Ο Ελληνας ΥΠΟΙΚ και επικεφαλής του Eurogroup τονίζει χαρακτηριστικά:«Ήμουν τότε (στη κρίση), αναφέρει στη συνέντευξη, στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου τελείωνα ένα μεταπτυχιακό στο MIT. Έτσι, παρακολούθησα στενά την αμερικανική κρίση υποθηκών, προτού οι επιπτώσεις της αντηχήσουν σε όλο τον κόσμο. Στη συνέχεια επέστρεψα στην Ελλάδα για να ξεκινήσω μια νέα φάση της καριέρας μου. Ήταν το 2009, στην αρχή της ελληνικής κρίσης δημόσιου χρέους. Εκείνη την εποχή, κανείς δεν περίμενε να διαρκέσει μια δεκαετία. Ούτε στο γεγονός ότι το κοινωνικό και οικονομικό του κόστος είναι τόσο βαρύ. Τούτου λεχθέντος, αυτή η περίοδος ήταν πλούσια σε μαθήματα και βγήκαμε από αυτήν πολύ πιο δυνατοί».
«Θα έλεγα -συνεχίζει ο Κυριάκος Πιερρακάκης- ότι η κληρονομιά αυτής της περιόδου είναι αντίθετη, αν και ορισμένα από τα στοιχεία της ήταν απολύτως απαραίτητα. Το πιο σημαντικό είναι να μάθουμε από αυτό για να προχωρήσουμε. Χωρίς τα διδάγματα της κρίσης δημόσιου χρέους, η Ευρώπη δεν θα είχε δημιουργήσει μια ολόκληρη σειρά χρηματοπιστωτικών εργαλείων που αποδείχθηκαν χρήσιμα για τη διαχείριση των επόμενων κρίσεων, ιδίως του Covid. Σε ελληνικό επίπεδο, αυτή η περίοδος αποκάλυψε την αποτυχία ενός μοντέλου βασισμένου στην κατανάλωση, το οποίο δεν βασίστηκε ούτε στην καινοτομία ούτε στις εξαγωγές. Η χώρα μας έπρεπε επίσης να αμφισβητήσει το πολιτικό της σύστημα. Τέσσερα κράτη της ζώνης του ευρώ έχουν βρεθεί στο πλαίσιο προγράμματος οικονομικής βοήθειας. Αλλά οι άλλοι τρεις χρειάζονταν μόνο ένα σχέδιο διάσωσης, ενώ χρειάστηκαν τρία για την Ελλάδα, απόδειξη ότι το ελληνικό πολιτικό προσωπικό δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί σωστά αυτήν την κρίση».
Αναφερόμενος στο αχρείαστο τρίτο μνημόνιο σημειώνει ότι: «Το αποκορύφωμα ήταν το αποτυχημένο δημοψήφισμα του 2015 [Σημείωση συντάκτη: παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες δεν αντιτίθενται σε ένα τρίτο πακέτο διάσωσης, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα θα υποχωρήσει στις απαιτήσεις των πιστωτών λίγες μέρες αργότερα]. Πληρώσαμε ακριβά τον λαϊκισμό. Σήμερα, η Ελλάδα έχει γυρίσει σελίδα, τα στοιχεία το μαρτυρούν. Πάνω από μισό εκατομμύριο θέσεις εργασίας έχουν δημιουργηθεί από τότε που ήρθαμε στην εξουσία το 2019 και πρόκειται να φτάσουμε σε ένα ιστορικά χαμηλό επίπεδο ανεργίας.
Παράλληλα, αναμένουμε για το 2026 ρυθμό ανάπτυξης διπλάσιο από αυτόν της ευρωζώνης, παρά την κρίση στη Μέση Ανατολή, που μας οδήγησε να αναθεωρήσουμε τις προβλέψεις μας από 2,4 σε 2%. Από την άλλη πλευρά, έχουμε αυξήσει αυτό του 2027, από 1,7 σε 2%.
Είναι μια απάντηση στις πιο δύσπιστες φωνές που, στη χώρα μας, αμφισβητούν το μέλλον μας, ενώ λήγουν τα ευρωπαϊκά κονδύλια που καταβάλλονται στο μετα-Covid πλαίσιο. Χρόνο με το χρόνο, καταφέραμε να μετριάσουμε αυτό το βάρος. Το 2020, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας ξεπέρασε το 200%. Θα πρέπει να πάμε κάτω από το 140% φέτος και κάτω από το 120% το 2029. Δημιουργώντας πρωτογενή πλεονάσματα, αποπληρώνοντας ακριβά παλιά δάνεια, το πολιτικό μας μήνυμα είναι σαφές: δεν σκοπεύουμε να περάσουμε αυτό το βάρος στην επόμενη γενιά».
Για τον Κυριάκο Πιερρακάκη δεν μπορεί να επιτευχθεί δημοσιονομική σταθερότητα χωρίς την πολιτική σταθερότητα, κάτι που πιστώνεται στη συνεπή πολιτική που ακολουθήθηκε από την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. «Επιτύχαμε πολιτική σταθερότητα, πάνω στην οποία οικοδομήσαμε δημοσιονομική σταθερότητα. Στη συνέχεια, καταφέραμε να δημιουργήσουμε μια κουλτούρα μεταρρυθμίσεων, όλων των ειδών, μικρών και μεγάλων. Προσπαθούμε να διεξάγουμε νέες κάθε εβδομάδα. Απομένει να ολοκληρωθεί ο μετασχηματισμός του μοντέλου μας. Ήδη, οι εξαγωγές αντιπροσωπεύουν το 42% του ΑΕΠ μας σήμερα, διπλάσιο από αυτό του 2009. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται στο 51%: η πορεία μας είναι επομένως πολύ θετική, αλλά μπορούμε να κάνουμε καλύτερα. Με τον ίδιο τρόπο, όταν ήρθαμε στην εξουσία πριν από επτά χρόνια, οι επενδύσεις ισοδυναμούσαν με το 11% του ΑΕΠ, το ήμισυ του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Τις έχουμε αυξήσει γύρω στο 17%.».
Το θεμελιώδες ερώτημα που θέτει ο Έλληνας υπουργός και επικεφαλής του Eurogroup, κλείνοντας τη συνομιλία του με τους Γάλλους δημοσιογράφους: «Θα συνεχίσουμε, ως Ευρωπαίοι, να διαχειριζόμαστε τον κόσμο που βρίσκεται πίσω μας ή θα επιδιώξουμε να δημιουργήσουμε τον κόσμο που βρίσκεται μπροστά μας; Η απάντηση μου φαίνεται ξεκάθαρη».
