφορές του Ίαν Μακ Γιούαν στην ιδιότυπη σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο, το Παρόν της κρίσης, το δυστοπικό Μέλλον και τα φαντάσματα ή τη νοσταλγία του Παρελθόντος, που δημιουργεί μία διάθεση «μεταφυσικού ζόφου» και μία ανησυχία για τη μελλούμενη ζωή των παιδιών και της ανθρωπότητας. Μέσα σε τούτο το πλαίσιο, ο εκλεκτός συγγραφέας υπογράμμισε πως δεν συμμερίζεται τη μεγάλη ανησυχία των συγκαιρινών του για την τεχνολογία, την οποία χαρακτήρισε ως ένα μεγάλο επίτευγμα του ανθρώπινου στοχασμού. Με περισσή ευθυμία σημείωσε πως «το Claude της Anthropic μπορεί να δώσει καλές συμβουλές, και συγκεκριμένες συμβουλές, όχι απλά γενικές συμβουλές του τύπου “γνώθι σαυτόν” που παίρνεις από Έλληνες φιλοσόφους».
Επίσης, ο Μακ Γιούαν χαρακτήρισε τον θεσμό του Πανεπιστημίου ως το πιο θαυμαστό δημιούργημα του πνεύματος και της δημιουργικής δύναμης των ανθρώπων, καθώς κατόρθωσε να επιζήσει μακραίωνα μέσα από πολέμους, καταστροφές και άλλες προκλήσεις.
Συναρπαστικό ήταν το μέρος της συνομιλίας κατά το οποίο ο Βρετανός «μετρ» μοιράσθηκε γεγονότα κι ανέκδοτα της προσωπικής του ζωής. Από την απαρχή της συγγραφικής του δραστηριότητας στα φοιτητικά του χρόνια και στο εργαστήριο δημιουργικής γραφής, τις πρώτες επιρροές του, αρχικά από τον Κάφκα, τον Τόμας Μαν, τον Μπρούνο Σουλτς, τον Ίταλο Καλβίνο και κατόπιν την αμερικανική λογοτεχνία, που κατ’ αυτόν είναι απαλλαγμένη από τους υφολογικούς καταναγκασμούς του μοντερνισμού. Αντίθετα με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, η οποία έχει λησμονήσει τον ιστορικό και συγχρονικό παράγοντα στη γραφή, εμμένοντας στην υφολογική μορφή και κανόνες κι όχι στην αποτύπωση της κοινωνικής πραγματικότητας και της ψυχολογικής ανταπόκρισης του υποκειμένου σε αυτήν.
Ιδιαίτερα απολαυστικός ήταν ο διάλογος σχετικά με τη γνώμη του για τις βιογραφίες κι ιδίως τη δική του, η οποία απετράπη έπειτα από μία αρνητική κριτική του μέλλοντα συγγραφέα της στο έργο του Μακ Γιούαν -μολονότι ο ίδιος ποτέ σχεδόν δεν διαβάζει τις κριτικές! Ιδιαίτερα οι αναφορές του στην αντιμετώπιση της κριτικής στο έργο του υπήρξαν διασκεδαστικές, όπως επίσης κι η αναφορά του στη γραφή και την κουζίνα!
Επίσης, μεγάλη θυμηδία προξένησε στο κοινό η αφήγηση της συμβολής της συζύγου του Ανναλένα στην περιγραφή του φορέματος που φορά η πρωταγωνίστρια στο πασίγνωστο και λόγω της κινηματογραφικής του μεταφοράς, μυθιστόρημά του «Εξιλέωση» (Atonement). Χάρις στη λεπτομερή αναπαράσταση του εντυπωσιακού αυτού φορέματος «λοξής κοπής» από τη σύζυγό του, η ενδυματολόγος της ταινίας ήταν υποψήφια για το Όσκαρ (ΣτΣ, που τελικά κέρδισε η πρωτότυπη μουσική της): «Ακόμη πιστεύω πως το Όσκαρ έπρεπε να το κερδίσει η Ανναλένα», πρόσθεσε με χιούμορ ο ευρηματικός συγγραφέας.
Με πολλή ευγένεια και χιούμορ, αλλά και με μεγάλη εμβρίθεια κι αποδεικνύοντας πόσο ενημερωμένος είναι -όταν χρειάσθηκε να αναφερθεί σε ζητήματα ΤΝ και γραφής- ο Μακ Γιούαν απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις του κοινού. Όπως μας απεκάλυψε ένα από τα αγαπημένα του «παιδιά» είναι -κατ’ αυτόν το λιγότερο διαβασμένο μυθιστόρημά του- τα «Μαύρα Σκυλιά», ενώ προέτρεψε έναν μικρό μελλοντικό αναγνώστη του, στην ερώτηση ποιο είναι το έργο του που θα τον συμβούλευε να διαβάσει πρώτο, να ξεκινήσει από το πρώτο πρώτο του μυθιστόρημα, «Ο τσιμεντόκηπος». Όπως μας τόνισε και τούτο άλλωστε είναι εμφανές από τον ανατομικό και λεπτομερή τρόπο απόδοσης της πραγματικότητας και των γεγονότων στα μυθιστορήματά του, διαρκώς και παρά τα 78 του χρόνια, πασχίζει να είναι διαρκώς ενημερωμένος για το τι συμβαίνει και ποιες είναι οι εξελίξεις σε πολλές πτυχές της ζωής και της επιστήμης.
Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο πρόεδρος του ΕΛΙΒΙΠ Νίκος Μπακουνάκης επεσήμανε πως «ο Ίαν Μακ Γιούαν ανήκει σε μια λογοτεχνική γενιά, η οποία άλλαξε τη μυθιστορηματική τέχνη στη Βρετανία, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο» και πρόσθεσε πως «είμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι, στο ΕΛΙΒΙΠ και στο Μέγαρο, που ο επόμενος συγγραφέας της σειράς είναι ένας συνομήλικος του Ίαν Μακ Γιούαν, ένας με τον οποίο συνομιλούν, με τον οποίο είναι φίλοι, με τον οποίο μοιράζονται μυστικά της μυθιστορηματικής τέχνης αλλά και της ζωής, και αυτός είναι ο Τζούλιαν Μπαρνς, ο οποίος θα είναι εδώ στις 15 Οκτωβρίου», επιτυγχάνοντας «μία συναστρία του βρετανικού μυθιστορήματος, έχοντας μέσα σε έναν δεκαπενθήμερο αυτούς τους δύο μεγάλους συγγραφείς».
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ Γιώργης-Βύρων Δάβος
