- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Οι πολίτες ψηφίζουν και προγράμματα και πρόσωπα, αλλά η σχέση ανάμεσα στα δύο περνά μέσα από ένα τρίτο στοιχείο: την εμπιστοσύνη. Ένα πρόγραμμα δύσκολα πείθει όταν εκείνος που το παρουσιάζει δεν θεωρείται αξιόπιστος. Και ένα δημοφιλές πρόσωπο μπορεί να κερδίσει την προσοχή ή ακόμη και τις εκλογές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διαθέτει συνεκτικό σχέδιο διακυβέρνησης.
Αντίστοιχα, ο κομματικός κατακερματισμός μπορεί να εκφράζει περισσότερες κοινωνικές φωνές, αλλά μπορεί επίσης να αποκαλύπτει την αδυναμία των κομμάτων να μετατρέψουν τις διαφορετικές διεκδικήσεις σε κοινή πολιτική πρόταση.
Η ψήφος ως σύνθετη απόφαση
Το ερώτημα «προγράμματα ή πρόσωπα;» περιγράφει μια πραγματική ένταση, αλλά γίνεται παραπλανητικό όταν αντιμετωπίζεται ως απόλυτο δίλημμα. Ο ψηφοφόρος συνήθως αποφασίζει συνδυάζοντας αρκετά κριτήρια: τις πολιτικές θέσεις, την κοινωνική και ιδεολογική του ταυτότητα, την αξιολόγηση της προηγούμενης κυβερνητικής θητείας, την εικόνα των υποψηφίων και την επιθυμία να αποτρέψει μια ανεπιθύμητη εξέλιξη.
Κάποιος μπορεί να συμφωνεί με τις προτάσεις ενός κόμματος, αλλά να αμφιβάλλει για την ικανότητά του να τις εφαρμόσει. Άλλος μπορεί να διαφωνεί σε επιμέρους ζητήματα, αλλά να εμπιστεύεται περισσότερο τον αρχηγό του. Ένας τρίτος μπορεί να ψηφίζει κυρίως για να απομακρυνθεί η κυβέρνηση ή για να μη νικήσει ένας συγκεκριμένος αντίπαλος.
Αυτό σημαίνει ότι η ψήφος δεν αποτελεί πάντοτε συνολική επιδοκιμασία. Μπορεί να είναι επιλογή ανάγκης, ψήφος διαμαρτυρίας, προσδοκία βελτίωσης ή αναζήτηση ασφάλειας. Η εκλογική νίκη, επομένως, δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με αποδοχή κάθε προγραμματικής εξαγγελίας.
Υπάρχουν, πάντως, στοιχεία που δείχνουν ότι οι πολιτικές προτάσεις εξακολουθούν να έχουν βάρος. Στη μετεκλογική έρευνα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις ευρωεκλογές του 2024, το 47% των ψηφοφόρων στην ΕΕ ανέφερε ως λόγο επιλογής κόμματος τις προτάσεις του για ευρωπαϊκά ζητήματα. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 39%, ενώ 52% ανέφερε ότι επέλεξε το κόμμα που ψηφίζει συνήθως. Οι απαντήσεις αυτές αφορούν συγκεκριμένη αναμέτρηση και δεν αποτελούν αποκλειστικές κατηγορίες ψηφοφόρων. Δείχνουν, ωστόσο, ότι η προγραμματική συμφωνία συνυπάρχει με την κομματική συνήθεια και ταύτιση.
Γιατί αποκτούν τόσο μεγάλη σημασία τα πρόσωπα
Η αξιολόγηση ενός προσώπου μπορεί να λειτουργεί ως πρακτικός τρόπος εκτίμησης μιας πολιτικής πρότασης. Οι περισσότεροι πολίτες δεν διαθέτουν τον χρόνο ή την ειδική γνώση για να εξετάσουν λεπτομερώς όλες τις εξαγγελίες. Αναζητούν, επομένως, ενδείξεις: έχει συνέπεια αυτός που μιλά; Αναλαμβάνει ευθύνες; Επιλέγει ικανά στελέχη; Αντιλαμβάνεται την καθημερινότητά τους; Πώς συμπεριφέρεται όταν βρίσκεται υπό πίεση;
Αυτές είναι ουσιαστικές πολιτικές κρίσεις. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αξιολόγηση της ηγεσίας περιορίζεται στην επικοινωνιακή επίδοση: στην ευχέρεια της ατάκας, στη σκηνοθετημένη οικειότητα ή στην ικανότητα πρόκλησης εντυπώσεων.
Η τηλεόραση και τα κοινωνικά δίκτυα ευνοούν περιεχόμενο που αναγνωρίζεται γρήγορα. Ένα πρόσωπο, μια σύγκρουση ή ένα σύνθημα προβάλλονται ευκολότερα από μια σύνθετη πρόταση για τη φορολογία, την υγεία ή την παραγωγική ανασυγκρότηση. Δημιουργείται έτσι ένα περιβάλλον στο οποίο η προσωπική εικόνα μπορεί να επισκιάσει τις προτεραιότητες, το κόστος και τις συνέπειες των πολιτικών επιλογών.
Όταν μάλιστα ένα κόμμα ταυτίζεται υπερβολικά με τον αρχηγό του, δυσκολεύεται να διαχειριστεί την αποτυχία ή τη διαδοχή. Η αμφισβήτηση της ηγεσίας μπορεί να μετατραπεί σε κρίση ύπαρξης ολόκληρου του οργανισμού.
Τι ακριβώς σημαίνει κομματικός κατακερματισμός
Χρειάζεται εδώ μια διευκρίνιση: ο κατακερματισμός δεν αυξάνεται αναγκαστικά μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση. Υπάρχουν περίοδοι διασποράς και περίοδοι συγκέντρωσης της ψήφου.
Επίσης, διαφορετικά φαινόμενα συχνά περιγράφονται με την ίδια λέξη: η είσοδος περισσότερων κομμάτων στη Βουλή, η κατανομή των ψήφων σε περισσότερους σχηματισμούς και οι διασπάσεις που συμβαίνουν μετά τις εκλογές. Μια μετεκλογική διάσπαση μεταβάλλει την κοινοβουλευτική εικόνα, χωρίς να αποδεικνύει ότι οι ψηφοφόροι έχουν ήδη ακολουθήσει τους αποχωρήσαντες.
Σημασία έχει και το σχετικό μέγεθος των κομμάτων. Ένα σύστημα με πολλά μικρά κόμματα και έναν κυρίαρχο πόλο λειτουργεί διαφορετικά από ένα σύστημα στο οποίο αρκετές δυνάμεις διαθέτουν παρόμοια εκλογική ισχύ. Ο αριθμός των κομμάτων, από μόνος του, δεν αρκεί για να περιγράψει ούτε τον ανταγωνισμό ούτε τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης.
Οι κοινωνικές και πολιτικές αιτίες
Μια βασική εξήγηση είναι ότι οι κοινωνίες περιλαμβάνουν διαφορετικές και συχνά αντικρουόμενες ανάγκες. Η διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς εξακολουθεί να έχει περιεχόμενο, αλλά διασταυρώνεται με άλλες αντιθέσεις: γύρω από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τη μετανάστευση, το περιβάλλον, τα δικαιώματα, την ασφάλεια και τη σχέση κέντρου και περιφέρειας.
Τα μεγάλα κόμματα καλούνται να συνθέσουν αυτές τις διαφορές. Όταν αδυνατούν, δημιουργείται χώρος για νέους σχηματισμούς.
Μια δεύτερη εξήγηση είναι η απογοήτευση από την αντιπροσώπευση. Ο πολίτης που θεωρεί ότι κανείς δεν τον ακούει μπορεί να στραφεί σε μικρότερο κόμμα, να αλλάζει συχνά επιλογή ή να απομακρυνθεί από την κάλπη. Η έκθεση του ΟΟΣΑ για την εμπιστοσύνη στους δημόσιους θεσμούς, που δημοσιεύθηκε το 2026, καταγράφει στις συμμετέχουσες χώρες ένα χαρακτηριστικό χάσμα: 68% θεωρεί ότι η ψήφος επηρεάζει τις κυβερνητικές αποφάσεις, αλλά μόνο 31% αισθάνεται ότι άνθρωποι σαν τους ίδιους έχουν λόγο σε αυτές. Το εύρημα δεν αποδεικνύει ότι η δυσπιστία προκαλεί κατακερματισμό· φωτίζει, όμως, το περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί.
Υπάρχει, τέλος, η εσωτερική λειτουργία των κομμάτων. Μια εκλογική ήττα ανοίγει συνήθως τη συζήτηση για την ηγεσία, τη στρατηγική και την πολιτική ταυτότητα. Όταν υπάρχουν αποδεκτοί κανόνες και ουσιαστικές συλλογικές διαδικασίες, η σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε ανανέωση. Όταν απουσιάζουν, η αποχώρηση και η ίδρυση νέου φορέα γίνονται ευκολότερη διέξοδος.
Δεν πρέπει, ωστόσο, κάθε διάσπαση να αποδίδεται σε προσωπική φιλοδοξία. Ορισμένες εκφράζουν πραγματικές πολιτικές διαφωνίες. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο νέος σχηματισμός παρουσιάζει διακριτή πρόταση και αποκτά κοινωνική βάση.
Πλουραλισμός, συνεργασίες και κυβερνησιμότητα
Η παρουσία πολλών κομμάτων δεν αποτελεί από μόνη της δημοκρατική παθολογία. Μπορεί να διευρύνει την εκπροσώπηση και να αναδείξει ζητήματα που παραμερίζονταν. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας μπορούν επίσης να στηρίζονται σε σαφείς συμφωνίες και σταθερές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες.
Οι δυσκολίες μεγαλώνουν όταν οι κομματικές διαφορές δεν συνοδεύονται από δυνατότητα συνεννόησης, όταν οι δεσμεύσεις παραμένουν ασαφείς ή όταν κάθε συμβιβασμός καταγγέλλεται ως προδοσία. Τότε η πολυφωνία δυσκολεύεται να παραγάγει αποφάσεις.
Ο κατακερματισμός μπορεί ακόμη να έχει ένα φαινομενικά παράδοξο αποτέλεσμα: να ενισχύει την κυριαρχία του μεγαλύτερου κόμματος, εφόσον οι αντίπαλοί του παραμένουν διασπασμένοι και αδυνατούν να συγκροτήσουν πειστική εναλλακτική. Αυτό εξαρτάται από την κατανομή των ψήφων, το εκλογικό σύστημα και τις δυνατότητες συνεργασίας.
Η ουσία, επομένως, βρίσκεται στη σύνδεση προσώπων, προγραμμάτων και συλλογικής ευθύνης. Οι πολίτες δικαιολογημένα αξιολογούν ποιος ζητά να κυβερνήσει. Χρειάζονται όμως και τη δυνατότητα να κρίνουν τι προτείνει, με ποιους θα το εφαρμόσει και πώς θα λογοδοτήσει. Και τα κόμματα χρειάζεται να αποδεικνύουν ότι μπορούν να εκπροσωπούν διαφορετικές κοινωνικές ανάγκες και να τις συνθέτουν σε εφαρμόσιμες αποφάσεις. Εκεί κρίνεται αν η εκλογική επιλογή μπορεί να μετατραπεί σε σταθερή σχέση δημοκρατικής εμπιστοσύνης.
