Neva Löw/Maximilian Pichl

Στα τέλη Ιουλίου, η εφημερίδα Frankfurter Rundschau δημοσίευσε τον τίτλο: «Η πρώτη χώρα στον κόσμο που θα καταστεί μη κατοικήσιμη – μια ανησυχητική πρόβλεψη». Το Τουβαλού, ένα νησιωτικό κράτος στον Νότιο Ειρηνικό, είναι πολύ πιθανό να καταστεί μη κατοικήσιμο τις επόμενες δεκαετίες εξαιτίας της ανόδου της στάθμης της θάλασσας. Ως απάντηση, η αυστραλιανή κυβέρνηση προσφέρει από το 2023 άδειες διαμονής αόριστης διάρκειας σε 280 κατοίκους του Τουβαλού ετησίως, με την προοπτική να μετεγκατασταθεί στην Αυστραλία ολόκληρος ο πληθυσμός του μέσα στα επόμενα σαράντα χρόνια.
Την ίδια στιγμή, όμως, η μεταναστευτική πολιτική της Αυστραλίας είναι γνωστή για τη σκληρότητά της και για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που τη συνοδεύουν. Κανένας πρόσφυγας που επιχειρεί να φτάσει στη χώρα διά θαλάσσης δεν γίνεται δεκτός. Όσοι συλλαμβάνονται κατά την προσπάθειά τους να βρουν καταφύγιο κινδυνεύουν να κρατηθούν σε νησιά του Ειρηνικού, χωρίς τις εγγυήσεις μιας δίκαιης νομικής διαδικασίας. Το κέντρο κράτησης στο νησί Μάνους έγινε ευρύτερα γνωστό χάρη στα γραπτά του Μπεχρούζ Μπουτσάνι, πρώην κρατουμένου και βραβευμένου σήμερα συγγραφέα. Ο Μπουτσάνι περιγράφει τις βασανιστικές συνθήκες που έζησε στα επτά χρόνια της κράτησής του. Η δυνατότητα μετεγκατάστασης για τους κατοίκους του Τουβαλού και η σκληρή αντιμετώπιση άλλων προσφύγων αποτελούν, επομένως, δύο όψεις της ίδιας αυστραλιανής πολιτικής.
Η θερμοκρασία της Γης και των ωκεανών ανεβαίνει, μεταβάλλοντας το κλίμα. Η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή γίνεται αισθητή και μέσα από την αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων. Καταστρέφει τα μέσα βιοπορισμού ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο, τόσο μεταξύ χωρών όσο και στο εσωτερικό τους, και οξύνει τις ανισότητες. Θα αυξήσει επίσης τους εκτοπισμούς και τις μεταναστευτικές μετακινήσεις που συνδέονται με το κλίμα. Σύμφωνα με εκτίμηση των Ηνωμένων Εθνών, έως το 2050 ενδέχεται να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους 200 εκατομμύρια άνθρωποι εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες αναφέρει ότι τα τρία τέταρτα των 120 εκατομμυρίων ανθρώπων που έχουν ήδη εκτοπιστεί παγκοσμίως ζουν σε χώρες που πλήττονται σοβαρά από την κλιματική αλλαγή. Η κλιματική μετανάστευση, ωστόσο, δεν αποτελεί απλώς ένα μελλοντικό ενδεχόμενο: συμβαίνει ήδη.
Στη συνέχεια εξετάζουμε τη σχέση ανάμεσα στην κλιματική κρίση, την πολιτική και νομική αντιμετώπισή της και την παγκόσμια μετανάστευση. Αρχικά διερευνούμε τον ρόλο που παίζει η σημερινή συζήτηση για τη μετανάστευση υπό το βάρος της κλιματικής κρίσης. Αντιλαμβανόμαστε αυτή τη συζήτηση, και ιδίως τη συζήτηση για τις μεταναστευτικές πολιτικές, ως έκφραση της όξυνσης κοινωνικών συγκρούσεων. Έπειτα υποστηρίζουμε ότι τα σύνορα της Ευρώπης ανοίγουν και κλείνουν επιλεκτικά, ενώ τα περιοριστικά μεταναστευτικά μέτρα στερούν από τους ανθρώπους δικαιώματα και, κυρίως, επιτείνουν δραματικά τις ανισότητες. Καταλήγουμε σε μια χειραφετητική προοπτική, που διεκδικεί το δικαίωμα να μπορεί κανείς να φύγει, αλλά και το δικαίωμα να μη χρειάζεται να φύγει.
Ο κώδωνας του κινδύνου για τους περιβαλλοντικούς πρόσφυγες
Ο όρος «περιβαλλοντικός πρόσφυγας» βρίσκεται στην πολιτική συζήτηση από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Ήδη σε έκθεση του 1990, η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) περιέγραφε με ανησυχία τις μετακινήσεις πληθυσμών που προκαλεί η κλιματική αλλαγή: «Η μετανάστευση και η μετεγκατάσταση ενδέχεται να αποτελέσουν τις πιο απειλητικές βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στους ανθρώπινους οικισμούς» (Rouviere κ.ά., 1990: 5–9). Μολονότι η συζήτηση ξεκίνησε από διεθνείς οργανισμούς, τις επόμενες δεκαετίες αναπτύχθηκε και στον ακαδημαϊκό και πολιτικό χώρο. Επικεντρώθηκε, αφενός, στην ενδεχόμενη ταξινόμηση των διαφορετικών κατηγοριών ανθρώπων που μετακινούνται λόγω του κλίματος (Bates 2002· Biermann 2001· Jakobeit/Methmann 2007: 8 επ.) και, αφετέρου, στην ποσοτική εκτίμηση των μετακινήσεων αυτών (Myers 1997· 2002). Τέλος, ασχολήθηκε με τη δυνατότητα διεθνούς νομικής προστασίας των περιβαλλοντικών προσφύγων (Ammer κ.ά. 2010· Docherty/Giannini 2009).
Κριτικές φωνές επισημαίνουν επίσης ότι η παρουσίαση της μετανάστευσης ως συνέπειας της κλιματικής αλλαγής αποτελεί βασικό στοιχείο ενός ευρύτερου πλαισίου πολιτικής ασφάλειας, στο οποίο η κλιματική αλλαγή εμφανίζεται όλο και συχνότερα ως απειλή για την εθνική ασφάλεια (βλ., μεταξύ άλλων, Gupta 2009· Hartmann 2010). Οι μετακινήσεις που συνδέονται με το κλίμα παρουσιάζονται ως ένα χαοτικό μαζικό φαινόμενο, το οποίο αφορά πρωτίστως τον Παγκόσμιο Νότο. Η επίκληση της «εθνικής κυριαρχίας ή του φόβου απώλειάς της» έγινε «κεντρική πτυχή της πολιτικής για τους περιβαλλοντικούς πρόσφυγες» (Becker 2020: 181). Στη μελέτη της για αυτές τις πολιτικές, η Μαρλένε Μπέκερ έδειξε ότι η ένταξη της σχετικής συζήτησης στη λογική της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης της μετανάστευσης και στις πολιτικές ασφάλειας νομιμοποιεί την ενίσχυση των συνοριακών μηχανισμών με στόχο την αποτροπή της εισόδου περιβαλλοντικών προσφύγων (Becker 2020).
Αυτό το σενάριο απειλής χρησιμοποιείται και για να τονιστεί η ανάγκη λήψης ολοκληρωμένων μέτρων προστασίας του κλίματος. Στη διάσκεψη για το κλίμα στο Κανκούν, το 2010, τα συμβαλλόμενα κράτη συμφώνησαν να λάβουν και να συντονίσουν μέτρα για την αντιμετώπιση των εκτοπισμών και των μεταναστευτικών μετακινήσεων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή (παράγραφος 14στ της απόφασης του Κανκούν, 1/CP.16). Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ) δημοσίευσε το 2024 εκτενή έκθεση για τους «κλιματικούς μετανάστες», στην οποία περιγράφει τα χαρακτηριστικά των κοινοτήτων που απειλούνται και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες των ανθρώπων που επηρεάζονται (IOM 2024). Την ίδια χρονιά, οι Almulhim κ.ά. υποστήριξαν σε άρθρο τους στο περιοδικό npj Climate Action ότι εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής θα μεταναστεύσουν ή θα αναγκαστούν να φύγουν πολύ περισσότεροι άνθρωποι από όσους θεωρούνταν έως τώρα. Συνοψίζουν: «Χωρίς κατάλληλο σχεδιασμό και επαρκείς πόρους, οι μεταναστευτικές μετακινήσεις ενδέχεται να ενταθούν και να επηρεάσουν σημαντικά την ανθρώπινη ασφάλεια» (Almulhim κ.ά. 2024).
Το διεθνές προσφυγικό δίκαιο δεν διαθέτει ακόμη έναν επαρκή τρόπο αντιμετώπισης των εκτοπισμών που οφείλονται σε περιβαλλοντικά αίτια. Για παράδειγμα, οι λόγοι δίωξης που αναγνωρίζει η Σύμβαση της Γενεύης για τους Πρόσφυγες προϋποθέτουν έναν εξατομικευμένο λόγο δίωξης και έναν συγκεκριμένο φορέα που την ασκεί. Αυτά τα στοιχεία δεν υφίστανται κατ’ ανάγκην στην περίπτωση συστημικών κλιματικών κρίσεων και καταστροφών.
Στις 23 Ιουλίου 2025, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δημοσίευσε μια γνωμοδότηση ορόσημο, κατόπιν αιτήματος της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών. Η σχετική πρωτοβουλία είχε ξεκινήσει από νέους φοιτητές νησιωτικών κρατών του Ειρηνικού που αγωνίζονται για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής (Pacific Island Students Fighting Climate Change – PISFCC). Στη γνωμοδότησή του, το Δικαστήριο επαναβεβαίωσε ότι η προστασία του κλίματος αποτελεί υποχρέωση βάσει του διεθνούς δικαίου, η οποία δεν απορρέει μόνο από τη Συμφωνία των Παρισίων, αλλά και από πλήθος διεθνών συμφωνιών και διακηρύξεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Σε ένα σημείο, το Δικαστήριο αναφέρεται και στους εκτοπισμούς που προκαλεί η κλιματική αλλαγή: «Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι συνθήκες που προκύπτουν από την κλιματική αλλαγή και ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή ατόμων μπορούν να τα οδηγήσουν να αναζητήσουν ασφάλεια σε άλλη χώρα ή να τα εμποδίσουν να επιστρέψουν στη δική τους. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, τα κράτη υπέχουν υποχρεώσεις βάσει της αρχής της μη επαναπροώθησης, όταν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύεται ότι η επιστροφή των ατόμων στη χώρα καταγωγής τους συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης του δικαιώματος στη ζωή, κατά παράβαση του άρθρου 6 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα» (γνωμοδότηση του Δικαστηρίου, παρ. 378).
Παρότι πρόκειται για μια σύντομη αναφορά, το Δικαστήριο καθιστά σαφές ότι η αρχή της μη επαναπροώθησης προστατεύει και ανθρώπους που έχουν εκτοπιστεί λόγω περιβαλλοντικών συνθηκών, εφόσον η επιστροφή τους θα τους εξέθετε σε σοβαρή βλάβη ή σε κίνδυνο για τη ζωή τους. Ο Ρουμάνος δικαστής Μπογκντάν Αουρέσκου υποστήριξε μάλιστα στη χωριστή γνώμη του ότι, κατά την άποψή του, τα κράτη έχουν και θετική υποχρέωση προστασίας, προκειμένου να αποτρέπουν παραβιάσεις των δικαιωμάτων των ανθρώπων αυτών (χωριστή γνώμη Αουρέσκου, παρ. 25–26).
Η γνωμοδότηση δεν είναι άμεσα εκτελεστή στα κράτη του Παγκόσμιου Βορρά που αποτελούν χώρες προορισμού της μετανάστευσης. Ωστόσο, η συλλογιστική του Δικαστηρίου και η σύνδεση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής με το διεθνές δίκαιο προστασίας των προσφύγων αναμένεται να αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία σε μελλοντικές δικαστικές υποθέσεις στην Ευρώπη. Δικηγόροι, μη κυβερνητικές οργανώσεις και οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να προσφεύγουν κατά απελάσεων, από τα διοικητικά δικαστήρια έως και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επικαλούμενοι τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν όσοι ζητούν προστασία έχοντας φύγει από χώρες ιδιαίτερα εκτεθειμένες στην κλιματική αλλαγή.
Η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης
Δεν αμφισβητείται ότι η κλιματική κρίση και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται σήμερα ενισχύουν τις παγκόσμιες σχέσεις ισχύος και τις ανισότητες. Η Άνε Τίτορ χρησιμοποίησε τον όρο «μεταορυκτικός εξορυκτισμός» για να δείξει ότι η επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας συνοδεύεται από εντατικοποίηση της εξόρυξης πρώτων υλών στον Παγκόσμιο Νότο, μιας δραστηριότητας που επίσης επιβαρύνει το κλίμα (Tittor 2023). Ωστόσο, αυτή η πολιτικοοικονομική οπτική μένει στο περιθώριο των συζητήσεων για τους περιβαλλοντικούς πρόσφυγες. Η συζήτηση διεξάγεται κυρίως μέσα σε ένα πλαίσιο ασφάλειας, όπου η εικόνα του περιβαλλοντικού πρόσφυγα λειτουργεί ως απειλή που δικαιολογεί τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης.
Οι ερευνητές Μπραντ και Βίσεν (2024) διαπιστώνουν επίσης ότι η «αυταρχική δεξιά» συνδέει ολοένα εντονότερα την κλιματική αλλαγή με τη μεταναστευτική πολιτική. Αναλύοντας ποιες πολιτικές δυνάμεις επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν την κλιματική κρίση και με ποιον τρόπο, εντοπίζουν ένα σχέδιο ηγεμονίας που αποκαλούν «αυταρχική σταθεροποίηση» (ό.π.: 170). Καθώς η κλιματική κρίση εντείνεται, οι αυταρχικές δυνάμεις της δεξιάς υπόσχονται τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης για μια περιορισμένη ομάδα ανθρώπων. Επιδιώκουν, δηλαδή, να διατηρήσουν έναν τρόπο παραγωγής και ζωής βασισμένο στα ορυκτά καύσιμα, αποκλείοντας εκείνους που παρουσιάζονται ως απειλή «απ’ έξω» (ό.π.). Η προσέγγιση αυτή συνοδεύεται από την ανέγερση τειχών και τη στέρηση δικαιωμάτων από τμήματα του πληθυσμού, τόσο στον Παγκόσμιο Βορρά όσο και στον Παγκόσμιο Νότο.
Σύμφωνα με τους Μπραντ και Βίσεν, η ακροδεξιά «αντλεί από ρατσιστικές αντιλήψεις βαθιά ριζωμένες στην καθημερινή σκέψη πολλών ανθρώπων και τις συνδυάζει με εμπειρίες κοινωνικής απαξίωσης, διαμορφώνοντας μια πολιτικά αποτελεσματική αφήγηση: οι πρόσφυγες είναι εκείνοι που απειλούν το δικό μας μοντέλο ευημερίας. Και οι διεφθαρμένοι πολιτικοί είναι εκείνοι που τους στηρίζουν, ενώ παρακολουθούν αδρανείς την κοινωνική υποβάθμιση των ντόπιων μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων ή ακόμη και την ενθαρρύνουν». Οι ερευνητές της ακροδεξιάς Κβεντ, Ρίχτερ και Ζαλχάιζερ μιλούν επίσης για έναν «κλιματικό ρατσισμό» που προωθούν ακροδεξιά κινήματα (Quent/Richter/Salheiser 2022).
Από φεμινιστική σκοπιά, η Κάρα Ντάγκετ (2024) κινείται σε παρόμοια κατεύθυνση. Υποστηρίζει ότι η αμερικανική ακροδεξιά έχει αντιληφθεί πως η κλιματική κρίση θα μεταβάλει ριζικά τις συνθήκες ζωής. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, υπόσχεται σε μια περιορισμένη ομάδα ανθρώπων τη διατήρηση του τρόπου ζωής που στηρίζεται στα ορυκτά καύσιμα. Η υπόσχεση αυτή συμβαδίζει με την υποτίμηση όσων πρέπει να αποκλειστούν από αυτόν — πάνω απ’ όλους, των μεταναστών.
Η Ντάγκετ εξετάζει πώς αλληλεπιδρούν η υπεραρρενωπότητα, η ενέργεια από ορυκτά καύσιμα και ο μισογυνισμός, και πώς τα τρία αυτά στοιχεία αλληλοτροφοδοτούνται. Ονομάζει το φαινόμενο «πετροαρρενωπότητα» (Daggett 2024· βλ. και τη σχετική συνέντευξή της). Όπως γράφει: «Η προσκόλληση στην πεποίθηση ότι ένας τρόπος ζωής βασισμένος στα ορυκτά καύσιμα —και όλες οι ιεραρχίες που εξαρτώνται από αυτόν— είναι ορθός δημιουργεί την επιθυμία όχι μόνο να αρνηθεί κανείς την κλιματική αλλαγή, αλλά ακόμη και να την απορρίψει» (ό.π.: 46). Σε αυτή τη στάση εντάσσεται και η κατασκευή του «άλλου» ως απειλής και η απομάκρυνση από αυτόν — στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ άλλων, από ανθρώπους που αντιμετωπίζονται ως μετανάστες: «Πιο συγκεκριμένα, η αυταρχική επιθυμία πιθανότατα τροφοδοτείται όχι μόνο από την εμφάνιση των “άλλων” —όπως οι κλιματικοί πρόσφυγες από τον Παγκόσμιο Νότο— στα σύνορα, αλλά και από την αντίδραση απέναντι σε εχθρούς που θεωρείται ότι βρίσκονται στο εσωτερικό του κράτους…» (ό.π.: 47).
Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο το κίνημα για το κλίμα αποτελεί κεντρικό αντίπαλο της διεθνούς ακροδεξιάς. Το παράδειγμα της «Τελευταίας Γενιάς» δείχνει με πόση σφοδρότητα επιχειρήθηκε η ποινικοποίηση του κινήματος, μέσω προληπτικής κράτησης και διώξεων για φερόμενη σύσταση εγκληματικής οργάνωσης (Pichl 2023).
Παρόμοια επιχειρήματα διατυπώνει η φιλόσοφος Λέα Ύπι στην ομιλία της στη Βιέννη για την Ευρώπη το 2025: «Κι όμως, η μετανάστευση εξακολουθεί να προβάλλεται στον πολιτικό λόγο ως πρόβλημα. Αυτό το πρόβλημα είναι πολιτικό, όχι πολιτισμικό. Η ύπαρξή του δεν έχει καμία σχέση με τους μετανάστες, αλλά συνδέεται απολύτως με την κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας — μια κρίση που οι μετανάστες ούτε δημιούργησαν ούτε επιδεινώνουν (…). Το πρόβλημα είναι ότι η δεξιά κυριαρχεί στη συζήτηση για τη μετανάστευση και ότι υπάρχει αδυναμία ή —για να επικαλεστούμε τη χρήση του λόγου— έλλειψη θάρρους να χρησιμοποιήσουμε κριτικά τη δική μας σκέψη και να δούμε πέρα από την ιδεολογία και την προπαγάνδα που θα ήθελαν να μας πείσουν για το αντίθετο» (Ypi 2025: 52).
Γίνεται έτσι φανερό ότι οι συζητήσεις και οι πολιτικές για τη μετανάστευση εκφράζουν την όξυνση ήδη υπαρκτών κοινωνικών συγκρούσεων και πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με άλλες κρίσεις, όπως η κλιματική. Πρόκειται συνολικά για βαθιές συγκρούσεις γύρω από τον μετασχηματισμό των κοινωνιών (Dörre κ.ά. 2025), μέσα στις συνθήκες της Ανθρωπόκαινου και της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής, όπου τα ζητήματα ισχύος και κυριαρχίας τίθενται εκ νέου σε παγκόσμια κλίμακα.
Το επιλεκτικό άνοιγμα των συνόρων
Η αυταρχική δεξιά συνδυάζει μια πολιτική αποκλεισμού με την υπόσχεση ότι οι σημερινές κοινωνικές συνθήκες θα διατηρηθούν. Δεν επιδιώκει, επομένως, ένα καθολικό κλείσιμο των συνόρων, αλλά το επιλεκτικό άνοιγμα και κλείσιμό τους. Η Ύπι το περιγράφει ως εξής: «Τα σύνορα ήταν ανέκαθεν —και θα εξακολουθήσουν να είναι— ανοιχτά για ορισμένους και κλειστά για άλλους. Το ίδιο ισχύει για τα εμπόδια στην ένταξη και στη συμμετοχή στα κοινά» (Ypi 2018: 2).
Αυτή η επιλεκτική λειτουργία των συνόρων δεν είναι καινούργια. Η κοινωνική τάξη αποτελεί ένα από τα κριτήρια με βάση τα οποία εφαρμόζονται οι σχετικοί αποκλεισμοί. Η επιλεκτική δυνατότητα διέλευσης των συνόρων οδηγεί σε διαβαθμίσεις δικαιωμάτων και πρόσβασης στις παροχές του κοινωνικού κράτους για όσους ζουν στην ίδια επικράτεια: ορισμένοι απολαμβάνουν πλήρη ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, ενώ άλλοι στερούνται ακόμη και την ουσιαστική πρόσβαση στη δικαιοσύνη και στην κοινωνική προστασία. Σε αυτό το πλαίσιο, η Αλάνα Λέντιν χαρακτηρίζει τα σύνορα και τα διαβατήρια «θεσμοθετημένα όρια της εθνικής ένταξης» (Lentin 2008: 193). Το «εθνικό-κοινωνικό κράτος» (Balibar 1999: 2) δημιουργεί ιεραρχίες που αντανακλώνται και στη δυνατότητα διεκδίκησης κοινωνικών δικαιωμάτων.
Το γεγονός ότι η πρόσβαση στην ιθαγένεια συνδέεται όλο και περισσότερο με την οικονομική θέση φαίνεται από τους τρόπους απόκτησης ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Η ιθαγένεια, και μαζί της τα πλήρη δικαιώματα στο εσωτερικό ενός κράτους, αντιμετωπίζεται ολοένα συχνότερα ως αγαθό που μπορεί να αγοραστεί. Στη Μάλτα, για παράδειγμα, ήταν δυνατό να αποκτήσει κανείς ιθαγένεια καταβάλλοντας 650.000 ευρώ. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι η πρακτική αυτή αντίκειται στο ευρωπαϊκό δίκαιο: η «εμπορία» της ευρωπαϊκής ιθαγένειας είναι παράνομη (απόφαση της 29ης Απριλίου 2025, υπόθεση C-181/23). Η Πορτογαλία, ωστόσο, διαθέτει επίσης ταχεία διαδικασία απόκτησης ιθαγένειας για οικονομικούς επενδυτές και επενδυτές ακινήτων, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο τα απαραίτητα έγγραφα για την απόκτηση ιθαγένειας μπορούν να παραδοθούν κατ’ οίκον έναντι 9.000 λιρών (Ypi 2018: 5 επ.). Είναι αυτονόητο ότι η διαδικασία είναι εντελώς διαφορετική για όσους δεν διαθέτουν ανάλογους πόρους. Κατά την Ύπι, αυτή η μεγάλη ανισότητα πρέπει να αντιμετωπιστεί (ό.π.).
Η Ύπι προτείνει, συνεπώς, να στρέψουμε την προσοχή μας στη σχέση ανάμεσα στην κοινωνική τάξη και τη μετανάστευση. Καθώς η κλιματική κρίση οξύνει τις συγκρούσεις γύρω από τον κοινωνικό μετασχηματισμό, η ταξική διάσταση πρέπει να βρεθεί στο επίκεντρο της συζήτησης. Όπως γράφει: «Σύμφωνα με αυτή την εναλλακτική ανάλυση, οι συγκρούσεις για την κατανομή πόρων που σχετίζονται με τη μετανάστευση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αυτοτελής αδικία, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης κοινωνικής αδικίας, η οποία έχει κοινή πηγή καταπίεσης τόσο για τους ευάλωτους γηγενείς πολίτες όσο και για τους μετανάστες» (Ypi 2018: 7). Όταν μιλάμε για τη μετανάστευση, πρέπει επομένως να εξετάζουμε και τα κοινωνικά εμπόδια που συνδέονται με την τάξη στο εσωτερικό της Ευρώπης.
Το δικαίωμα να μη χρειάζεται κανείς να φύγει
Μια ταξική προσέγγιση, που λαμβάνει υπόψη τους πολιτικούς και νομικούς αγώνες γύρω από τον κοινωνικό και οικολογικό μετασχηματισμό, δεν μπορεί να παρακάμψει τη μετανάστευση. Και αυτό όχι μόνο επειδή η ακροδεξιά την τοποθετεί στο επίκεντρο των ρατσιστικών της εκστρατειών, αλλά και επειδή η μετανάστευση συνδέεται με τις κοινωνικές και οικολογικές ανισότητες που πρέπει να ξεπεραστούν.
Από τη σκοπιά του συνδικαλιστικού κινήματος, χρειάζονται επομένως διεκδικήσεις με διεθνιστικό προσανατολισμό και γνώμονα την παγκόσμια αλληλεγγύη. Μία από αυτές είναι το δικαίωμα όσων πλήττονται από την κλιματική κρίση να μη χρειάζεται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. Αυτό σημαίνει την υπεράσπιση των συνθηκών ζωής και βιοπορισμού όλων των ανθρώπων, ώστε να μην εξαναγκάζονται να φύγουν από τις χώρες τους.
Για να επιτευχθεί αυτό, δεν αρκεί να αλλάξουν οι πολιτικές, κοινωνικές και οικολογικές συνθήκες στις χώρες καταγωγής τους. Οι Σόνια Μπούκελ και Γιούντιτ Κοπ έδειξαν στη μελέτη τους Das Recht, nicht gehen zu müssen («Το δικαίωμα να μη χρειάζεται να φύγεις», 2021), εξετάζοντας την κλιματική πολιτική, την εμπορική πολιτική και τις παραδόσεις όπλων, ότι πρέπει να αλλάξουν πρωτίστως οι συσχετισμοί ισχύος στις χώρες του Παγκόσμιου Βορρά. Ο κοινωνικός και οικολογικός μετασχηματισμός πρέπει, συνεπώς, να ξεκινήσει από τις χώρες που φέρουν ευθύνη για την κλιματική κρίση και έως τώρα μεταθέτουν τις συνέπειες των πολιτικών τους σε άλλους.
Μια τέτοια προσέγγιση στην αντιμετώπιση των αιτίων που εξαναγκάζουν τους ανθρώπους να μετακινηθούν διευρύνει και τις δυνατότητες δράσης της κοινωνίας των πολιτών και των συνδικάτων. Με τις προσπάθειές τους να αλλάξουν τις πολιτικές και οικονομικές συνθήκες στον Παγκόσμιο Βορρά, μπορούν ταυτόχρονα να σταθούν αλληλέγγυα στους ανθρώπους του Νότου και να αμφισβητήσουν νεοαποικιακές σχέσεις. Ένα παράδειγμα είναι η στενή συνεργασία του κινήματος Fridays for Future με το γερμανικό συνδικάτο ver.di: το 2024 οργάνωσαν κοινές απεργιακές κινητοποιήσεις για δημόσιες συγκοινωνίες φιλικές προς το κλίμα και καλές συνθήκες εργασίας για τους εργαζομένους. Η διακρατική συνεργασία ακτιβιστών και εργαζομένων είναι επίσης αναγκαία για τη δημιουργία παγκόσμιας αλληλεγγύης.
Όσο ελπιδοφόρος κι αν είναι ένας μελλοντικός κοινωνικός και οικολογικός μετασχηματισμός, ο τρόπος παραγωγής που βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα έχει ήδη προκαλέσει βλάβες στο κλίμα που δεν μπορούν να αναιρεθούν. Ακόμη κι αν οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα μηδενίζονταν σε όλο τον κόσμο μέσα σε μία νύχτα, άνθρωποι θα εξακολουθούσαν στο μέλλον να αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τους τόπους τους εξαιτίας της ξηρασίας, των πλημμυρών και των ακραίων θερμοκρασιών. Γι’ αυτό ερευνητές της μετανάστευσης και κοινωνικά κινήματα τονίζουν ότι είναι επίσης απαραίτητο να υπερασπιστούμε και να διευρύνουμε το δικαίωμα στο άσυλο.
Η υπεράσπιση του δημοκρατικού χώρου
Ο κοινωνικός και οικολογικός μετασχηματισμός, όπως και η διεκδίκηση του δικαιώματος να μη χρειάζεται κανείς να φύγει, μπορούν να επιτύχουν μόνο αν διατηρηθούν και διευρυνθούν οι δυνατότητες δημοκρατικής δράσης. Μπροστά στην ενίσχυση του αυταρχισμού και των φασιστικών ομάδων σε παγκόσμια κλίμακα, το ζητούμενο είναι η υπεράσπιση της δημοκρατίας.
Οι σημερινές κρίσεις της δημοκρατίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την οικολογική κρίση και αλληλοτροφοδοτούνται. Οι συζητήσεις για τη μεταναστευτική πολιτική αποτελούν μέρος αυτής της πραγματικότητας και πρέπει να εξετάζονται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των κρίσεων που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες. Για τις προοδευτικές δυνάμεις, επομένως, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η σιωπή απέναντι στη μετανάστευση —ούτε, πολύ περισσότερο, η υιοθέτηση πολιτικών αποκλεισμού της δεξιάς— αλλά η διεύρυνση του δημοκρατικού χώρου και η οικοδόμηση μιας αλληλεγγύης που τους περιλαμβάνει όλους.
- Η Neva Löw, PhD, είναι πολιτική επιστήμονας και εργάζεται στο Οικονομικό και Κοινωνικό Ινστιτούτο (WSI) του Ιδρύματος Hans-Böckler.
- Ο Maximilian Pichl είναι Καθηγητής Δικαίου της Κοινωνικής Εργασίας στο Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Επιστημών της Φρανκφούρτης.
Πηγή: www.wsi.de/en
