Το ποιος ωφελείται από την τεχνητή νοημοσύνη εξαρτάται από το ποιος θέτει τους κανόνες και ασκεί τον έλεγχο

Οι τεχνολογικές τομές δεν οδηγούν αυτομάτως σε ευημερία για όλους. Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη μετασχηματίζει τις οικονομίες και τις κοινωνίες μας, οι θεσμοί που διαμορφώνουμε σήμερα θα συμβάλουν καθοριστικά στο αν τα οφέλη της θα κατανεμηθούν ευρέως.

by Times Newsroom
  • Sara Riso

Θεσμοί και τεχνολογική αλλαγή

Ο υπερβολικός ενθουσιασμός και οι συχνά πολωμένες αφηγήσεις γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να δυσκολέψουν την κατανόηση όσων πραγματικά συμβαίνουν. Μέσα σε όλον αυτόν τον θόρυβο, είναι εύκολο να παραβλέψουμε τους θεσμούς και τις πολιτικές επιλογές που επηρεάζουν την εξέλιξη της τεχνολογικής αλλαγής και καθορίζουν ποιος ωφελείται από αυτήν.

Μια πρόσφατη ερευνητική μελέτη του Eurofound, με τίτλο «Τεχνητή νοημοσύνη, αλγοριθμική διοίκηση και μετασχηματισμός της κοινωνίας, της εργασίας και της απασχόλησης — Διερεύνηση των εννοιών», τοποθετεί τους θεσμούς στο επίκεντρο του ερευνητικού πλαισίου για την κατανόηση της τεχνητής νοημοσύνης. Αναδεικνύει, έτσι, τον τρόπο με τον οποίο οι κανόνες και τα συστήματα που οργανώνουν την οικονομική και κοινωνική ζωή διαμορφώνουν την τεχνολογική αλλαγή.

Το ίδιο το θεσμικό περιβάλλον γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται σε εξέλιξη. Καθώς οι εταιρείες του κλάδου αναπτύσσουν ολοένα ισχυρότερες τεχνολογίες, αποφασίζουν παράλληλα πώς πρέπει να αξιολογούνται αυτές οι τεχνολογίες, ποιοι κίνδυνοι είναι αποδεκτοί και πότε πρέπει να τίθενται τα συστήματα σε χρήση. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις εμπλέκονται όλο και περισσότερο, επιδιώκοντας να αξιολογήσουν, να θέσουν όρια και να διαμορφώσουν την ανάπτυξη και τη χρήση των πλέον προηγμένων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης.

Ποιος αποφασίζει για τη διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης;

Η σχέση που διαμορφώνεται μεταξύ εταιρειών και κυβερνήσεων εγείρει σημαντικά ερωτήματα: ποιος καθορίζει την πορεία της τεχνητής νοημοσύνης και με ποια κριτήρια; Οι πρόσφατες εξελίξεις που αφορούν την Anthropic και την αμερικανική κυβέρνηση προσφέρουν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Πριν από λίγο καιρό, η Anthropic, η εταιρεία που ανέπτυξε το Claude, προειδοποίησε για τους κινδύνους που συνδέονται με τη δυνατότητα της τεχνητής νοημοσύνης να βελτιώνει τον εαυτό της, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι ίσως χρειαστεί να επιβραδυνθεί η ανάπτυξη των πλέον προηγμένων συστημάτων της. Λίγο αργότερα, ωστόσο, κυκλοφόρησε το ισχυρότερο μοντέλο της μέχρι τότε. Και η ιστορία δεν σταμάτησε εκεί. Στη συνέχεια, η πρόσβαση σε ορισμένα μοντέλα της περιορίστηκε κατόπιν εντολής της αμερικανικής κυβέρνησης, η οποία επικαλέστηκε ανησυχίες για την ασφάλεια, εν μέσω ευρύτερων αντιπαραθέσεων σχετικά με τους όρους και τις δικλίδες ασφαλείας που διέπουν τη χρήση της προηγμένης τεχνητής νοημοσύνης.

Η Anthropic δεν είναι η μόνη εταιρεία που αποφασίζει η ίδια πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται οι κίνδυνοι της τεχνολογίας της. Η OpenAI, για παράδειγμα, ανέστειλε πρόσφατα τις εργασίες πάνω σε ένα πειραματικό μοντέλο, αφού αυτό επέδειξε προηγμένες δυνατότητες αυτόνομης παραβίασης υπολογιστικών συστημάτων, στο περιστατικό μεταξύ OpenAI και Hugging Face που έχει πλέον αποκτήσει κακή φήμη.

Την ίδια στιγμή, οι κυβερνήσεις συμμετέχουν πιο άμεσα σε αυτές τις αποφάσεις. Τον Ιούνιο του 2026, η κυβέρνηση Τραμπ εξέδωσε εκτελεστικό διάταγμα που θεσπίζει πλαίσιο για την αξιολόγηση προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης από το κράτος, συμπεριλαμβανομένων των δυνατοτήτων τους στον τομέα της κυβερνοασφάλειας.

Οι εξελίξεις αυτές περιπλέκουν τη γνώριμη αντιπαράθεση ανάμεσα στη ρύθμιση και την καινοτομία. Οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης λαμβάνουν όλο και περισσότερο αποφάσεις για τους κινδύνους που συνεπάγονται οι τεχνολογίες τους και για τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να αναπτύσσονται και να τίθενται σε χρήση. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις επιδιώκουν έναν πιο άμεσο ρόλο στην αξιολόγηση και τη διαμόρφωση αυτών των αποφάσεων.

Αυτό θα πρέπει να αφυπνίσει τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής στην Ευρώπη, ώστε να διασφαλίσουν ότι θα έχουν λόγο στη διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης, αντί να αφήνουν αυτές τις αποφάσεις σε εταιρείες και κυβερνήσεις που βρίσκονται έξω από τον έλεγχο της Ευρώπης.

Καθώς τα όρια ανάμεσα στην τεχνολογική ανάπτυξη και τη διακυβέρνηση γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα, χρειάζεται να προσδιορίσουμε ποιος διαμορφώνει τους κανόνες και τις προτεραιότητες της τεχνητής νοημοσύνης, ποιος ελέγχει την πρόσβαση σε αυτήν και ποιος αποφασίζει πώς χρησιμοποιείται. Η ιστορία δείχνει ότι οι θεσμοί διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες ανταποκρίνονται σε βαθιές τεχνολογικές αλλαγές.

Γιατί έχουν σημασία οι θεσμοί

Η προσέγγιση του Eurofound στην έρευνα για την τεχνητή νοημοσύνη αντλεί από το έργο της οικονομολόγου Καρλότα Πέρες, αντιμετωπίζοντας τις τεχνολογικές επαναστάσεις όχι απλώς ως κύματα καινοτομίας, αλλά ως βαθιές οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές. Με την πάροδο του χρόνου, οι επαναστάσεις αυτές δημιουργούν νέα τεχνοοικονομικά και κοινωνικοθεσμικά πρότυπα. Οι μεταβάσεις αυτές σπάνια είναι ομαλές ή ανώδυνες. Η μακροπρόθεσμη επιτυχία τους εξαρτάται από την ικανότητα των θεσμών να προσαρμόζονται και να δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τη διάδοση των νέων τεχνολογιών σε ολόκληρη την οικονομία και την κοινωνία.

Ακόμη κι αν ο ρυθμός ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης μοιάζει πρωτοφανής, η ιστορία μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε όσα συμβαίνουν σήμερα και να μας υπενθυμίσει τον καθοριστικό ρόλο των θεσμών. Η Βιομηχανική Επανάσταση, η οποία ξεκίνησε στην Ευρώπη, έφερε εντυπωσιακή τεχνολογική πρόοδο, αλλά και βαθιές κοινωνικές αναστατώσεις. Παρά την ταχεία αύξηση της παραγωγικότητας, τα οφέλη της πρώιμης εκβιομηχάνισης άργησαν να φτάσουν στους απλούς εργαζομένους: επί αρκετές δεκαετίες, οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονταν βραδύτερα από την παραγωγικότητα.

Η ευημερία για ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού δεν προέκυψε μόνο από τις νέες μηχανές. Διαμορφώθηκε καθώς οι κοινωνίες οικοδομούσαν τους θεσμούς που χρειάζονταν για να κατευθύνουν την τεχνολογική αλλαγή προς την κοινωνική πρόοδο. Η εργατική νομοθεσία, τα συστήματα δημόσιας εκπαίδευσης, η κοινωνική ασφάλιση και ο κοινωνικός διάλογος δεν αναπτύχθηκαν παρά την εκβιομηχάνιση, αλλά εξαιτίας της. Η εποχή της τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να απαιτήσει μια ανάλογη προσπάθεια. Τι θα πρέπει, όμως, να επιδιώκει αυτή η προσπάθεια;

Τι κοινωνία θέλουμε;

Η συζήτηση για τον ρόλο των θεσμών θέτει ίσως το σημαντικότερο ερώτημα: καθώς η τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται με εξαιρετική ταχύτητα, θα μπορέσουν οι θεσμοί μας να κατευθύνουν την τεχνολογική αλλαγή προς μια ευρύτερη κοινωνική πρόοδο;

Ίσως, όμως, θα πρέπει πρώτα να θέσουμε ένα πιο θεμελιώδες ερώτημα: στη δημιουργία ποιας κοινωνίας θέλουμε να συμβάλει η τεχνητή νοημοσύνη και ποιοι θεσμοί χρειάζονται για να γίνει αυτό εφικτό;

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα απαιτεί συλλογικές επιλογές, οι οποίες δεν μπορούν να αφεθούν αποκλειστικά στις εταιρείες τεχνολογίας ή στις δυνάμεις της αγοράς. Το διακύβευμα είναι τεράστιο. Οι συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης υπερβαίνουν κατά πολύ την ίδια την τεχνολογία: αφορούν την ασφάλεια, τη δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή και το μέλλον της εργασίας.

Εφόσον οι θεσμοί διαμορφώνουν την πορεία της τεχνολογίας, η πρόκληση δεν περιορίζεται στη ρύθμιση των νέων τεχνολογιών. Είναι να διασφαλίσουμε ότι η καινοτομία κατευθύνεται προς κοινωνικούς στόχους που συμμερίζονται ευρύτερα οι πολίτες και ότι η αύξηση της παραγωγικότητας μεταφράζεται σε καλύτερες θέσεις εργασίας και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης.

Σάρα Ρίζο (Sara Riso)

Η Σάρα Ρίζο είναι υπεύθυνη έρευνας στη Μονάδα Εργασιακού Βίου του Eurofound.

Πηγή: www.socialeurope.eu

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή