Στον ρόλο του ανάγλυφου της Κρήτης, την πυκνή δόμηση στις παράκτιες περιοχές, αλλά και την ανάγκη να ενσωματωθούν οι ζώνες πλημμυρικού κινδύνου στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό αναφέρθηκε ο επίκουρος καθηγητής Φυσικών Καταστροφών του ΕΚΠΑ Μιχάλης Διακάκης, μιλώντας στην εκπομπή «Συνδέσεις» του ΕΡΤnews, με αφορμή τα έντονα και παρατεταμένα πλημμυρικά φαινόμενα που έπληξαν την Κρήτη.
Όπως εξήγησε, η Κρήτη βίωσε ένα δύσκολο, σχεδόν πενθήμερο, με πολύ μεγάλα ύψη βροχής, ωστόσο η εικόνα δεν χαρακτηρίστηκε τόσο από την εξαιρετικά μεγάλη ένταση της βροχόπτωσης μέσα σε λίγες ώρες, όπως συμβαίνει στις λεγόμενες ξαφνικές πλημμύρες, αλλά από τον μεγάλο και παρατεταμένο όγκο νερού που έπεσε και παρέμεινε στην περιοχή για αρκετές ημέρες.
«Δεν είχαμε την τυπική εικόνα που έχουμε με 6, 8 ή 12 ώρες πάρα πολύ ισχυρής βροχόπτωσης και αυτό που λέμε ξαφνικές πλημμύρες. Είχαμε, όμως, έναν πολύ μεγάλο, παρατεταμένο όγκο νερού, ο οποίος έμεινε εκεί για αρκετές ημέρες», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Το ανάγλυφο της Κρήτης καθορίζει την εξέλιξη των πλημμυρών
Ο κ. Διακάκης χαρακτήρισε το ανάγλυφο της περιοχής ως τον σημαντικότερο παράγοντα που διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά των πλημμυρικών φαινομένων στην Κρήτη.
Τα μεγάλα ορεινά συγκροτήματα του νησιού, όπως εξήγησε, διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο, καθώς στα μεγάλα υψόμετρα συγκεντρώνονται σημαντικές ποσότητες βροχής. Στη συνέχεια, στα μεσαία υψόμετρα, εκδηλώνονται φαινόμενα διάβρωσης και υποσκαφής, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές στο οδικό δίκτυο, στις γέφυρες και σε άλλες υποδομές.
Στις πεδινές και παράκτιες περιοχές, οι επιπτώσεις γίνονται ακόμη πιο έντονες, όπως φάνηκε σε περιοχές της Ιεράπετρας, της Χερσονήσου και του Ρεθύμνου, αλλά και σε άλλα σημεία της Κρήτης.
Η πυκνή δόμηση στις παράκτιες περιοχές
Πέρα από τα φυσικά χαρακτηριστικά, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και οι ανθρώπινες παρεμβάσεις. Όπως επισήμανε ο καθηγητής, ο αστικός και δομικός ιστός στις παράκτιες περιοχές της Κρήτης είναι ιδιαίτερα πυκνός, τόσο λόγω των παλαιών οικισμών όσο και εξαιτίας της ανάπτυξης μεγάλων τουριστικών μονάδων.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το νερό να μην μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να αποστραγγιστεί απρόσκοπτα προς τη θάλασσα. Οι ανθρώπινες παρεμβάσεις μπορούν να περιορίσουν ή να διακόψουν τους φυσικούς διαύλους απορροής του νερού, επιτείνοντας τα προβλήματα όταν εκδηλώνονται μεγάλα πλημμυρικά φαινόμενα.
Παράλληλα, ο κ. Διακάκης αναφέρθηκε και στη θερμή θάλασσα, η οποία, όπως είπε, αυτή την περίοδο αποτελεί σημαντικό παράγοντα τροφοδότησης των καταιγίδων με υγρασία. Η αυξημένη διαθέσιμη υγρασία μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση των φαινομένων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
«Η χωροταξία πρέπει να λάβει υπόψη τον πλημμυρικό κίνδυνο»
Σε ό,τι αφορά το τι πρέπει να αλλάξει στον τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία και η κοινωνία διαχειρίζονται τέτοια φαινόμενα, ο κ. Διακάκης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη σύνδεση της χωροταξίας και του πολεοδομικού σχεδιασμού με τον κίνδυνο πλημμυρών.
Όπως ανέφερε, έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε 17 ευρωπαϊκές χώρες ανέδειξε ότι, ιδιαίτερα στην Ελλάδα και γενικότερα στον ευρωπαϊκό Νότο, υπάρχει δυσκολία στο να ενταχθεί ουσιαστικά η διάσταση του κινδύνου στη χωροταξία.
«Δυσκολευόμαστε κυρίως στην Ελλάδα, κυρίως στον ευρωπαϊκό Νότο, να βάλουμε τη χωροταξία στο παιχνίδι», σημείωσε, εξηγώντας ότι ο σχεδιασμός των πόλεων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το πού βρίσκονται οι ζώνες πλημμυρικού κινδύνου.
«Δεν είναι μόνο το ακραίο του φαινομένου το οποίο μας δημιουργεί πρόβλημα», υπογράμμισε, επισημαίνοντας ότι θα πρέπει να αξιοποιούνται τα διαθέσιμα δεδομένα ώστε οι νέοι πολεοδομικοί σχεδιασμοί να γίνονται με διαφορετικά κριτήρια.
Υπάρχουν πλέον χάρτες πλημμυρικού κινδύνου
Ο καθηγητής τόνισε ότι σήμερα υπάρχει πολύ καλύτερη γνώση σε σχέση με το παρελθόν για τις περιοχές που αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο.
Τα τελευταία 10 έως 15 χρόνια έχουν δημιουργηθεί και δημοσιευθεί χάρτες που αποτυπώνουν τις ζώνες πλημμυρικού κινδύνου σε μεγάλο μέρος, σχεδόν στο σύνολο, της χώρας.
Όπως εξήγησε, το υπουργείο Περιβάλλοντος δημοσιεύει τα Σχέδια Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας, τα οποία περιλαμβάνουν διαφορετικά σενάρια και δείχνουν τις περιοχές που ενδέχεται να επηρεαστούν από πλημμυρικά φαινόμενα διαφορετικής έντασης.
Το ζητούμενο, σύμφωνα με τον κ. Διακάκη, είναι πλέον οι διαθέσιμοι χάρτες και τα δεδομένα να ενσωματωθούν ουσιαστικά στη χωροταξία και στον πολεοδομικό σχεδιασμό, ώστε η ανάπτυξη των πόλεων και των υποδομών να γίνεται με βάση και τον πραγματικό κίνδυνο που αντιμετωπίζει κάθε περιοχή.
