Οι σχέσεις μεταξύ του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και του πρωθυπουργού του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, φαίνεται να περνούν μία από τις πιο δύσκολες περιόδους τους, καθώς η αμερικανική κυβέρνηση εμφανίζεται ολοένα και πιο επικριτική απέναντι στους χειρισμούς του Ισραηλινού ηγέτη, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις εκεχειρίες και τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν. Οι εξελίξεις στον Λίβανο αναμένεται να αποτελέσουν κρίσιμο τεστ για το κατά πόσο η Ουάσινγκτον είναι διατεθειμένη να ασκήσει ουσιαστική πίεση προς το Ισραήλ, όπως αναφέρει σε ανάλυσή του ο Guardian.
Στις 18 Ιουνίου, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, εμφανίστηκε στην αίθουσα ενημέρωσης του Λευκού Οίκου και εξαπέλυσε σφοδρή κριτική κατά των Ισραηλινών που αντιδρούσαν στη συμφωνία με το Ιράν, την οποία είχε υπογράψει μία ημέρα νωρίτερα ο Ντόναλντ Τραμπ. Ο Βανς υποστήριξε ότι ο Τραμπ είναι ο μοναδικός παγκόσμιος ηγέτης που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με συμπάθεια το Ισραήλ ύστερα από σχεδόν τρία χρόνια πολέμων και καταστροφών στη Μέση Ανατολή.
«Αν ήμουν μέλος της κυβέρνησης του Ισραήλ, ίσως να μην επιτιθόμουν στον μοναδικό ισχυρό σύμμαχο που μου έχει απομείνει σε ολόκληρο τον κόσμο», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο αντιπρόεδρος επισήμανε επίσης ότι, κατά τη διάρκεια του πρόσφατου πολέμου ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν, τα δύο τρίτα των αμυντικών όπλων που χρησιμοποιήθηκαν για την προστασία του Ισραήλ από τα ιρανικά αντίποινα «κατασκευάστηκαν από αμερικανικά χέρια και πληρώθηκαν από τους Αμερικανούς φορολογούμενους». Με τον τρόπο αυτό επέκρινε δημόσια την ισραηλινή ηγεσία με ένταση που σπάνια έχει επιδείξει τόσο υψηλόβαθμος Αμερικανός αξιωματούχος. Παρότι δεν κατονόμασε άμεσα τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, το μήνυμα ήταν σαφές: η κυβέρνηση Τραμπ εμφανίζεται πρόθυμη να καταλογίσει στον Ισραηλινό πρωθυπουργό ότι υπονόμευσε συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός προκειμένου να παρατείνει τις περιφερειακές συγκρούσεις και να διατηρήσει την πολιτική του ισχύ.
Τις τελευταίες εβδομάδες, ο Ντόναλντ Τραμπ και αρκετοί από τους συνεργάτες του έχουν αφήσει να εννοηθεί, είτε μέσω δηλώσεων είτε μέσω διαρροών, ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει εξαντλήσει την υπομονή του με την αδιαλλαξία του Νετανιάχου και την αντίθεσή του σε εκεχειρία με το Ιράν. Σύμφωνα με πληροφορίες, σε πρόσφατη τηλεφωνική επικοινωνία ο Τραμπ χαρακτήρισε τον Ισραηλινό πρωθυπουργό «εντελώς τρελό», ενώ αργότερα δήλωσε στο Axios ότι ο Νετανιάχου «δεν έχει καθόλου κρίση». Στις 7 Ιουνίου, σε συνέντευξή του στους Financial Times, ο Τραμπ υποστήριξε ότι ο Νετανιάχου δεν είχε άλλη επιλογή από το να αποδεχθεί την εκεχειρία, δηλώνοντας: «Εγώ παίρνω όλες τις αποφάσεις. Εκείνος δεν παίρνει τις αποφάσεις».
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι ο Τραμπ και οι συνεργάτες του είχαν ακολουθήσει και στο παρελθόν παρόμοια τακτική, διαρρέοντας τη δυσαρέσκειά τους για τον Νετανιάχου χωρίς, ωστόσο, να προχωρήσουν σε περιορισμό της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας που επέτρεψε στο Ισραήλ να συνεχίσει τις πολεμικές επιχειρήσεις στη Γάζα, στον Λίβανο και αλλού. Μετά την επίθεση της Χαμάς τον Οκτώβριο του 2023, το Ισραήλ έλαβε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτική βοήθεια και πλήρη πολιτική στήριξη από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αρχικά επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν και στη συνέχεια επί Ντόναλντ Τραμπ. Σύμφωνα με το κείμενο, η απουσία περιορισμών οδήγησε τον Νετανιάχου στο συμπέρασμα ότι το Ισραήλ μπορούσε να πλήξει σχεδόν οποιονδήποτε στόχο στη Μέση Ανατολή. Μέχρι το φθινόπωρο του 2025, το Ισραήλ είχε εξαπολύσει πόλεμο στη Γάζα, ενώ πραγματοποίησε επιθέσεις και κατά του Ιράν, του Λιβάνου, της Συρίας, της Υεμένης και του Κατάρ.
