- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Η ερώτηση είναι ουσιαστική, αρκεί να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα. Μια δημοκρατική κοινωνία δεν χρειάζεται να ψηφίζει ενιαία ούτε να συμφωνεί σε όλα. Η ύπαρξη δεξιών, αριστερών, κεντρώων και άλλων πολιτικών επιλογών είναι φυσιολογική. Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι διαφωνίες συνοδεύονται από την πεποίθηση ότι ο άλλος είναι εχθρός, ότι οι θεσμοί υπηρετούν πάντοτε «τους δικούς τους» και ότι κανένας κοινός κανόνας δεν ισχύει για όλους.
Επομένως, αυτό που ονομάζουμε «ψυχική ενότητα» δεν είναι ομοφωνία. Είναι η δυνατότητα να αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον ως συμπολίτη, ακόμη και όταν συγκρουόμαστε πολιτικά. Στην Ελλάδα αυτή η δυνατότητα δοκιμάζεται από μια μακρά ιστορία αντιπαραθέσεων, αλλά και από πολύ σημερινές εμπειρίες αδικίας, ανασφάλειας και δυσπιστίας.
Η ιστορία άφησε βαθιά πολιτικά ίχνη
Οι συγκρούσεις του 20ού αιώνα –ο Εμφύλιος, οι διώξεις, η δικτατορία– δεν καθορίζουν μηχανικά τον σημερινό ψηφοφόρο. Άφησαν, όμως, πολιτικές μνήμες που συχνά μεταφέρθηκαν μέσα στις οικογένειες. Για πολλά χρόνια, η κομματική ταυτότητα δήλωνε κάτι περισσότερο από μια προτίμηση για την οικονομία ή τη διοίκηση: δήλωνε σε ποια πλευρά μιας ιστορικής διαίρεσης ένιωθε ότι ανήκει κάποιος.
Η Μεταπολίτευση έδωσε στη χώρα δημοκρατική σταθερότητα, χωρίς να εξαφανίσει τη συνήθεια να αντιμετωπίζεται η πολιτική ως αναμέτρηση στρατοπέδων. Σε αυτήν προστέθηκαν αργότερα νέες τομές: τα μνημόνια, η σχέση με την Ευρώπη, το μεταναστευτικό, η ταυτότητα και τα δικαιώματα. Δεν χωρίζονται όλοι οι πολίτες με τον ίδιο τρόπο σε κάθε ζήτημα. Ένας άνθρωπος μπορεί να επιθυμεί ισχυρό κοινωνικό κράτος και ταυτόχρονα να έχει συντηρητικές απόψεις για άλλα θέματα. Αυτοί οι διαφορετικοί συνδυασμοί πεποιθήσεων εξηγούν μέρος της κομματικής διασποράς.
Η δυσπιστία έχει ισχυρότερη εξηγητική δύναμη από τις ταμπέλες
Τα στοιχεία της ελληνικής έρευνας World Values Survey του 2025 φωτίζουν αυτή τη διάσταση. Το 59,3% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι το πολιτικό σύστημα αφήνει σε ανθρώπους σαν τους ίδιους λίγο ή καθόλου λόγο στις κυβερνητικές αποφάσεις. Μόλις το 14,2% συμφώνησε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άξιοι εμπιστοσύνης. Παράλληλα, εννέα στους δέκα θεωρούν τη δημοκρατία καλό τρόπο διακυβέρνησης. Πρόκειται για ευρήματα έρευνας στάσεων, όχι για αιτιώδη απόδειξη· δείχνουν όμως κάτι κρίσιμο: η απογοήτευση από τον τρόπο που λειτουργεί η πολιτική μπορεί να συνυπάρχει με ισχυρή προσήλωση στη δημοκρατία.
Όταν ο πολίτης πιστεύει ότι η προσπάθειά του μετρά λιγότερο από τις γνωριμίες, ότι οι ευθύνες δεν αποδίδονται δίκαια ή ότι δεν ακούγεται παρά μόνο προεκλογικά, δυσκολεύεται να ταυτιστεί με ένα ευρύ πολιτικό σχέδιο. Μπορεί να ψηφίσει από αγανάκτηση, να αναζητήσει μια νέα φωνή, να στηρίξει ένα μικρότερο κόμμα ή να απομακρυνθεί από την κάλπη. Αυτές είναι διαφορετικές αντιδράσεις στην ίδια αίσθηση πολιτικής απόστασης.
Η οικονομική πίεση μετατρέπεται και σε κρίση εκπροσώπησης
Η ακρίβεια δεν ενώνει αυτομάτως όσους την υφίστανται. Ο μισθωτός, ο ελεύθερος επαγγελματίας, ο συνταξιούχος και ο νέος που δυσκολεύεται να βρει κατοικία μπορεί να αντιμετωπίζουν οικονομική πίεση, αλλά να διαφωνούν έντονα για τις αιτίες και τις λύσεις της. Στην ίδια έρευνα, το 77,4% επέλεξε την αντιμετώπιση των αυξήσεων των τιμών ως το πιο επείγον ζήτημα από τον κατάλογο που του παρουσιάστηκε. Η κοινή αγωνία, λοιπόν, υπάρχει· αυτό που λείπει συχνά είναι μια κοινά πειστική απάντηση.
Τα κόμματα καλούνται να μετατρέψουν διάσπαρτες ανάγκες σε εφαρμόσιμες πολιτικές. Όταν υπόσχονται περισσότερα από όσα εξηγούν ή όταν οι εσωτερικές τους διαμάχες κυριαρχούν στη δημόσια εικόνα τους, η σχέση εκπροσώπησης εξασθενεί. Ο ψηφοφόρος δεν αναζητά τότε μόνο πρόγραμμα. Αναζητά και κάποιον που πιστεύει ότι καταλαβαίνει την εμπειρία του.
Δεν είναι όλες οι πολιτικές επιλογές ίδιες
Η διασπορά της ψήφου δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε μια εύκολη εξίσωση όλων των κομμάτων. Άλλο είναι η θεμιτή διαφωνία για τη φορολογία, την κοινωνική πολιτική ή τη μετανάστευση και άλλο η αμφισβήτηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων ή η στοχοποίηση ανθρώπων λόγω της ταυτότητάς τους. Ούτε μπορεί κάθε ψηφοφόρος ενός κόμματος να περιγραφεί με ένα ενιαίο ψυχολογικό ή ηθικό χαρακτηριστικό.
Χρειάζεται επίσης προσοχή με τη λέξη «ακροδεξιά»: οι πολιτικοί χώροι έχουν διαφορές μεταξύ τους και η κατάταξή τους απαιτεί εξέταση των θέσεων και της δράσης τους. Η σοβαρή ανάλυση οφείλει να κρίνει καθαρά τις ιδέες, χωρίς να προσβάλλει συλλήβδην τους πολίτες που αναζητούν πολιτική εκπροσώπηση.
Τι θα μπορούσε να μας συνδέσει;
Η κοινωνική συνοχή δεν οικοδομείται με μια γενική έκκληση να «είμαστε όλοι ενωμένοι». Χρειάζεται να μπορεί ο πολίτης να διαπιστώνει στην πράξη ότι οι κανόνες εφαρμόζονται ισότιμα, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες ανταποκρίνονται, ότι τα κόμματα λογοδοτούν και ότι η διαφωνία ακούγεται χωρίς να μετατρέπεται σε εχθρότητα. Χρειάζονται επίσης χώροι κοινής δράσης –στον δήμο, στο σχολείο, στους συλλόγους, στην εργασία– όπου άνθρωποι με διαφορετική ψήφο μπορούν να επιλύουν μαζί πραγματικά προβλήματα.
Η Ελλάδα δεν στερείται κοινών ανησυχιών. Στερείται συχνά εμπιστοσύνης ότι αυτές οι ανησυχίες θα αντιμετωπιστούν δίκαια και αποτελεσματικά. Εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, ο πυρήνας του ζητήματος. Η ψυχική ενότητα που αξίζει σε μια δημοκρατία δεν απαιτεί να σβήσουν οι πολιτικές διαφορές. Απαιτεί να μη χαθεί, μέσα από αυτές, η αίσθηση ότι μοιραζόμαστε την ίδια χώρα και έχουμε ίσο δικαίωμα να καθορίσουμε το μέλλον της.
