Όταν η πολιτική κολακεύει τον θυμό

Η δημαγωγία δεν γεννά πάντοτε τη λαϊκή δυσφορία. Συχνά βρίσκει μια πραγματική δυσφορία και τη μετατρέπει σε μέσο πολιτικής ισχύος.

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Η αγανάκτηση των πολιτών δεν είναι από μόνη της ένδειξη πλάνης ή φανατισμού. Μπορεί να πηγάζει από την ακρίβεια, την ανασφάλεια, τις ανισότητες, την αίσθηση ότι κανείς δεν ακούει. Μια υπεύθυνη πολιτική δύναμη οφείλει να εξετάζει αυτές τις αιτίες και να εξηγεί τι μπορεί να αλλάξει, με ποιον τρόπο και με ποιο κόστος. Ο δημαγωγός κάνει κάτι ευκολότερο: αναγνωρίζει τον θυμό, τον ενισχύει και του προσφέρει έναν ένοχο.

Εδώ βρίσκεται η πρώτη ευτέλεια της πολιτικής τέχνης. Η στιγμιαία αντίδραση του πλήθους αντιμετωπίζεται σαν πλήρης πολιτική κρίση. Ένα σύνθημα παίρνει τη θέση της ανάλυσης· μια υπόσχεση άμεσης λύσης σκεπάζει τις δυσκολίες της εφαρμογής της. Ο πολίτης ακούει αυτό που θα ήθελε να ισχύει, ενώ τα πραγματικά αίτια του προβλήματος μένουν ανέγγιχτα. Όταν, αναπόφευκτα, η υπόσχεση δεν εκπληρώνεται, η απογοήτευση γίνεται πρώτη ύλη για τον επόμενο γύρο δημαγωγίας.

Η κολακεία του φανατισμού λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο. «Εμείς» είμαστε πάντοτε οι έντιμοι, οι αδικημένοι, οι μόνοι που βλέπουμε καθαρά. «Οι άλλοι» είναι συλλήβδην διεφθαρμένοι, επικίνδυνοι ή ανάξιοι να ακουστούν. Αυτή η γλώσσα προσφέρει στον οπαδό μια ευχάριστη βεβαιότητα: δεν χρειάζεται να ελέγξει τα επιχειρήματα της πλευράς του ούτε να παραδεχτεί κάποιο λάθος της. Έτσι, όμως, η πολιτική ταυτότητα παύει να είναι αφορμή συμμετοχής και γίνεται εμπόδιο στην κρίση. Έρευνα για τη συναισθηματική πόλωση έχει βρει ότι οι ισχυρότερες αρνητικές διαθέσεις απέναντι στην αντίπαλη παράταξη συνδέονται με μεγαλύτερη αποδοχή παραπλανητικών πληροφοριών που ευνοούν τη δική μας πλευρά. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε έντονη πολιτική διαφωνία οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα· δείχνει πόσο εύκολα η πίστη σε μια παράταξη μπορεί να επηρεάσει την αξιολόγηση μιας πληροφορίας.

Ακόμη πιο διαβρωτική είναι η χρήση κάθε διαθέσιμου μέσου εναντίον του αντιπάλου. Η κριτική αποφάσεων, πράξεων και προγραμμάτων αποτελεί ουσία της δημοκρατίας. Η συκοφαντία και η διαστρέβλωση γεγονότων καταστρέφουν τους όρους αυτής της κριτικής. Ένα πραγματικό συμβάν αποκόπτεται από το πλαίσιό του, μια υπόνοια παρουσιάζεται ως απόδειξη, μια λανθασμένη θέση μετατρέπεται σε τεκμήριο ηθικής εξαχρείωσης. Τότε ο αντίπαλος δεν καλείται να απαντήσει για όσα έκανε ή πρότεινε· καλείται να απολογηθεί για μια εικόνα που κατασκευάστηκε γι’ αυτόν.

Το πρόβλημα ξεπερνά τη ζημιά σε ένα πρόσωπο ή ένα κόμμα. Για να διαφωνούμε πολιτικά, χρειάζεται πρώτα να μπορούμε να αναγνωρίσουμε ορισμένα κοινά γεγονότα. Μπορούμε να διαφωνούμε για τις αιτίες μιας κρίσης ή για την καλύτερη αντιμετώπισή της. Αν όμως ο καθένας δικαιούται να αλλάζει τα ίδια τα γεγονότα ώστε να υπηρετούν το επιχείρημά του, ο δημόσιος διάλογος χάνει το έδαφός του. Η Χάνα Άρεντ είχε επισημάνει ακριβώς αυτή τη διάκριση ανάμεσα στην ελευθερία της πολιτικής γνώμης και στην ανάγκη προστασίας της πραγματικής αλήθειας.

Θα ήταν, πάντως, βολικό να αποδώσουμε τα πάντα στην «ευπιστία της μάζας». Οι πολίτες δεν είναι ένα άμορφο σύνολο αδυναμιών προς εκμετάλλευση. Συχνά έχουν βάσιμους λόγους να δυσπιστούν: υποσχέσεις που αθετήθηκαν, θεσμούς που δεν τους προστάτευσαν, δημόσια συζήτηση που απέφυγε επί χρόνια τα προβλήματά τους. Η δημαγωγία ευδοκιμεί και εκεί όπου η σοβαρή πολιτική έχει αφήσει κενό. Γι’ αυτό δεν αρκεί να καταγγέλλεται η χυδαιότητα του λόγου· πρέπει να αντιμετωπίζονται και οι συνθήκες που του δίνουν απήχηση.

Υπάρχει επίσης ευθύνη στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η δημόσια αντιπαράθεση. Όταν κάθε θέμα παρουσιάζεται ως αναμέτρηση προσώπων, κάθε παραδοχή λάθους ως ήττα και κάθε συμβιβασμός ως προδοσία, η νηφάλια εξήγηση μοιάζει αδύναμη. Ο πολιτικός που υπόσχεται εύκολες απαντήσεις αποκτά πλεονέκτημα απέναντι σε εκείνον που παραδέχεται περιορισμούς. Όμως μια κοινωνία δεν κυβερνιέται με την ένταση μιας στιγμής. Οι αποφάσεις της έχουν συνέπειες που διαρκούν πολύ περισσότερο από το χειροκρότημα που τις υποδέχτηκε.

Το κριτήριο, τελικά, δεν είναι αν ένας πολιτικός μιλά με πάθος. Το πάθος μπορεί να υπηρετεί έναν δίκαιο σκοπό. Το κριτήριο είναι τι κάνει με την εμπιστοσύνη των ανθρώπων: τους βοηθά να κατανοήσουν καλύτερα ένα πρόβλημα ή τους απαλλάσσει από την ανάγκη να το σκεφτούν; Δέχεται να ελεγχθεί με τα ίδια μέτρα που απαιτεί για τους αντιπάλους του; Διορθώνει ένα ψευδές επιχείρημα όταν τον ευνοεί;

Η δημοκρατία χρειάζεται σύγκρουση, αυστηρή αντιπολίτευση και καθαρό πολιτικό λόγο. Χρειάζεται όμως και ένα όριο: ο αντίπαλος να παραμένει συνομιλητής, τα γεγονότα να μην αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμα και η δυσφορία των πολιτών να γίνεται αφετηρία λύσεων, όχι εργαλείο χειραγώγησης. Εκεί δοκιμάζεται η ποιότητα της πολιτικής – και η ευθύνη όλων όσοι μετέχουν στον δημόσιο διάλογο.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή