- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Η δημοκρατία χρειάζεται την αντιπαράθεση. Χωρίς διαφορετικές προτάσεις, αυστηρό έλεγχο και δυνατότητα αμφισβήτησης της εξουσίας, ο κοινοβουλευτισμός χάνει την ουσία του. Υπάρχει, όμως, μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στη σύγκρουση πολιτικών θέσεων και στην αντιμετώπιση του αντιπάλου ως εχθρού. Όταν η διαφωνία μετατρέπεται σε προσωπική απαξίωση και κάθε κυβερνητική πρωτοβουλία κρίνεται πρωτίστως από την κομματική της προέλευση, το δημόσιο συμφέρον κινδυνεύει να υποχωρήσει μπροστά στην ανάγκη της πολιτικής επικράτησης.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο ότι τα κόμματα διαφωνούν. Βρίσκεται στην αδυναμία τους να αναγνωρίσουν πότε συμφωνούν – και, ακόμη περισσότερο, να το πουν δημόσια.
Η αναγνώριση μιας σωστής απόφασης δεν αποτελεί δήλωση προσχώρησης στην κυβέρνηση. Ένα κόμμα μπορεί να ασκεί σκληρή κριτική στην οικονομική πολιτική και ταυτόχρονα να στηρίζει μια επιτυχή διπλωματική πρωτοβουλία. Μπορεί να ζητά την αποχώρηση μιας κυβέρνησης και συγχρόνως να υπερψηφίζει μια χρήσιμη κοινωνική ρύθμιση. Η αξιοπιστία του ενισχύεται όταν οι πολίτες διαπιστώνουν ότι η κρίση του εξαρτάται από το περιεχόμενο των αποφάσεων.
Αν κάθε ενέργεια της κυβέρνησης χαρακτηρίζεται αποτυχημένη εκ των προτέρων, η κριτική χάνει τη διακριτική της ικανότητα. Ο πολίτης δυσκολεύεται να ξεχωρίσει την τεκμηριωμένη καταγγελία από την επανάληψη μιας πάγιας κομματικής θέσης. Και όταν όλα παρουσιάζονται ως εξίσου καταστροφικά, ακόμη και οι σοβαρές προειδοποιήσεις κινδυνεύουν να μην ακούγονται.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δίνουν βάση στον προβληματισμό για την περιορισμένη κοινοβουλευτική συνεννόηση. Σύμφωνα με μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών για την περίοδο Ιουλίου 2023–Ιουνίου 2026, η μέση σταθμισμένη νομοθετική συναίνεση της αντιπολίτευσης στα κυβερνητικά νομοσχέδια διαμορφώθηκε στο 11,2%, το χαμηλότερο επίπεδο της περιόδου που εξετάζει η έρευνα, από το 2004. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ κομμάτων και πεδίων πολιτικής: στην άμυνα και την εξωτερική πολιτική η μελέτη καταγράφει υψηλότερη μέση συναίνεση, στο 27%.
Χρειάζεται, επίσης, προσοχή στην ερμηνεία των αριθμών. Η υπερψήφιση ενός νομοσχεδίου επί της αρχής δεν αποτυπώνει όλες τις επιμέρους συμφωνίες σε άρθρα του. Και ένα χαμηλό ποσοστό συναίνεσης δεν αποδεικνύει αυτομάτως ανευθυνότητα: μπορεί να αντανακλά ουσιαστικές ιδεολογικές διαφορές, σοβαρές αδυναμίες των προτεινόμενων ρυθμίσεων ή ανεπαρκή προετοιμασία της νομοθέτησης. Για να αξιολογηθεί μια κοινοβουλευτική στάση, χρειάζεται να εξεταστούν τα επιχειρήματα που τη συνοδεύουν.
Το ίδιο ισχύει για την καταψήφιση, το «παρών» και την αποχή. Δεν έχουν ταυτόσημο πολιτικό περιεχόμενο. Μπορούν να εκφράζουν σαφή αντίθεση, επιφυλάξεις ή διαμαρτυρία για τη διαδικασία. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η επιλογή εξηγείται πειστικά και αν εφαρμόζονται σταθερά κριτήρια. Όταν η αιτιολόγηση εξαντλείται στο ποιος κατέθεσε την πρόταση, η κοινοβουλευτική λειτουργία υποβαθμίζεται σε καταμέτρηση παραταξιακών δυνάμεων.
Στην εξωτερική πολιτική, η ανάγκη σοβαρότητας είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Οι διεθνείς σχέσεις απαιτούν συνέχεια, προετοιμασία και αξιοπιστία που υπερβαίνουν τη διάρκεια μιας κυβερνητικής θητείας. Μια συμφωνία που ενισχύει τη θέση της χώρας ή μια διπλωματική ενέργεια με αποδεδειγμένα θετικά αποτελέσματα αξίζει να αναγνωρίζεται, ακόμη και από τους αυστηρότερους αντιπάλους του πρωθυπουργού.
Αυτό, όμως, δεν συνεπάγεται υποχρέωση επιδοκιμασίας κάθε κυβερνητικού χειρισμού. Η επιτυχία μιας εξωτερικής πολιτικής κρίνεται από τους όρους των συμφωνιών, τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται, τη διάρκειά τους και τα πραγματικά οφέλη. Η αντιπολίτευση δικαιούται να αμφισβητεί την κυβερνητική αποτίμηση και οφείλει να επισημαίνει κινδύνους. Οφείλει, παράλληλα, να αναγνωρίζει τα αποτελέσματα που τεκμηριώνονται. Το εθνικό συμφέρον χρειάζεται συγκεκριμένο περιεχόμενο, ώστε να μπορεί να συζητηθεί και να ελεγχθεί.
Αντίστοιχη ευθύνη έχει η κυβέρνηση. Η συνεννόηση δεν μπορεί να ζητείται αποκλειστικά την ώρα της ψηφοφορίας, αφού έχουν προηγηθεί απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί ή έχει αποκλειστεί κάθε ουσιαστική συμβολή των άλλων κομμάτων. Προϋποθέτει έγκαιρη ενημέρωση, πραγματική διαβούλευση, επαρκή χρόνο επεξεργασίας και διάθεση αποδοχής χρήσιμων προτάσεων, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους.
Η κυβερνητική πλειοψηφία έχει αυξημένη θεσμική ευθύνη, επειδή διαθέτει την πρωτοβουλία των αποφάσεων. Ο τρόπος με τον οποίο ασκεί αυτή τη δύναμη επηρεάζει το περιθώριο συνεργασίας. Όταν αντιμετωπίζει κάθε αντίρρηση ως υπονόμευση, καλλιεργεί και η ίδια το κλίμα που καταγγέλλει.
Δεν σημαίνει αυτό ότι οι ευθύνες πρέπει να μοιράζονται μηχανικά και ισόποσα. Η αντικειμενικότητα απαιτεί να εξετάζεται κάθε περιστατικό συγκεκριμένα: ποιος προσέβαλε, ποιος αρνήθηκε τον διάλογο, ποιος παραποίησε μια θέση, ποιος απέρριψε χωρίς επαρκή αιτιολόγηση μια χρήσιμη πρόταση. Η γενική διαπίστωση ότι «όλοι ίδιοι είναι» διευκολύνει τελικά την αποφυγή της λογοδοσίας.
Πίσω από την αδιάκοπη σύγκρουση λειτουργεί και ένας εκλογικός υπολογισμός: η παραδοχή ότι ο αντίπαλος έκανε κάτι σωστό μπορεί να θεωρηθεί παραχώρηση πολιτικού πλεονεκτήματος. Έτσι, η επιτυχία της χώρας κινδυνεύει να αντιμετωπιστεί ως επικοινωνιακό πρόβλημα για εκείνον που δεν κυβερνά. Αντιστρόφως, μια κυβέρνηση μπορεί να απορρίπτει μια εύστοχη πρόταση επειδή δεν θέλει να πιστωθεί η αντιπολίτευση τη συμβολή της. Και στις δύο περιπτώσεις, οι πολίτες πληρώνουν το κόστος της κομματικής ιδιοκτησίας των λύσεων.
Η προσωπική προσβολή επιβαρύνει ακόμη περισσότερο αυτό το περιβάλλον. Μεταφέρει τη συζήτηση από την ουσία στον χαρακτήρα, στις προθέσεις και στην ηθική υπόσταση του άλλου. Η διαφωνία παύει να αφορά μια απόφαση και γίνεται αμφισβήτηση του δικαιώματος του αντιπάλου να εκφράζει διαφορετική άποψη. Τότε ο συμβιβασμός παρουσιάζεται ως προδοσία και η αναθεώρηση ως ταπείνωση.
Μια ώριμη πολιτική ζωή χρειάζεται ανθρώπους που μπορούν να πουν «εδώ συμφωνώ», «αυτό ήταν σωστό», «σε αυτό έκανα λάθος». Χρειάζεται επίσης πολίτες που δεν τιμωρούν αυτές τις παραδοχές ως ένδειξη αδυναμίας. Όσο η εκλογική επιβράβευση συνδέεται με την επιθετικότητα και την απόλυτη βεβαιότητα, η ψύχραιμη στάση θα δυσκολεύεται να βρει χώρο.
Η απαίτηση για καλύτερη πολιτική εκπροσώπηση είναι δικαιολογημένη. Αποκτά, όμως, μεγαλύτερη δύναμη όταν διατυπώνεται με συγκεκριμένα κριτήρια: τεκμηρίωση, συνέπεια, σεβασμός, δυνατότητα συνεργασίας και καθαρές εναλλακτικές προτάσεις. Η δημοκρατία έχει ανάγκη από σκληρές ερωτήσεις και ουσιαστικές διαφωνίες. Έχει εξίσου ανάγκη από την πολιτική γενναιότητα να αναγνωρίζεται μια σωστή απόφαση, ακόμη κι όταν την έχει πάρει ο αντίπαλος.
