Σελέστ Μπουρσιέ-Μουζενό στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: «Είμαι μόνος μαζί με όλους»

Ο Γάλλος Σελέστ Μπουρσιέ-Μουζενό, ένας από τους πιο επιδραστικούς καλλιτέχνες των ημερών μας, συνθέτης και εικαστικός, διάσημος και βραβευμένος για τις πολυμεσικές εγκαταστάσεις του δεν θέλει να τον χαρακτηρίζουν «ποιητή του τυχαίου».

by Times Newsroom

Και έχει τους λόγους του. Στο «Clinamen», την πολυαισθητηριακή εγκατάσταση που δημιούργησε το 1997 και που από σήμερα (26/9) παρουσιάζεται στην Αθήνα, το τυχαίο δεν είναι ούτε ο στόχος ούτε μια εύκολη καλλιτεχνική μέθοδος. Είναι το αποτέλεσμα μιας κατάστασης που ο ίδιος έχει σχεδιάσει με ακρίβεια: τρεις στρογγυλές πισίνες, νερό σε κίνηση και εκατοντάδες λευκά πορσελάνινα μπολ που επιπλέουν, συγκρούονται και παράγουν ήχους. Μια ζωντανή παρτιτούρα χωρίς μουσικούς, που ανανεώνεται διαρκώς.

   «Δεν μου αρέσει να με αποκαλούν “ποιητή του τυχαίου”, γιατί αυτό θα σήμαινε, κατά κάποιον τρόπο, ότι εγκαταλείπω τον ρόλο μου απέναντι σε μια δεδομένη μορφή. Θέλω να δημιουργώ μια συνθήκη που να είναι πάντα ενδιαφέρουσα στην ακρόαση και να ανανεώνεται. Αυτό είναι το σχέδιό μου» εξηγεί στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Σελέστ Μπουρσιέ-Μουζενό.

Το «Clinamen» κάνει στάση στην Αθήνα από τις 26 Σεπτεμβρίου έως τις 5 Δεκεμβρίου, στην ανακαινισμένη Onassis Mandra, στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Μετά την Bourse de Commerce – Pinault Collection στο Παρίσι το 2025 και το Park Avenue Armory στη Νέα Υόρκη το 2026, η εγκατάσταση παρουσιάζεται για πρώτη φορά σε εξωτερικό χώρο. Και αυτό δεν είναι μια απλή αλλαγή σκηνικού. Για τον Μπουρσιέ-Μουζενό, κάθε νέα αρχιτεκτονική συνθήκη είναι μια καινούργια εμπειρία και, ενίοτε, ένας λόγος για να δεχθεί ή να απορρίψει μια παρουσίαση.

«Είναι ένα έργο που μπορεί να προσαρμόζεται και να εξελίσσεται ανάλογα με τις διαφορετικές αρχιτεκτονικές. Έτσι, κάθε νέα εγκατάσταση, στο μέτρο του δυνατού, μου επιτρέπει να δημιουργήσω μια νέα εμπειρία» αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Στην Onassis Mandra, στο μόνο σωζόμενο αθηναϊκό υπαίθριο θέατρο της Μπελ Επόκ, η σχέση του έργου με τον χώρο αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία. Όπως εξηγεί ο Μπουρσιέ-Μουζενό, παρότι βρίσκεται μέσα στην πόλη, επιτρέπει να ακούγονται οι ήχοι της γύρω περιοχής: ο θόρυβος από τον πεζόδρομο, οι άνθρωποι που περνούν, οι επισκέπτες που κατευθύνονται προς την Ακρόπολη.

«Μόλις κλείσει η πόρτα, βρισκόμαστε αλλού. Ακούμε τον απόηχο της πόλης, τους ψιθύρους της. Όλα αυτά μεταβάλλονται συνεχώς και γίνονται, με τον δικό τους τρόπο, μέρος της εμπειρίας του έργου» επισημαίνει.

Η παρουσίαση του «Clinamen» σε εξωτερικό χώρο είναι, μάλιστα, κάτι που ο ίδιος απέφευγε για χρόνια. Είχε επιμείνει οι πισίνες του έργου να βρίσκονται σε εσωτερικούς χώρους. Τώρα, όμως, θεωρεί ότι η επιστροφή στην ύπαιθρο έχει το δικό της ενδιαφέρον, ιδιαίτερα επειδή έχει πλέον αποκτήσει τον τεχνικό έλεγχο που απαιτεί ένα τέτοιο εγχείρημα.

Το έργο αρχικά ήταν να φιλοξενηθεί στο φεστιβάλ Normandie Impressionniste, στη Γαλλία αλλά η παρουσίασή του δεν πραγματοποιήθηκε επειδή δεν υπήρχαν οι τεχνικές δυνατότητες ώστε η κίνηση του νερού και των αντικειμένων να λειτουργεί όπως επιθυμούσε ο δημιουργός του. Στην Αθήνα, αντίθετα, οι συνθήκες του επιτρέπουν να αφήσει το έργο να παραδοθεί στη δύναμη των φυσικών στοιχείων και των καιρικών φαινομένων.

Ένα έργο που δεν χρειάζεται εξηγήσεις

Ο τίτλος «Clinamen» παραπέμπει στην επικούρεια έννοια της «παρέγκλισης», της μικρής απόκλισης που διαταράσσει την κίνηση των ατόμων. Ο ίδιος, ωστόσο, εξηγεί ότι η επιλογή του τίτλου προέκυψε περισσότερο μέσα από μια αλυσίδα συμπτώσεων. Αναζητούσε μια λέξη συγγενή με τη γαλλική «déclinaison», που θα μπορούσε να σημαίνει την ανάπτυξη όλων των πιθανών εκδοχών ενός πράγματος, χωρίς όμως τις παράπλευρες σημασίες της λέξης, όπως η παρακμή ή η δύση.

Σήμερα, λέει, το ίδιο το έργο έχει γίνει ένα είδος μοντέλου για αυτή την ιδέα: τα ίδια υλικά μπορούν να συνδυάζονται με διαφορετικούς τρόπους και να παράγουν αμέτρητες εκδοχές. Όπως τα γράμματα μπορούν να ανασυνδυαστούν για να σχηματίσουν λέξεις και να περιγράψουν τον κόσμο, έτσι και τα αντικείμενα του «Clinamen» δημιουργούν μέσα από την «συνάντησή» τους ένα διαρκώς εξελισσόμενο ηχητικό περιβάλλον, όπου κανένας επισκέπτης δεν ακούει ακριβώς τον ίδιο ήχο.

«Για μένα, ως συνθέτη, το βασικό μου ζήτημα είναι να εξαντλήσω τις δυνατότητες ενός υλικού. Να μπορώ να ξεκινήσω από μια ιδέα και να βρω έναν συγκεκριμένο τρόπο εργασίας που να μου επιτρέπει να εξερευνήσω όλες τις δυνατές εκδοχές, όλες τις δυνατότητες αυτού του υλικού σε σχέση με τον ίδιο του τον εαυτό» τονίζει ο Σελέστ Μπουρσιέ-Μουζενό.

Αυτός ο προσωπικός τρόπος δουλειάς είναι που τον απομάκρυνε από την παραδοσιακή εικόνα του συνθέτη. Δεν αισθανόταν ιδιαίτερα ικανός τεχνικά ούτε είχε την ευχέρεια στην ανάγνωση μουσικής που απαιτούσε η συμβατική εκπαίδευση. Αντί να το θεωρήσει μειονέκτημα, επινόησε τα δικά του εργαλεία.

«Η νεωτερικότητα έφερε την ιδέα πως τα ελαττώματα μπορούν να γίνουν προσόντα. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Έτσι, έμαθα να γράφω μουσική, αλλά με πολύ προσωπικά μέσα και τρόπους» δηλώνει. Γι’ αυτό και ο Γάλλος δημιουργός αισθάνεται, όπως λέει, πιο κοντά σε έναν γλύπτη παρά σε έναν μουσικό που καταγράφει νότες σε ένα χαρτί. Το αντικείμενο πρέπει να βρίσκεται μπροστά του, να μπορεί να το παρατηρήσει, να παρέμβει πάνω του, να το αφήσει να εξελιχθεί.

Στο «Clinamen», η αντίληψη αυτή μεταφράζεται σε ένα έργο χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Τα πιο απλά υλικά μετατρέπονται σε απρόσμενα μουσικά όργανα που παράγουν ήχους σε πραγματικό χρόνο, χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση κάποιου ερμηνευτή.

«Δεν χρειάζεται καμία επεξήγηση. Κανονικά, δεν θα έπρεπε καν να χρειάζεται να μιλάω. Και όλοι θα έπρεπε είτε να γοητευτούν από αυτό το πράγμα είτε να μην τους αρέσει καθόλου. Κι αυτό επιτρέπεται. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, το έργο δεν χρειάζεται λόγια» σημειώνει.

Για τον Μπουρσιέ-Μουζενό, η δυνατότητα να προσκαλεί τους επισκέπτες να κατοικήσουν σ’ έναν χώρο που έχει σχεδιάσει ειδικά για εκείνους είναι θεμελιώδης. Οι εγκαταστάσεις του δεν είναι κλειστοί κόσμοι που υπάρχουν μόνο για να τους κοιτάζει κανείς από απόσταση. Αντίθετα, οι επισκέπτες γίνονται μέρος του ίδιου του έργου.

Η ιδέα αυτή συνδέεται και με την οικογενειακή του ιστορία. Ο πατέρας του ήταν καλλιτέχνης και αργότερα ιστορικός της τέχνης των κήπων, ενώ είχε γράψει ένα βιβλίο για τα παγκάκια και την ιστορία τους («L’amour du banc»). Από εκεί, λέει, προέρχεται ίσως και η ευαισθησία του απέναντι στην ανάγκη να προσφέρει ένα σημείο όπου κάποιος μπορεί απλώς να σταθεί, να καθίσει ή να ονειροπολήσει.

«Όταν υπάρχει ένα παγκάκι, σημαίνει “πάρε τον χρόνο σου”. Δεν χρειάζεται να υπάρχει κάποια πινακίδα που να το γράφει, μπορείς να καθίσεις. Οι άνθρωποι το καταλαβαίνουν αμέσως. Γι’ αυτό στα έργα μου, μου αρέσει πολύ να δημιουργώ έτσι όρια. Για παράδειγμα, βάζοντας νερό ή οριοθετώντας τα υλικά στο έδαφος, ώστε να μπορείς να καταλάβεις πού επιτρέπεται να κινηθείς» αναφέρει.

«Όλες οι πόλεις θα έπρεπε να έχουν το δικό τους Dream House»

Αυτή η πρόσκληση για στάση και ακρόαση βρίσκεται στον πυρήνα και της ιδέας του «Dream House», που ο Μπουρσιέ-Μουζενό συνδέει με τον Αμερικανό πρωτοποριακό συνθέτη La Monte Young. Μια μόνιμη εγκατάσταση ήχου και φωτός όπου η μουσική δεν παρουσιάζεται ως παράσταση που πρέπει να παρακολουθήσεις από την αρχή ως το τέλος, αλλά ως μια διαρκής ηχητική παρουσία, ένας τόπος στον οποίο μπορείς να επιστρέψεις.

«Όλες οι μεγάλες πόλεις στον κόσμο θα έπρεπε να έχουν το δικό τους Dream House, ένα μέρος όπου μπορεί κανείς να έρθει και να ονειρευτεί. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει. Περισσότερο ίσως από τον διαλογισμό, ή από μια μυστικιστική εμπειρία. Δεν είναι καθόλου αυτή η πρόθεσή μου» τονίζει.