Το βασικό ερώτημα που τίθεται πλέον είναι εάν ο Ντόναλντ Τραμπ θα επιβάλει τελικά περιορισμούς στον Μπενιαμίν Νετανιάχου και αν θα αποτρέψει τον σύμμαχό του από το να υπονομεύσει τις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ και Ιράν, οι οποίες ξεκίνησαν την προηγούμενη εβδομάδα και προβλέπεται να ολοκληρωθούν μέσα σε 60 ημέρες με μια ευρύτερη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Η κρίσιμη δοκιμασία αναμένεται να δοθεί στον Λίβανο, όπου το Ισραήλ εξακολουθεί να κατέχει τμήμα του νότου και να πραγματοποιεί επιθέσεις παρά τις επανειλημμένες συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός με την κυβέρνηση του Λιβάνου και τη Χεζμπολάχ. Παράλληλα, σύμφωνα με το κείμενο, αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών προειδοποίησαν τον Τραμπ ότι ο Νετανιάχου πιθανότατα θα επιχειρήσει να υπονομεύσει μια ειρηνευτική συμφωνία με το Ιράν.
Η Τεχεράνη έχει ξεκαθαρίσει ότι η τελευταία συμφωνία κατάπαυσης του πυρός πρέπει να ισχύσει σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου, ενώ έχει ζητήσει από την κυβέρνηση Τραμπ να πιέσει το Ισραήλ να αποσύρει τα στρατεύματά του από λιβανικό έδαφος. Διαφορετικά, σύμφωνα με το δημοσίευμα, η ιρανική ηγεσία απείλησε ότι θα αποχωρήσει από τις διαπραγματεύσεις και θα κλείσει εκ νέου τα Στενά του Ορμούζ, από όπου πριν από το κλείσιμό τους κατά τη διάρκεια του πολέμου διέρχονταν περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου. Ο Τραμπ χαρακτήρισε την επαναλειτουργία της θαλάσσιας οδού ως ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της προσωρινής συμφωνίας που υπέγραψε με την Τεχεράνη.
Το κείμενο αναφέρει ακόμη ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει πλέον περισσότερους λόγους να επιβάλει όρια στον Νετανιάχου, καθώς ο Ισραηλινός πρωθυπουργός φέρεται να πέρασε μήνες προσπαθώντας να πείσει τον Τραμπ να ξεκινήσει πόλεμο με στόχο την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος. Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, καθώς το Ιράν άντεξε τις πολυήμερες επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, απάντησε με πυραυλικά πλήγματα εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στη Μέση Ανατολή, έθεσε στο στόχαστρο ενεργειακές υποδομές γειτονικών κρατών του Κόλπου και απείλησε να προκαλέσει παγκόσμια οικονομική ύφεση μέσω του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ.
Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, ο Τραμπ δεν συνηθίζει να αναγνωρίζει αποτυχίες και ενδέχεται στο μέλλον να επιρρίψει την ευθύνη για τον αποτυχημένο πόλεμο με το Ιράν στον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει προηγουμένως να επιτευχθεί συμφωνία με την Τεχεράνη που θα του επιτρέψει να εμφανιστεί ως νικητής και να απομακρυνθεί από τη σύγκρουση. Η προοπτική αυτή, ωστόσο, κινδυνεύει όσο συνεχίζονται οι επιχειρήσεις του Ισραήλ στον Λίβανο.
Μετά την έναρξη της κοινής αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, η σύγκρουση επεκτάθηκε γρήγορα στον Λίβανο, όπου το Ισραήλ και η Χεζμπολάχ έχουν συγκρουστεί επανειλημμένα στο παρελθόν. Στις 2 Μαρτίου, ως αντίποινα για τη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, η Χεζμπολάχ εξαπέλυσε ομοβροντία ρουκετών κατά του Ισραήλ. Ακολούθησε εκτεταμένος ισραηλινός βομβαρδισμός και χερσαία εισβολή, που προκάλεσαν τον εκτοπισμό περισσότερων από ενός εκατομμυρίου ανθρώπων, δηλαδή περίπου του ενός πέμπτου του πληθυσμού του Λιβάνου.
Μετά την αρχική συμφωνία κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν στις 7 Απριλίου, ο πρωθυπουργός του Πακιστάν, Σεχμπάζ Σαρίφ, ο οποίος συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις, υποστήριξε ότι η συμφωνία θα κάλυπτε και τον Λίβανο. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, ωστόσο, δήλωσε ότι το Ισραήλ δεν δεσμευόταν από τη συγκεκριμένη συμφωνία. Στις 8 Απριλίου, σύμφωνα με το δημοσίευμα, το Ισραήλ πραγματοποίησε μία από τις φονικότερες επιθέσεις στην ιστορία του Λιβάνου, με δεκάδες πολεμικά αεροσκάφη να πλήττουν περισσότερους από 100 στόχους μέσα σε δέκα λεπτά. Οι επιθέσεις προκάλεσαν τουλάχιστον 350 νεκρούς και περισσότερους από 1.200 τραυματίες. Ο ισραηλινός στρατός ανακοίνωσε ότι στόχος ήταν κέντρα διοίκησης της Χεζμπολάχ, στο πλαίσιο της επιχείρησης με την ονομασία «Αιώνιο Σκοτάδι».
Το δημοσίευμα αναφέρει ακόμη ότι η ισραηλινή ηγεσία απείλησε ανοιχτά να εφαρμόσει στον νότιο Λίβανο την ίδια τακτική που ακολούθησε στη Γάζα, με εκτεταμένους αεροπορικούς βομβαρδισμούς, μαζικό εκτοπισμό αμάχων, καταστροφή πολιτικών υποδομών, όπως σχολεία και νοσοκομεία, καθώς και συστηματική κατεδάφιση κατοικιών σε παραμεθόριες περιοχές για τη δημιουργία μιας αποκαλούμενης «ζώνης ασφαλείας» υπό ισραηλινό έλεγχο. Στα τέλη Μαρτίου, ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Ισραέλ Κατζ, είχε δηλώσει ότι οι δυνάμεις του θα κατέστρεφαν «όλα τα σπίτια» στα χωριά των συνόρων, «σύμφωνα με το μοντέλο που εφαρμόστηκε στη Ράφα και τη Μπέιτ Χανούν στη Γάζα».
Το κείμενο σημειώνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι υπόλοιπες δυτικές δυνάμεις αντέδρασαν περιορισμένα στις απειλές του Ισραήλ να επαναλάβει στον Λίβανο τις ίδιες πρακτικές που, σύμφωνα με το δημοσίευμα, εφαρμόστηκαν στη Γάζα. Ωστόσο, ο Τραμπ άρχισε να στρέφει περισσότερο την προσοχή του στον Λίβανο, όταν οι συνεχιζόμενες επιθέσεις του Ισραήλ και οι συγκρούσεις με τη Χεζμπολάχ έθεσαν σε κίνδυνο τη συνολική εκεχειρία με το Ιράν. Την 1η Ιουνίου, σύμφωνα με πληροφορίες, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε έντονη τηλεφωνική συνομιλία με τον Νετανιάχου, κατά την οποία τον επέκρινε για την επέκταση των επιχειρήσεων στον νότιο Λίβανο και για την απειλή βομβαρδισμού της Βηρυτού. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Τραμπ φέρεται να του είπε: «Είσαι εντελώς τρελός. Θα ήσουν στη φυλακή αν δεν ήμουν εγώ. Σου σώζω το τομάρι. Τώρα όλοι σε μισούν. Όλοι μισούν το Ισραήλ εξαιτίας αυτού».
Δύο εβδομάδες αργότερα, μιλώντας στη σύνοδο κορυφής της G7, ο Ντόναλντ Τραμπ επέκρινε δημόσια τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στον Λίβανο, οι οποίες, σύμφωνα με το κείμενο, έχουν προκαλέσει περισσότερους από 4.100 θανάτους από τις αρχές Μαρτίου. «Πάρα πολλοί άνθρωποι έχουν σκοτωθεί. Δεν χρειάζεται να γκρεμίζετε μια πολυκατοικία κάθε φορά που ψάχνετε κάποιον, γιατί μέσα σε αυτές υπάρχουν πολλοί άνθρωποι και δεν είναι όλοι Χεζμπολάχ», δήλωσε.
Το ερώτημα που παραμένει είναι κατά πόσο ο Ντόναλντ Τραμπ θα συνοδεύσει την οργή του απέναντι στον Μπενιαμίν Νετανιάχου με συγκεκριμένες ενέργειες, όπως η απειλή διακοπής της παροχής αμερικανικών όπλων και άλλων μορφών στήριξης, εάν το Ισραήλ δεν αποσύρει τις δυνάμεις του από τον Λίβανο. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να καθορίσει την τύχη της συμφωνίας που επιδιώκει να πετύχει ο Αμερικανός πρόεδρος με το Ιράν.
