Ο Γερμανοαυστριακός ηθοποιός, που ο Ταραντίνο του έδωσε την ευκαιρία να κερδίσει δυο Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου, συμπρωταγωνιστώντας, αρχικά, στη καυστική όσο και ξεκαρδιστική πολεμική περιπέτεια «Άδωξοι Μπάσταρδη» το 2009 και μετά από δυο χρόνια στο υπέροχο σπαγγέτι γουέστερν «Django: Ο Τιμωρός», θα καταστεί ένας από τους πολυτιμότερους καρατερίστες της εποχής, κερδίζοντας με άνεση τις εντυπώσεις από τα πρώτα ονόματα και θα γίνει μαγνήτης για τους σινεφίλ.
Έχοντας τη δεινότητα να υποδύεται από «σαδιστές κακούς», μέχρι κωμικούς ρόλους, με την ερμηνευτική του γκάμα να απλώνεται εύκολα από το ένα άκρο έως το άλλο, ο Βαλτς εκπέμπει ταυτόχρονα γοητεία, ευγένεια και μια ιδιαίτερη ψυχρότητα, που φτάνει στα όρια ενός αντίστοιχου υποκριτικού θρύλου, του Τζιν Χάκμαν. Η εκφορά του λόγου του έχει έναν μουσικό ρυθμό, ενώ με κάθε του κίνηση, παύση, μορφασμό, μπορεί να δώσει τον σωστό κινηματογραφικό τόνο, να απογειώσει τον χαρακτήρα που υποδύεται και να συναρπάσει.
Ο Κρίστοφ Βαλτς, που συμπληρώνει τα 70 του χρόνια (4 Οκτωβρίου 1956), είναι και μια άκρως ενδιαφέρουσα προσωπικότητα, παραμένει ενεργός και πάντα περιμένουμε με ανυπομονησία την επόμενη ταινία του. Ωστόσο, πριν τα Όσκαρ και τη διεθνή αναγνώρισή του, είχε μια μεγάλη πορεία στο θέατρο και στην αυστριακή τηλεόραση, ενώ δεν είναι τυχαία η βιεννέζικη καταγωγή του, την οποία διεκδίκησε με πάθος, παρότι έλαβε το 2020 και την αμερικανική υπηκοότητα, κυρίως για φορολογικούς λόγους.
Ο Φρόιντ, ο Στάινμπρεχερ και ο Χάνεκε
Γεννημένος το 1956 στη Βιέννη, από Αυστριακή μητέρα και Γερμανό πατέρα, ένα αποκλειστικά νομικό ζήτημα της εποχής τού έδωσε υποχρεωτικά τη γερμανική υπηκοότητα. Γιος του σκηνογράφου Γιοχάνες Βαλτς και της ενδυματολόγου Ελίζαμπεθ Ούρμπαντσιτς, ο Κρίστοφ Βαλτς είχε παππούδες ηθοποιούς, ενώ από την πλευρά της μητέρας του, ο παππούς του ήταν ψυχίατρος, μαθητής του Σίγκμουντ Φρόιντ. Ο πατέρας του πέθανε όταν ο Βαλτς ήταν μόλις επτά ετών και η μητέρα του παντρεύτηκε τον συνθέτη Αλεξάντερ Στάινμπρεχερ, που ήταν προηγουμένως παντρεμένος με τη μητέρα του διάσημου Μίκαελ Χάνεκε. Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, ο σπουδαίος σκηνοθέτης Χάνεκε και ο Βαλτς είχαν τον ίδιο πατριό!
Αυστριακός 100 τοις εκατό
Χωρίς να χωνέψει ποτέ τη γερμανική υπηκοότητα, το 2010 απαίτησε και πήρε την αυστριακή υπηκοότητα, πετώντας το γερμανικό διαβατήριο στο καλάθι των αχρήστων. Όταν ρωτήθηκε κάποια στιγμή για το πώς νιώθει, είπε: «Γεννήθηκα στη Βιέννη, μεγάλωσα στη Βιέννη, πήγα σχολείο στη Βιέννη, αποφοίτησα στη Βιέννη, σπούδασα στη Βιέννη, άρχισα να υποδύομαι στη Βιέννη και υπάρχουν ακόμη πολλοί βιεννέζικοι δεσμοί» (εννοώντας προφανώς τον πρώτο του γάμο και τα τέσσερα παιδιά που απέκτησε). Για να συμπληρώσει με νόημα, «πόσο περισσότερο Αυστριακός μπορεί να είμαι;»
Η όπερα, το θέατρο και η τηλεόραση
Ως γνήσιος Βιεννέζος, ο Βαλτς, είχε πάθος για το λυρικό θέατρο από την παιδική του ηλικία, ενώ ως έφηβος έβλεπε όπερα δυο φορές την εβδομάδα. Αρχικά δεν ενδιαφερόταν για το θέατρο και ήθελε να γίνει τενόρος. Μετά το σχολείο, σπούδασε υποκριτική στο φημισμένο Σεμινάριο Max Reinhardt, ενώ ταυτόχρονα έκανε τραγούδι και όπερα στο Πανεπιστήμιο Μουσικής και Παραστατικών Τεχνών της Βιέννης, αλλά τελικά αποφάσισε ότι η φωνή του δεν ήταν αρκετά καλή για μια καριέρα στην όπερα. Έτσι στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, πέρασε ένα διάστημα στη Νέα Υόρκη, ως σπουδαστής των Λι Στράσμπεργκ και Στέλλα Άντλερ και επέστρεψε στη γενέτειρά του, όπου βρήκε δουλειά στο θέατρο. Έκανε το ντεμπούτο του στο Schauspielhaus της Ζυρίχης. Επίσης, εμφανίστηκε στο Σάλτσμπουργκ, σε θέατρα της Κολωνίας και του Αμβούργου, ενώ από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80 και για περίπου 30 χρόνια δούλεψε πολύ στη γερμανική και αυστριακή τηλεόραση.
Η πρώτη βράβευση
Έκανε πολλά σίριαλ, τηλεταινίες και φυσικά θέατρο, για να έρθει το 1996, η πρώτη βράβευσή του στο τηλεοπτικό φεστιβάλ του Μπάντεν Μπάντεν, για την τηλεταινία «Du Bist Nicht Allein – Die Roy Black Story», του Πίτερ Κέγκλεβιτς, με τον ίδιο πρωταγωνιστή. Το 1999 υποδύεται τον Γκαίτε, στην ταινία «Die Braut», ενώ το 2000 γράφει και σκηνοθετεί την τηλεταινία «Wenn Man Sich Traut» και αμέσως μετά παίζει στη βιογραφική τηλεταινία «Αικατερίνη, τη Μεγάλη», δίπλα στους θρύλους Ζαν Μορό και Ομάρ Σαρίφ, καθώς και την Αμερικανίδα σταρ, Κάθριν Ζέτα Τζόουνς.
Η συνάντηση με τον Ταραντίνο και το πρώτο Όσκαρ
Έχοντας πάνω από 30 χρόνια καλλιτεχνικής πορείας, το ευτυχές 2008 συναντά τον Ταραντίνο, για να του προτείνει να παίξει έναν ρόλο που προόριζε για τον Ντι Κάπριο, αλλά ευτυχώς άλλαξε γνώμη. Πρόκειται για τον χαρακτήρα του σαδιστή συνταγματάρχη των SS, Χανς Λάντα, στη βίαιη, σαρκαστική όσο και ξεκαρδιστική πολεμική περιπέτεια «Άδωξοι Μπάσταρδη». Ο Ταραντίνο, όταν τον είδε στο πλατό να ερμηνεύει τον Λάντα, «ξέχασε» τους φόβους του ότι ο χαρακτήρας αυτός δεν μπορούσε να ερμηνευθεί. Ο Βαλτς, όχι μόνο τα πήγε περίφημα, με το διαπεραστικό του βλέμμα, την απειλή που έκρυβε πίσω από την ευγένεια και τους καλούς τρόπους, αλλά έσωσε και την ταινία, καθώς όπως έλεγε ο Ταραντίνο αν δεν είχε δεχθεί ο Βαλτς τον ρόλο, μπορεί να μην είχε γυρίσει ποτέ την ταινία. Το φιλμ, σπάει τα ταμεία το 2009, κερδίζει κριτική και κοινό, αλλά και ο Βιεννέζος ηθοποιός το Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου, το βραβείο BAFTA, βραβείο καλύτερου ηθοποιού στο Φεστιβάλ Καννών και Χρυσή Σφαίρα, αφήνοντας τον Μπρατ Πιτ και την Νταϊάν Κρούγκερ, απλώς με τον τίτλο των πρωταγωνιστών, αν και κατέγραψαν καλές ερμηνείες.
Ο κεφαλοκυνηγός και το δεύτερο Όσκαρ
Δύο χρόνια μετά, Ταραντίνο και Βαλτς, ξανασυνεργάζονται για το σπαγγέτι γουέστερν «Django: Ο Τιμωρός», με πρωταγωνιστή στον ομώνυμο ρόλο τον Τζέιμι Φοξ και τη συμμετοχή πολλών διάσημων ηθοποιών, από τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο, τον Σάμιουελ Τζάκσον και τον Μπεν Τζόνσον, μέχρι τον αγέρωχο και πρώτο κινηματογραφικό Τζάνγκο, Φράνκο Νέρο. Ίσως η πιο ώριμη δουλειά του Ταραντίνο και μαζί ένα έξοχο αντιρατσιστικό γουέστερν (επενδυμένο με τις αξέχαστες μουσικές του Ένιο Μορικόνε), αλλά περισσότερο μια σαρκαστική καταδίκη της περίφημης «λευκής Αμερικής» και της άρχουσας τάξης. Ο Βαλτς, εδώ κρατά τον ρόλο ενός Γερμανού μετανάστη κυνηγού κεφαλών, αλλά ουσιαστικά την ηθική διάσταση και το έμβλημα μίας σκληρής δικαιοσύνης. Είναι θαυμάσιος αλλά εκεί που αφήνει άφωνο το κοινό, είναι στην τελευταία του σκηνή, πριν πέσει νεκρός, όταν λέει «συγγνώμη, δεν μπορούσα να συγκρατηθώ». Και αυτό γιατί ενώ μπορούσε να φύγει νικητής και ατσαλάκωτος, προτιμά να σκοτώσει τον σαδιστή γαιοκτήμονα Ντι Κάπριο. Ο Ταραντίνο μετατρέπει τον σαδιστή ναζιστή της προηγούμενης ταινίας του σε Θεία Δίκη, στην επόμενη. Ακόμη ένα Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου και ένα βραβείο BAFTA, για τον Βαλτς, που πλέον γίνεται περιζήτητος στο Χόλιγουντ.
Τζέιμς Μποντ
Το 2015 εντάσσεται στο καστ του διάσημου φραντσάιζ Τζέιμς Μποντ, για το «Spectre», που γύρισε ο ικανότατος Σαμ Μέντες. Κρατά τον ρόλο του αδίστακτου αρχηγού τής πανίσχυρης εγκληματικής οργάνωσης SPECTRE, ενώ θα κάνει ένα μικρό πέρασμα και από το επόμενο Τζεϊμσποντικό φιλμ «No Time to Die», τραβώντας για μια ακόμη φορά τα βλέμματα πάνω του.
Προσγειωμένος
Πέρσι τον είδαμε σε γνωστή πλατφόρμα στο «Frankenstein», του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, ενώ συνεχίζει να αναζητά προσγειωμένος και χωρίς καμία έπαρση, μια ερμηνευτική πρόκληση, αν και δηλώνει δυσαρεστημένος από το Χόλιγουντ, χαρακτηρίζοντάς το «υπερτιμημένο» και απλώς μια τεράστια, οργανωμένη μηχανή παραγωγής θεάματος, που μπορεί εύκολα να απογοητεύσει έναν καλλιτέχνη, όταν περιμένει κάτι περισσότερο από μία καλή αμοιβή.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Χάρης Αναγνωστάκης
*** Φωτογραφία από την ταινία «Django: Ο Τιμωρός» – Πηγή Φωτογραφίας: Feelgood