Στη Νέα Υόρκη, θυμάται, το σκοτάδι του χώρου έκανε τους επισκέπτες να συμπεριφέρονται σχεδόν σαν να βρίσκονταν σε ναό. Κι αυτό, αντί να το θεωρεί πρόβλημα, το αντιμετωπίζει ως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα αποτελέσματα της εγκατάστασης.

Ο ίδιος δεν θέλει να επιβάλει τη σιωπή. Θέλει η σιωπή να προκύπτει από το ίδιο το έργο: «Η ιδέα δεν είναι να επιβάλεις τη σιωπή, αλλά η σιωπή του έργου να επιβάλλεται από μόνη της. Αν το έργο μου μπορεί να υπαγορεύσει στους επισκέπτες μια συγκεκριμένη στάση, τότε μέσα σε αυτή τη δυνατότητα γίνονται όμορφοι. Όταν οι άνθρωποι ακούν, όταν είναι προσεκτικοί, όταν σταματούν και ηρεμούν, γίνονται όμορφοι. Πολύ πιο όμορφοι απ’ ό,τι όταν κοιτάζουν το κινητό τους, όταν καταναλώνουν ή όταν εκνευρίζονται».

Μια «κινούμενη ανθρωπινή υφή» στην Ακρόπολη

Λίγο πριν από τα εγκαίνια του έργου του στην Αθήνα, ο Μπουρσιέ-Μουζενό επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Ακρόπολη και εντυπωσιάστηκε όχι μόνο από τα μνημεία, αλλά και από την ανθρώπινη κίνηση γύρω τους: τους ανθρώπους που περπατούν, εργάζονται, κοιτούν, περιφέρονται πάνω στους βράχους. Αυτή η «κινούμενη ανθρώπινη υφή», όπως ομολογεί, είναι για εκείνον εξίσου σημαντική με το ίδιο το μνημείο.

Τα τελευταία χρόνια, άλλωστε, έχει στραφεί όλο και περισσότερο στον άνθρωπο. Τα παλαιότερα έργα του βασίζονταν συχνά σε μηχανισμούς, υπολογιστές και τεχνολογικά συστήματα, όμως η ανάγκη για διαρκείς ενημερώσεις και αντικαταστάσεις τον κούρασε.

Κι αν υπάρχει μια φράση που συμπυκνώνει τη σκέψη του και την καλλιτεχνική του πορεία, είναι αυτή που έχει υιοθετήσει ως προσωπικό του μότο: «Είμαι μόνος μαζί με όλους».

«Δεν θέλω να είμαι μόνος εναντίον όλων. Και συνειδητοποιώ ότι είμαι μόνος μαζί με όλους. Θεωρώ ότι είναι πολύ σωστό που το βρήκα, γιατί είναι κάτι που κατάφερα να διατυπώσω στα 65 μου χρόνια. Νομίζω ότι αυτό θα ήθελα να γράψουν πάνω στον τάφο μου» δηλώνει.

Αυτή ίσως να είναι τελικά και η πιο ακριβής περιγραφή του «Clinamen»: ένα έργο που υπάρχει μόνο του, αλλά ποτέ απομονωμένο* ένα σύστημα αυστηρά σχεδιασμένο, που αφήνει χώρο στο απρόβλεπτο* μια παρτιτούρα χωρίς ερμηνευτή, αλλά όχι χωρίς δημιουργό. Στην Onassis Mandra, ανάμεσα στο νερό, τα πορσελάνινα μπολ, τον αττικό ουρανό, τον άνεμο, τη βροχή και τις φωνές της πόλης, ο Σελέστ Μπουρσιέ-Μουζενό δεν ζητά από τον θεατή να καταλάβει κάτι. Του ζητά, ουσιαστικά, να κατοικήσει για λίγο τον χώρο και να ακούσει.

Νάντια Μπακοπούλου

Photo Credit: Margarita Yoko Nikitaki for Onassis Stegi

ΒΙΝΤΕΟ: ΑΠΕ-ΜΠΕ/Σοροβός Κώστας

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή