- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Η αντίφαση είναι πραγματική: η Ευρωπαϊκή Ένωση διακηρύσσει ότι η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και η ελευθερία της ενημέρωσης αποτελούν θεμέλια της εξωτερικής της πολιτικής, ενώ εξακολουθεί να αναζητεί στενότερη συνεργασία με μια τουρκική εξουσία που περιορίζει συστηματικά αυτές τις αρχές. Η εξήγηση βρίσκεται στα συμφέροντα, στις εξαρτήσεις και στους φόβους των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Αυτό, όμως, εξηγεί τη στάση τους· δεν αρκεί για να τη δικαιολογήσει.
Τα πρόσφατα γεγονότα ενισχύουν την εικόνα μιας βαθύτερης αυταρχικής σκλήρυνσης. Στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου για το 2026, οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα κατατάσσουν την Τουρκία στην 163η θέση μεταξύ 180 χωρών, έναντι της 159ης το 2025. Η οργάνωση περιγράφει ένα περιβάλλον στο οποίο η δικαστική πίεση, η λογοκρισία και οι απειλές υπονομεύουν την ανεξάρτητη δημοσιογραφία.
Στις 14 Οκτωβρίου, η αστυνομική έφοδος στο Halk TV και η τοποθέτηση κρατικά διορισμένου διαχειριστή έδωσαν σε αυτή την κατάσταση μια ιδιαίτερα απτή μορφή. Η εισαγγελία επικαλείται έρευνα για οικονομικά αδικήματα σε βάρος του ιδιοκτήτη του σταθμού, ο οποίος απορρίπτει τις κατηγορίες. Η παρέμβαση συνοδεύτηκε από διακοπή της ζωντανής ενημέρωσης. Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ζήτημα: μια έρευνα σε βάρος επιχειρηματία μετατρέπεται σε αλλαγή ελέγχου ενός μέσου με έντονη κριτική παρουσία απέναντι στην κυβέρνηση.
Κανένας ιδιοκτήτης μέσου ενημέρωσης και κανένας αιρετός δεν δικαιούται ασυλία απέναντι στον νόμο. Αλλά η επίκληση της νομιμότητας δεν αρκεί όταν αμφισβητούνται η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, η αναλογικότητα των μέτρων και η ισότιμη εφαρμογή τους. Η ευρωπαϊκή κριτική, άλλωστε, έχει καταγράψει τόσο τις πιέσεις στη δικαιοσύνη όσο και τις απομακρύνσεις και αντικαταστάσεις εκλεγμένων δημάρχων.
Στην περίπτωση του Εκρέμ Ιμάμογλου χρειάζεται και μία διευκρίνιση: η εξέλιξη της 14ης Οκτωβρίου αφορά την έναρξη της απολογίας του στη μεγάλη, ήδη εξελισσόμενη δίκη για τον Δήμο Κωνσταντινούπολης· δεν πρόκειται κατ’ ανάγκην για έναρξη νέας δίκης εκείνη την ημέρα. Η Human Rights Watch έχει προηγουμένως χαρακτηρίσει τις κατηγορίες πολιτικά υποκινούμενες και έχει καταγγείλει περιορισμούς στην πρόσβαση δημοσιογράφων και κοινού στις ακροάσεις.
Το πολιτικό νόημα αυτών των εξελίξεων υπερβαίνει τις επιμέρους υποθέσεις. Όταν οι αντίπαλοι της εξουσίας αντιμετωπίζουν διαρκή δικαστική πίεση, όταν εκλεγμένοι δήμαρχοι απομακρύνονται και όταν τα μέσα που καλύπτουν αυτές τις υποθέσεις χάνουν την ανεξαρτησία τους, διαμορφώνεται ένας μηχανισμός περιορισμού του πολιτικού ανταγωνισμού. Οι εκλογές μπορεί να εξακολουθούν να διεξάγονται, αλλά οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες διεξάγονται γίνονται ολοένα πιο άνισες.
Γι’ αυτό ο χαρακτηρισμός «αυταρχικό καθεστώς» είναι ουσιαστικός και τεκμηριώσιμος. Ο όρος «φασιστικό» απαιτεί μεγαλύτερη ιστορική και εννοιολογική προσοχή. Η καταστολή, ο εθνικισμός, η προσωποποίηση της εξουσίας και η αντιμετώπιση των αντιπάλων ως εχθρών μπορούν να θυμίζουν πρακτικές φασιστικών καθεστώτων. Ωστόσο, για τη σημερινή Τουρκία, η περιγραφή μιας αυταρχικής εξουσίας που διατηρεί εκλογικούς θεσμούς ενώ υπονομεύει την ισοτιμία του ανταγωνισμού αποδίδει ακριβέστερα το πρόβλημα. Η ακρίβεια ενισχύει την κριτική.
Γιατί, λοιπόν, οι Ευρωπαίοι συνεχίζουν να συνομιλούν με τον Ερντογάν; Καταρχάς, επειδή η γεωγραφία δεν καταργείται με μια πολιτική καταδίκη. Η Τουρκία επηρεάζει την ασφάλεια της Μαύρης Θάλασσας, τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, τις μεταναστευτικές διαδρομές και τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι επίσης μέλος του ΝΑΤΟ. Η επίσημη ευρωπαϊκή ατζέντα εξακολουθεί να τη συνδέει με τη συνεργασία στην ασφάλεια, στη μετανάστευση και στην οικονομία.
Το μεταναστευτικό αποτελεί ιδιαίτερα ισχυρό παράγοντα. Η συνεργασία βάσει της δήλωσης ΕΕ–Τουρκίας του 2016 παραμένει βασικό πλαίσιο των σχέσεων. Από αυτό προκύπτει μια πολιτική εξάρτηση: κυβερνήσεις που φοβούνται το εσωτερικό κόστος μιας αύξησης των αφίξεων έχουν κίνητρο να αποφεύγουν τη σύγκρουση με την Άγκυρα. Πρόκειται για πολιτική εκτίμηση, αλλά εξηγεί γιατί η προστασία των συνόρων συχνά αποκτά μεγαλύτερο πρακτικό βάρος από την προστασία των ελευθεριών στο εσωτερικό της Τουρκίας.
Υπάρχουν επίσης οι οικονομικές σχέσεις, οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και η τελωνειακή ένωση. Μια γενικευμένη ρήξη θα είχε κόστος και για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και για την τουρκική κοινωνία. Γι’ αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση συνδυάζει το ουσιαστικό πάγωμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τη συνέχιση της συνεργασίας σε επιλεγμένους τομείς.
Τέλος, η «Ευρώπη» δεν αποτελεί ενιαίο πολιτικό υποκείμενο με μία βούληση. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Επιτροπή και οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν διαφορετικές αρμοδιότητες και προτεραιότητες. Ακόμη και μεταξύ των κυβερνήσεων διαφέρουν οι οικονομικές εξαρτήσεις και οι εκτιμήσεις ασφαλείας. Η απόσταση ανάμεσα σε μια αυστηρή καταγγελία και σε μια δεσμευτική κοινή απόφαση μπορεί επομένως να είναι μεγάλη.
Όλα αυτά καθιστούν τον διάλογο αναγκαίο. Δεν καθιστούν αναπόφευκτη την παροχή πολιτικών και οικονομικών ανταλλαγμάτων χωρίς ουσιαστικούς όρους.
Εδώ βρίσκεται η ισχυρότερη κριτική προς την ευρωπαϊκή στάση. Η συνάντηση με έναν αυταρχικό ηγέτη αποτελεί μέρος της διπλωματίας. Η αναβάθμιση των σχέσεων, όμως, ενώ η καταστολή διευρύνεται, μπορεί να λειτουργήσει ως μήνυμα ότι οι παραβιάσεις δεν επηρεάζουν τις σημαντικές αποφάσεις. Όταν οι καταγγελίες παραμένουν προβλέψιμες και οι συνεργασίες συνεχίζονται ανεπηρέαστες, η αποτρεπτική ισχύς της ευρωπαϊκής πολιτικής εξασθενεί.
Αυτό έχει και στρατηγικό κόστος. Η υπονόμευση των θεσμών στο εσωτερικό μιας χώρας δημιουργεί μεγαλύτερη εξάρτηση από τις προσωπικές επιλογές του ηγέτη της. Η Ευρώπη κινδυνεύει έτσι να επενδύει στη βραχυπρόθεσμη συνεννόηση με τον Ερντογάν, ενώ αποδυναμώνεται η θεσμική προβλεψιμότητα που θα εξυπηρετούσε τις μακροπρόθεσμες σχέσεις της με την Τουρκία.
Μια συνεπέστερη πολιτική θα συνέδεε κάθε νέα αναβάθμιση με συγκεκριμένα, δημόσια και επαληθεύσιμα κριτήρια: εγγυήσεις δίκαιης δίκης, προστασία της ανεξάρτητης ενημέρωσης, σεβασμό της λαϊκής εντολής στην αυτοδιοίκηση και συμμόρφωση με τις δεσμεύσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Θα διατηρούσε παράλληλα ανοικτές τις σχέσεις με πανεπιστήμια, δημοσιογράφους, επαγγελματικούς φορείς και την κοινωνία των πολιτών. Η Τουρκία είναι πολύ ευρύτερη από την κυβέρνησή της.
Για την Ελλάδα, ειδικότερα, η ανάγκη επικοινωνίας με την Άγκυρα παραμένει πραγματική. Η αποτροπή μιας κρίσης και η υποστήριξη των δημοκρατικών ελευθεριών στην Τουρκία μπορούν να αποτελούν ταυτόχρονους στόχους. Μάλιστα, μια γειτονική χώρα με ισχυρότερους θεσμούς και μεγαλύτερη λογοδοσία θα προσέφερε ασφαλέστερες προϋποθέσεις συνεννόησης.
Στο ερώτημα για πόσο ακόμη θα τείνουν χείρα φιλίας στον Ερντογάν;, η πιθανότερη απάντηση είναι δυσάρεστη: όσο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις υπολογίζουν ότι το άμεσο κόστος της πίεσης υπερβαίνει το κόστος της ανοχής. Δεν υπάρχει κάποιος αυτόματος αριθμός συλλήψεων ή κάποια θέση σε έναν διεθνή δείκτη που ενεργοποιεί υποχρεωτικά την αλλαγή πολιτικής.
Αυτό ακριβώς πρέπει να αμφισβητηθεί πολιτικά. Η Ευρώπη θα συνεχίσει να συνομιλεί με την τουρκική ηγεσία. Το κριτήριο της αξιοπιστίας της είναι αν μπορεί να θέσει όρους, να τους τηρήσει και να δεχθεί το κόστος τους όταν παραβιάζονται. Διαφορετικά, η δημοκρατία θα παραμένει κεντρική στις ευρωπαϊκές διακηρύξεις και διαπραγματεύσιμη στις ευρωπαϊκές αποφάσεις.
