Όταν ξέσπασε ο πόλεμος με το Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανιζόταν αποφασισμένος να ισοπεδώσει το πυραυλικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Ο Αμερικανός πρόεδρος διακήρυττε ότι ο στρατός των ΗΠΑ θα καταστρέψει τους ιρανικούς πυραύλους και θα διαλύσει πλήρως την πυραυλική βιομηχανία της χώρας.
Λίγους μήνες αργότερα, όμως, το μήνυμα από την Ουάσιγκτον μοιάζει εντυπωσιακά διαφορετικό.
Μετά την προκαταρκτική συμφωνία με το Ιράν, ο Τραμπ εμφανίστηκε στη συνέντευξη Τύπου μετά τη Σύνοδο της G7 στη Γαλλία να υποστηρίζει ότι είναι λογικό η Τεχεράνη να διατηρήσει έναν αριθμό πυραύλων, καθώς και άλλες χώρες διαθέτουν αντίστοιχα οπλικά συστήματα.
Η στροφή αυτή προκαλεί πολιτικό σεισμό, καθώς αφορά έναν από τους πιο κεντρικούς στόχους που είχε θέσει η κυβέρνηση Τραμπ στην έναρξη της σύγκρουσης.
Από την «εξαΰλωση» των πυραύλων στο «να έχουν και αυτοί κάποιους»
Η αρχική θέση του Τραμπ ήταν απόλυτη: οι ΗΠΑ θα κατέστρεφαν τους ιρανικούς πυραύλους και θα ισοπέδωναν τη βιομηχανία που τους παράγει.
Στη συνέχεια, ο στόχος αυτός άρχισε να χαμηλώνει. Από την πλήρη καταστροφή, η ρητορική πέρασε στη «δραστική μείωση» του ιρανικού πυραυλικού προγράμματος.
Σήμερα, η προκαταρκτική συμφωνία δεν περιλαμβάνει καν ειδική αναφορά στους πυραύλους, ενώ το Ιράν είχε ήδη χαρακτηρίσει το θέμα «κόκκινη γραμμή» στις διαπραγματεύσεις.
Η δήλωση Τραμπ ότι το Ιράν μπορεί να διαθέτει «κάποιους» πυραύλους δείχνει πως η Ουάσιγκτον απομακρύνεται από την αρχική επιδίωξη πλήρους αποστρατιωτικοποίησης του συγκεκριμένου τομέα.
Τέλος και στην «άνευ όρων παράδοση»
Άλλη μία θεαματική αναδίπλωση αφορά το σύνθημα περί «άνευ όρων παράδοσης».
Στις αρχές Μαρτίου, ο Τραμπ δήλωνε ότι δεν θα υπάρξει συμφωνία με το Ιράν παρά μόνο αν η Τεχεράνη αποδεχθεί πλήρη και άνευ όρων παράδοση.
Όμως η σημερινή εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Η προκαταρκτική συμφωνία προβλέπει διαπραγματεύσεις, αμοιβαίες δεσμεύσεις και σημαντικές παραχωρήσεις προς την ιρανική πλευρά.
Αυτό έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις ακόμη και στον συντηρητικό χώρο των ΗΠΑ, με αρκετούς να υποστηρίζουν ότι το κείμενο μοιάζει περισσότερο με αμερικανική υποχώρηση παρά με ιρανική παράδοση.
Το «regime change» που εξαφανίστηκε
Στην αρχή του πολέμου, ο Τραμπ απηύθυνε ανοιχτά μηνύματα στον ιρανικό λαό, καλώντας τον ουσιαστικά να αναλάβει δράση και αφήνοντας να εννοηθεί ότι η αλλαγή καθεστώτος ήταν ένας από τους πολιτικούς στόχους της Ουάσιγκτον.
Η γραμμή αυτή, όμως, δεν κράτησε πολύ.
Καθώς δεν υπήρξε η λαϊκή κινητοποίηση που ανέμενε η αμερικανική κυβέρνηση, ο στόχος του regime change υποχώρησε. Ο Τραμπ υποστήριξε πλέον ότι δεν έκανε τον πόλεμο για αλλαγή καθεστώτος, παρότι προσπάθησε κατά καιρούς να παρουσιάσει την εξόντωση Ιρανών ηγετικών στελεχών ως μια μορφή πολιτικής αλλαγής.
Ωστόσο, η εξουσία στην Τεχεράνη παραμένει στα χέρια του ίδιου συστήματος, με τη διαδοχή στην ανώτατη ηγεσία να μην έχει ανατρέψει τη δομή του καθεστώτος.
Το πυρηνικό ζήτημα παραμένει το μεγάλο ερωτηματικό
Η κυβέρνηση Τραμπ διατηρεί ως βασική θέση ότι το Ιράν δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικό όπλο.
Η προκαταρκτική συμφωνία αναφέρει ότι η Τεχεράνη επαναβεβαιώνει πως δεν θα αποκτήσει ούτε θα αναπτύξει πυρηνικά όπλα. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι το Ιράν ανέκαθεν υποστήριζε πως δεν επιδιώκει πυρηνικά όπλα.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η τελική συμφωνία θα περιλαμβάνει μηχανισμούς ελέγχου αρκετά ισχυρούς ώστε να αποκλείουν πραγματικά το ενδεχόμενο στρατιωτικής χρήσης του πυρηνικού προγράμματος.
Μέχρι στιγμής, αυτό παραμένει ανοιχτό.
Υποχώρηση και στο «μηδενικό εμπλουτισμό»
Ο Τραμπ είχε δηλώσει επανειλημμένα ότι δεν θα επιτραπεί κανένας εμπλουτισμός ουρανίου από το Ιράν.
Πλέον, όμως, εμφανίζεται να αποδέχεται χαμηλού επιπέδου εμπλουτισμό για πολιτικούς και ενεργειακούς σκοπούς, εφόσον δεν μπορεί να αξιοποιηθεί στρατιωτικά.
Πρόκειται για ακόμη μία σημαντική αλλαγή γραμμής, καθώς η αρχική αμερικανική θέση ήταν μηδενική ανοχή στον εμπλουτισμό ουρανίου.
Το ίδιο ισχύει και για το ήδη εμπλουτισμένο υλικό. Αντί για κατάσχεση ή απομάκρυνση από τις ΗΠΑ, όπως είχε αφήσει να εννοηθεί ο Τραμπ, το κείμενο της συμφωνίας δείχνει προς λύση επιτόπιας αραίωσης υπό εποπτεία της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας.
Οι πληρεξούσιοι του Ιράν εκτός συμφωνίας
Ένας ακόμη αρχικός στόχος της Ουάσιγκτον ήταν να εμποδιστεί το Ιράν να εξοπλίζει, να χρηματοδοτεί και να κατευθύνει ένοπλες οργανώσεις εκτός των συνόρων του, όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς.
Ωστόσο, το μνημόνιο συνεννόησης δεν περιλαμβάνει σαφή πρόβλεψη για το ζήτημα αυτό.
Αντίθετα, η άμεση δυνατότητα του Ιράν να επιστρέψει στις εξαγωγές πετρελαίου μπορεί να ενισχύσει οικονομικά την Τεχεράνη, γεγονός που προκαλεί ερωτήματα για το πώς θα διασφαλιστεί ότι τα έσοδα δεν θα διοχετευθούν σε περιφερειακούς συμμάχους και ένοπλα δίκτυα.
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι το θέμα θα συζητηθεί σε επόμενη φάση, όμως προς το παρόν μένει έξω από τον βασικό κορμό της συμφωνίας.
Τα Στενά του Ορμούζ και το μεγάλο κενό
Ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι τα Στενά του Ορμούζ πρέπει να είναι ανοιχτά, ελεύθερα και χωρίς τέλη, χαρακτηρίζοντάς τα διεθνή θαλάσσια οδό.
Η συμφωνία, όμως, προβλέπει ότι το Ιράν θα καταβάλει τις «βέλτιστες προσπάθειές» του για την ασφαλή διέλευση εμπορικών πλοίων χωρίς χρέωση, αλλά μόνο για 60 ημέρες.
Αυτό απέχει πολύ από τον στόχο της μόνιμης και χωρίς όρους ελεύθερης διέλευσης.
Την ίδια στιγμή, Ιρανοί αξιωματούχοι αφήνουν να εννοηθεί ότι η Τεχεράνη θεωρεί πως έχει κυριαρχικά δικαιώματα στα Στενά και μπορεί να επιβάλει χρεώσεις για υπηρεσίες.
Μια συμφωνία με πολλά ανοιχτά μέτωπα
Η προκαταρκτική συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν μπορεί να δίνει στον Τραμπ μια πολιτική έξοδο από τον πόλεμο, όμως συνοδεύεται από μεγάλες αναδιπλώσεις.
Οι αρχικοί στόχοι για πλήρη καταστροφή του πυραυλικού προγράμματος, άνευ όρων παράδοση, αλλαγή καθεστώτος, μηδενικό εμπλουτισμό, απομάκρυνση του εμπλουτισμένου ουρανίου και μόνιμα ελεύθερα Στενά του Ορμούζ είτε έχουν υποχωρήσει είτε έχουν παραπεμφθεί σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις.
Το ερώτημα είναι αν αυτή η αλλαγή στρατηγικής θα οδηγήσει σε σταθερή αποκλιμάκωση ή αν απλώς μεταθέτει τα πιο δύσκολα ζητήματα για αργότερα.
Για τον Τραμπ, η συμφωνία μπορεί να παρουσιαστεί ως διπλωματική επιτυχία. Για τους επικριτές του, όμως, μοιάζει με μια εντυπωσιακή εγκατάλειψη των μεγάλων υποσχέσεων με τις οποίες ξεκίνησε ο πόλεμος.
