Γαλλία–Τουρκία: τα όρια της συμμαχίας και η ελληνική ασφάλεια

Η προσέγγιση Παρισιού και Άγκυρας απαιτεί επαγρύπνηση και σαφείς απαντήσεις, χωρίς να αποδεικνύει από μόνη της εγκατάλειψη της Ελλάδας.

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Η ανησυχία που προκαλεί η γαλλοτουρκική αμυντική προσέγγιση είναι εύλογη (“Γαλλία και Τουρκία ενισχύουν την αμυντική τους συνεργασία”). Όταν μια χώρα με την οποία η Ελλάδα έχει αναπτύξει ιδιαίτερα στενή στρατηγική σχέση ενισχύει τη συνεργασία της με την Τουρκία, η εξέλιξη χρειάζεται προσεκτική αξιολόγηση. Ωστόσο, από τη συνεργασία Παρισιού–Άγκυρας δεν προκύπτει αυτομάτως ότι η Γαλλία ακυρώνει τις δεσμεύσεις της προς την Ελλάδα. Προκύπτει, όμως, ότι οι ελληνικές προσδοκίες πρέπει να στηρίζονται σε συγκεκριμένες συμφωνίες, επιχειρησιακή προετοιμασία και διαρκή διπλωματική εργασία.

Πρώτα χρειάζεται μια ουσιαστική διευκρίνιση για την ίδια την είδηση. Η υπογραφή Οδικού Χάρτη Αμυντικής Συνεργασίας ανακοινώθηκε για το Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026, από το τουρκικό υπουργείο Άμυνας και μεταδόθηκε από το Anadolu. Πρόκειται για εξέλιξη που αφορά την ενίσχυση του αμυντικού διαλόγου και της συνεργασίας. Η δημοσιοποιημένη περιγραφή, όμως, δεν τεκμηριώνει από μόνη της συγκεκριμένη σύμβαση αγοράς του SAMP/T.

Επίσης, το δημοσίευμα του Reuters που επικαλείται πέντε πηγές είναι της 6ης Ιουλίου 2026 (“Exclusive-France softens stance on Turkey SAMP/T air defence sale, sources say”) Αφορούσε μεγαλύτερη γαλλική προθυμία να συζητηθεί μια πιθανή πώληση, με τις διαπραγματεύσεις ακόμη σε αρχικό στάδιο. Στις 8 Ιουλίου, ο Μακρόν επιβεβαίωσε ότι συνεχιζόταν τεχνική εργασία με την Ιταλία και την Τουρκία για ενδεχόμενη εξαγωγή. Συνεπώς, τα στοιχεία που ελέγχθηκαν δείχνουν πρόοδο στην προσέγγιση, αλλά δεν αρκούν για να παρουσιάσουμε την πώληση ως ολοκληρωμένη.

Η διάκριση έχει σημασία: άλλο ο πολιτικός διάλογος, άλλο η έγκριση εξαγωγής, άλλο η υπογεγραμμένη σύμβαση και άλλο η παράδοση ενός συστήματος σε επιχειρησιακή λειτουργία.

Η θέση ότι «τα κράτη έχουν συμφέροντα και όχι φιλίες» περιέχει μια βασική αλήθεια, αλλά χρειάζεται συμπλήρωση. Οι σταθερές συμμαχίες είναι και αυτές συμφέρον. Η αξιοπιστία, η τήρηση των δεσμεύσεων και η εμπιστοσύνη των εταίρων έχουν στρατηγική αξία. Μια χώρα που εγκαταλείπει εύκολα τις υποχρεώσεις της δυσκολεύεται να οικοδομήσει συνεργασίες στο μέλλον.

Επομένως, το γαλλικό συμφέρον δεν εξαντλείται στην πώληση οπλικών συστημάτων. Περιλαμβάνει και τη διατήρηση της αξιοπιστίας της Γαλλίας ως ευρωπαϊκής δύναμης, την ασφάλεια της Μεσογείου και τη σχέση της με την Ελλάδα. Τα συμφέροντα αυτά μπορούν, ωστόσο, να συνυπάρχουν με την επιδίωξη συνεργασίας με την Τουρκία.

Η πιθανότερη στρατηγική ερμηνεία –και εδώ μιλάμε για εκτίμηση– είναι ότι το Παρίσι επιδιώκει να διατηρεί επιρροή και στις δύο πλευρές. Η Τουρκία έχει βάρος στη Μαύρη Θάλασσα, στη Μέση Ανατολή και στο ΝΑΤΟ, ενώ μια αμυντική συνεργασία δημιουργεί οικονομικούς και τεχνολογικούς δεσμούς. Από τη γαλλική οπτική, η προσέγγιση μπορεί να θεωρείται τρόπος επηρεασμού της Άγκυρας. Από την ελληνική οπτική, όμως, μπορεί να ενισχύει έναν δυνητικό αντίπαλο. Αυτή η διαφορά οπτικής είναι πραγματική και δεν λύνεται με διαβεβαιώσεις περί φιλίας.

Παράλληλα, δεν πρέπει να παραβλέπουμε τα αντίθετα στοιχεία. Στις 25 Απριλίου 2026, το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας ανακοίνωσε την υπογραφή ανανέωσης της ελληνογαλλικής στρατηγικής συμφωνίας. Αυτό αποτελεί συγκεκριμένη ένδειξη συνέχισης της συνεργασίας και πρέπει να συνεκτιμηθεί μαζί με τη γαλλοτουρκική προσέγγιση.

Το δημοσιευμένο κείμενο της συμφωνίας του 2021 προβλέπει στο άρθρο 2 αμοιβαία βοήθεια με όλα τα κατάλληλα διαθέσιμα μέσα, ακόμη και με ένοπλη δύναμη εφόσον χρειαστεί, όταν οι δύο πλευρές διαπιστώσουν από κοινού ένοπλη επίθεση εναντίον του εδάφους της μίας. Πρόκειται για σοβαρή δέσμευση. Η διατύπωση δεν εξαιρεί επιτιθέμενο λόγω συμμετοχής του στο ΝΑΤΟ. Περιλαμβάνει, όμως, προϋποθέσεις: ένοπλη επίθεση, εδαφικό πεδίο εφαρμογής και κοινή διαπίστωση.

Γι’ αυτό η γενική φράση «η Γαλλία θα είναι κοντά μας σε μια σύρραξη» χρειάζεται ακρίβεια. Μια επίθεση κατά ελληνικού νησιού, μια σύγκρουση πλοίων και μια κρίση γύρω από έρευνες σε θαλάσσια περιοχή δεν αποτελούν ταυτόσημα περιστατικά. Η ΑΟΖ αφορά κυριαρχικά δικαιώματα και δεν ταυτίζεται με κρατικό έδαφος. Δεν μπορούμε, επομένως, να θεωρούμε ότι κάθε ελληνοτουρκική ένταση ενεργοποιεί αυτομάτως την ίδια στρατιωτική αντίδραση.

Αυτό δεν καθιστά τη συμφωνία άνευ αξίας. Δείχνει γιατί απαιτούνται εκ των προτέρων συνεννοήσεις για συγκεκριμένα σενάρια. Η αξία μιας ρήτρας ενισχύεται όταν συνοδεύεται από κοινό σχεδιασμό, ασκήσεις, διαύλους επικοινωνίας και δυνατότητα γρήγορης εφαρμογής.

Εξίσου προσεκτικά πρέπει να αξιολογηθεί το SAMP/T. Είναι σύστημα αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας. Η κατασκευάστρια κοινοπραξία παρουσιάζει τη νέα γενιά του ως μέσο προστασίας δυνάμεων και κρίσιμων εγκαταστάσεων, με δυνατότητες αντιμετώπισης αεροσκαφών και πυραυλικών απειλών.

Ο αμυντικός χαρακτήρας του δεν σημαίνει ότι είναι στρατηγικά αδιάφορο για την Ελλάδα. Η αποτελεσματικότερη προστασία στρατιωτικών εγκαταστάσεων μπορεί να αυξήσει την ελευθερία δράσης μιας χώρας και σε μια επιθετική επιχείρηση. Αυτή είναι επιχειρησιακή εκτίμηση, όχι απόδειξη τουρκικού σχεδιασμού. Αν υπάρξει προμήθεια, η επίδρασή της θα εξαρτηθεί από την έκδοση, τις ποσότητες, την ανάπτυξη, τη δικτύωση, την εκπαίδευση και ενδεχόμενη μεταφορά τεχνολογίας. Ο τίτλος μιας συμφωνίας δεν αρκεί για να υπολογιστεί η μεταβολή του στρατιωτικού συσχετισμού.

Για την Αθήνα, η ψύχραιμη αντίδραση έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο:

  • Να ζητήσει ενημέρωση για το εύρος του Οδικού Χάρτη και την πραγματική πορεία των συζητήσεων για το SAMP/T.
  • Να θέσει στο Παρίσι τις επιπτώσεις που θα είχε μια προμήθεια ή συμπαραγωγή στην ελληνική ασφάλεια.
  • Να επιδιώξει σαφέστερη επιχειρησιακή εφαρμογή της ελληνογαλλικής συνεργασίας σε ενδεχόμενη κρίση.
  • Να ενισχύει τη δική της αποτρεπτική ικανότητα, τη συντήρηση, τα αποθέματα και την αμυντική παραγωγή, χωρίς κάθε νέα εξέλιξη να μεταφράζεται μηχανικά σε πρόσθετες αγορές.
  • Να διατηρεί πολλαπλές συνεργασίες και τον διάλογο με την Τουρκία, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος λανθασμένου υπολογισμού.

Πού πηγαίνουμε, λοιπόν; Τα μέχρι στιγμής στοιχεία παραπέμπουν σε ένα περιβάλλον όπου οι συμμαχίες γίνονται περισσότερο σύνθετες: ένας στενός εταίρος της Ελλάδας μπορεί ταυτόχρονα να συνεργάζεται με την Τουρκία. Δεν έχει τεκμηριωθεί ελληνική εγκατάλειψη, αλλά ούτε δικαιολογείται η βεβαιότητα ότι η γαλλική πολιτική θα συμπίπτει πάντοτε με τις ελληνικές επιδιώξεις.

Η Ελλάδα δικαιούται να απαιτεί συνέπεια στις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί. Χρειάζεται επίσης να φροντίζει ώστε η υπεράσπιση της ασφάλειάς της να αποτελεί σταθερό συμφέρον των εταίρων της. Η συμμαχία με τη Γαλλία παραμένει πολύτιμη· η αποτελεσματικότητά της θα κριθεί από τις συγκεκριμένες αποφάσεις, την προετοιμασία και τη συμπεριφορά των δύο χωρών όταν εμφανιστεί πραγματική δοκιμασία.

 

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή